από τον πράσινο ήλιο του ΠΑΣΟΚ στον κίτρινο λαμπτήρα του AKP: Την απάντηση θα τη δώσει ο λαός

 

 Αυτοδιοικητικές εκλογές στην Τουρκία: ο θρίαμβος ενός 
επιτυχημένου μοντέλου κοινωνικού μετασχηματισμού

 

Βαγγέλης Κεχριώτης

Μετάφραση: Μαριλένα Μυλωνά

 

Την περασμένη Κυριακή (30.3.2014), οι Τούρκοι πολίτες προσήλθαν στις κάλπες για να ψηφίσουν στις αυτοδιοικητικές εκλογές, με φόντο το μεγάλο σκάνδαλο που έχει ξεσπάσει και στο οποίο φέρονται να εμπλέκονται ανώτατοι κυβερνητικοί λειτουργοί, κατηγορούμενοι για διαφθορά και δωροληψία. Οι κατηγορίες αυτές βασίζονται κατά κύριο λόγο σε ηχογραφημένες τηλεφωνικές συνομιλίες. Αυτό που φέρνει ωστόσο την κυβέρνηση σε δυσμενέστερη θέση, περισσότερο και από τη διαρροή των ηχογραφημένων τηλεφωνικών συνομιλιών, ήταν η αποκάλυψη της ηχογράφησης μιας άκρως απόρρητης συνάντησης υψηλά ιστάμενων προσώπων, κατά τη διάρκεια της οποίας συζητούνταν το αν θα έπρεπε να σκηνοθετηθεί μια επίθεση κατά της Τουρκίας με σκοπό να δημιουργηθεί το πρόσχημα για εισβολή στη Συρία. Για όλους τους παραπάνω λόγους, οι εκλογές μετατράπηκαν σε άτυπο δημοψήφισμα για το Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (A.K.P.) και τον ηγέτη του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν. Τελικά, επαναβεβαιώθηκε η λαϊκή στήριξη τόσο στο κόμμα όσο και στον ηγέτη του, στήριξη η οποία κυμάνθηκε σε επίπεδα υψηλότερα εκείνων που είχε παρουσιάσει στις προηγούμενες αυτοδιοικητικές εκλογές. Κατά τη διάρκεια των τριών προηγούμενων μηνών, για όσο δηλαδή διήρκεσε η παρατεταμένη προεκλογική περίοδος στην Τουρκία, σκεφτόμουν συνεχώς το πόσο όλα αυτά μου θύμιζαν τα γεγονότα που έλαβαν χώρα στην Ελλάδα πριν από 25 χρόνια. Ήρθε η ώρα να στοχαστούμε επ’ αυτού και να κάνουμε τις συγκρίσεις μας. Παρακάτω θα εξηγήσω τι εννοώ.

Τον Ιούνιο του 1989, μετά από ένα πολύμηνο διάστημα αποκαλύψεων αναφορικά με υποθέσεις διαφθοράς και ευνοιοκρατίας εις βάρος του ΠΑ.ΣΟ.Κ., καθώς και του ίδιου του προέδρου του και πρωθυπουργού της χώρας εκείνη την περίοδο Ανδρέα Παπανδρέου, το κόμμα της Νέα Δημοκρατίας κέρδισε τις εκλογές με ποσοστό 44,2%. Το ΠΑ.ΣΟ.Κ., το οποίο κατείχε την εξουσία τα προηγούμενα οκτώ χρόνια, κατάφερε να λάβει ένα αξιοπρεπές ποσοστό της τάξης του 39,5%. Έτσι, παρά την εκλογική του νίκη, το κόμμα της αντιπολίτευσης δεν κατόρθωσε να συγκεντρώσει την απαραίτητη κοινοβουλευτική πλειοψηφία για τον σχηματισμό κυβέρνησης. Το αποτέλεσμα ήταν μια συνεργασία της Νέας Δημοκρατίας με την Αριστερά, συνεργασία που σηματοδότησε τη λήξη μιας παρατεταμένης μετεμφυλιακής περιόδου. Παρά το γεγονός ότι οι υποστηρικτές του ΠΑ.ΣΟ.Κ. είδαν τη συνεργασία αυτή σαν μια ανήθικη και καιροσκοπική πράξη προδοσίας, οι πολιτικοί τους αντίπαλοι, τόσο από την πλευρά της Αριστεράς όσο και από εκείνη της Δεξιάς, τη θεώρησαν ως την ύστατη λύση που θα μπορούσε να οδηγήσει στην κάθαρση της ελληνικής πολιτικής ζωής από τη διαφθορά και την ευνοιοκρατία που κυριαρχούσε στη χώρα καθ’ όλη τη δεκαετία του ’80. Ήταν μια εξέλιξη που ταίριαζε με το πνεύμα της εποχής, αφού συνέπεσε χρονικά με την πτώση των κομμουνιστικών καθεστώτων και το τέλος του Ψυχρού Πολέμου που θα ακολουθούσαν μερικούς μήνες αργότερα. Ο Παπανδρέου και πέντε υπουργοί παραπέμφθηκαν σε δίκη. Παρ’ όλα αυτά, μετά από τρία χρόνια στα δικαστήρια, μετά από μια δεύτερη κυβέρνηση συνεργασίας με συμμετοχή του ΠΑ.ΣΟ.Κ. αυτή τη φορά, τη γνωστή ως «οικουμενική», μετά τον θάνατο ενός υπουργού και τον δημόσιο εξευτελισμό κάποιων άλλων, το ΠΑ.ΣΟ.Κ. επανήλθε θριαμβευτικά στην εξουσία το 1993 με πρωθυπουργό τον Παπανδρέου. Κυριαρχούσε, μάλιστα, τότε η άποψη ότι τα προβλήματα υγείας του Παπανδρέου, καθώς και μια εγχείρηση στην οποία είχε υποβληθεί κατά την περίοδο που ξεσπούσαν τα σκάνδαλα, ήταν αυτά που επέτρεψαν στους πολιτικούς του αντιπάλους να καταφέρουν ένα τόσο μεγάλο πλήγμα στην προηγούμενη κυβέρνησή του.

Πολλοί είχαν αναρωτηθεί τότε πώς ήταν δυνατόν ο Παπανδρέου να επιβιώσει πολιτικά αλλά και σωματικά. Πώς ήταν δυνατό να επανέλθει στην εξουσία, παρά τη δημόσια γελοιοποίησή του εξαιτίας του δεσμού που διατηρούσε με μια πολύ μικρότερή του ηλικιακά αεροσυνοδό –η οποία σύντομα έγινε γυναίκα του–, καθώς και εξαιτίας της πτώσης της εμπιστοσύνης στο πρόσωπό του λόγω των κατηγοριών που τον ήθελαν να λαμβάνει δωροδοκίες μέσα σε κούτες από Pampers. Όλοι γνώριζαν ότι το ΠΑ.ΣΟ.Κ. είχε εισαγάγει μια λαϊκιστική ρητορική στην πολιτική, σε ζητήματα πολιτισμού και σε ζητήματα εκπαίδευσης. Κανείς δεν αμφισβήτησε τη δημοτικότητα του ιδρυτή και αρχηγού του, ο οποίος συνδύαζε το κύρος ενός Αμερικάνου πανεπιστημιακού οικονομολόγου με το χαρισματικό προφίλ ενός επαναστατικού ηγέτη. Επιπλέον κατά την περίοδο 1989-92, στην οποία πολλοί θεώρησαν ότι συντελέστηκε ένα μεταμοντέρνο πραξικόπημα, ενδυναμώθηκε η συνοχή του κόμματος, η οποία είχε χαλαρώσει μετά τη μακρόχρονη παραμονή του στην εξουσία. Αυτό οδήγησε τελικά την υπονόμευση της αξιοπιστίας των πολιτικών του αντιπάλων. Μιλάμε για μια χώρα στην οποία η Αριστερά είχε περάσει τα πάνδεινα εξαιτίας των δεξιών βασιλοφρόνων. Ως εκ τούτου φαινόταν αδιανόητη η συνεργασία τού μέχρι πρότινος θύτη με το θύμα του. Στο κάτω κάτω, ο κόσμος δεν μπορούσε να ξεχάσει ότι η πρώτη κυβέρνηση του ΠΑ.ΣΟ.Κ. ήταν εκείνη που είχε αποκηρύξει τη ρητορική όλων των προηγούμενων κυβερνήσεων, οι οποίες αναφέρονταν στον εμφύλιο πόλεμο ως πόλεμο εναντίον τρομοκρατών και ληστοσυμμοριτών. Επιπλέον, το ΠΑ.ΣΟ.Κ. ήταν εκείνο που αποκατέστησε και θεσμικά τους αντιστασιακούς που ανήκαν στο Κομμουνιστικό Κόμμα.

Ο Ανδρέας Παπανδρέου είχε καταφέρει όμως πολύ περισσότερα. Είχε δώσει φωνή σε ένα μεγάλο κομμάτι της ελληνικής κοινωνίας, το οποίο αποτελούνταν κυρίως από τη μικρομεσαία αστική τάξη και την αγροτιά. Το κομμάτι αυτό της κοινωνίας, πέρα από την ελευθερία της πλήρους άσκησης των πολιτικών του δικαιωμάτων (τα οποία είχε αναγνωρίσει προηγουμένως η κυβέρνηση Καραμανλή), απολάμβανε πλέον το αίσθημα πως εκείνο αποφασίζει για την τύχη της χώρας. Απολάμβανε επίσης υψηλότερους μισθούς, καλύτερης ποιότητας ασφάλιση και εκπαίδευση, και ένα πρωτοφανές για τα ελληνικά δεδομένα σύστημα πρόνοιας (το οποίο η παρούσα κυβέρνηση κατεδαφίζει υπό τις πιέσεις της τρόικας). Όλα αυτά επενδύονταν από μια αντιιμπεριαλιστική και εθνικιστική ρητορική, που έκανε τον Παπανδρέου να φαντάζει ήρωας στα μάτια των ψηφοφόρων του. Η Ελλάδα βεβαίως ουδέποτε αποχώρησε από το Ν.Α.Τ.Ο. και από την Ευρωπαϊκή Κοινότητα (πρόδρομο της Ευρωπαϊκής Ένωσης), όπως απειλούσε ο Παπανδρέου. Τα παραπάνω θα μπορούσαν να λειτουργήσουν ενδεικτικά ως προς το πώς λειτουργεί ένα επιτυχημένο εγχείρημα κοινωνικού μετασχηματισμού. Με άλλα λόγια, εκείνοι που ψήφισαν τον Παπανδρέου το 1989, το σκληροπυρηνικό 40%, δεν προσέβλεπαν σε μια καλύτερη Ελλάδα όπως εκείνοι του 48% του 1981. Αυτό το 40% αποτελούνταν κυρίως από ανθρώπους που δεν ήθελαν να χάσουν τα, πολύτιμα για εκείνους, δικαιώματα που είχαν κερδίσει χάρη στις αλλαγές που είχε φέρει το ΠΑ.ΣΟ.Κ. τα προηγούμενα οκτώ χρόνια. Επιπλέον η ιδεολογία τους είχε διαμορφωθεί από τη ρητορική και την ηγεμονική γλώσσα των πολιτικών αυτών εκπροσώπων, που τους έμοιαζαν τόσο πολύ και που, σε αντίθεση με τον κύκλο των ιστορικών στελεχών-συνεργατών του Παπανδρέου και τον ίδιο, είχαν αναδειχτεί ακριβώς χάρη στην εμπνευσμένη διακυβέρνηση του τελευταίου.

Η ιστορία του A.K.P. και του πιο πρόσφατου θριάμβου του φέρει πολλά κοινά χαρακτηριστικά. Παρά το γεγονός ότι το κόμμα αυτό ήρθε στην εξουσία λαμβάνοντας ένα ταπεινό 33% των ψήφων του τουρκικού λαού, κέρδισε τις προηγούμενες βουλευτικές εκλογές του 2011 με ποσοστό 50%, ενώ τα ποσοστά του κυμάνθηκαν στα ίδια επίπεδα και στις πρόσφατες αυτοδιοικητικές εκλογές. Το ερώτημα που πρέπει να θέσει κανείς είναι γιατί, παρά τη βίαιη καταστολή των διαδηλώσεων στο Πάρκο Γκεζί, τις κατηγορίες περί διαφθοράς, την απαγόρευση της χρήσης κοινωνικών δικτύων και την ανεύθυνη πολιτική της χώρας απέναντι στη Συρία, τα ποσοστά του Ερντογάν παραμένουν τόσο υψηλά. Θεωρώ ότι αυτό που συμβαίνει στην Τουρκία τα τελευταία δώδεκα χρόνια αποτελεί ένα παράδειγμα εφαρμογής ενός επιτυχημένου μοντέλου κοινωνικού μετασχηματισμού, παρόμοιο με εκείνο που είχε υιοθετηθεί στην Ελλάδα δυόμισι δεκαετίες πριν. Ένας αρρενωπός πρωθυπουργός χρησιμοποιεί παλικαρίστικη ρητορική έναντι της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του Ισραήλ και εμπνέει το πληγωμένο εθνικό συναίσθημα ενός μεγάλου τμήματος του τουρκικού λαού. Δεν έχει σημασία το ότι τελικά, στην πραγματικότητα, η Τουρκία θα διατηρήσει καλές σχέσεις τόσο με την Ευρωπαϊκή Ένωση όσο και με το Ισραήλ.

Παρ’ όλα αυτά, δεν ευθύνεται μόνο ο λαϊκισμός και η συναισθηματική χειραγώγηση για την παραμονή του A.K.P. στην εξουσία. Η Τουρκία έχει γίνει μια πολύ πλουσιότερη χώρα και παρότι αυτός ο νέος πλούτος δεν είναι ισοκατανεμημένος, υπάρχει πολύς κόσμος που έχει πλουτίσει και ακόμα περισσότερος που ελπίζει σε πλουτισμό. Έχει αναδυθεί μια νέα μεσαία τάξη. Για πρώτη φορά έχει γίνει υποχρεωτική η κοινωνική ασφάλιση και έχει δημιουργηθεί ένα αποτελεσματικό σύστημα υγείας, στο οποίο όλοι έχουν πρόσβαση. Αυτά τα εκατομμύρια ανθρώπων που ήταν αποκλεισμένα από τον δημόσιο τομέα και δεν τους επιτρέπονταν ούτε καν η πρόσβαση στην εκπαίδευση εξαιτίας της χρήσης της ισλαμικής μαντίλας που τους επέβαλλε η πίστη τους, ανέκτησαν την αξιοπρέπειά τους. Μια αφίσα του A.K.P. στις προηγούμενες εκλογές παρουσίαζε μια καλυμμένη γυναίκα και έφερε το σύνθημα: «Μη δίνετε βάση στα λόγια, δώστε βάση στις πράξεις». Πράγματι, όπως αποδείχτηκε, παρά τη διαρροή των ηχογραφήσεων, η αντίδραση των ψηφοφόρων του A.K.P., όσον αφορά τη μεγάλης έκτασης κυβερνητική διαφθορά και την προσωπική επέμβαση του πρωθυπουργού στον τύπο, συνοψίζεται στη λογική του: «Δεν με νοιάζει, αρκεί να επωφελούμαστε και εμείς». Στο άλλο άκρο του πολιτικού φάσματος, το C.H.P., το Ρεπουμπλικανικό Λαϊκό Κόμμα, και το M.H.P., το Κόμμα του Εθνικιστικού Κινήματος, παρά το ιδεολογικό χάος και την παράδοση των βίαιων αντιπαραθέσεων μεταξύ των Ακροδεξιάς και της Ακροαριστεράς της δεκαετίας του ’70 που τα χωρίζουν, έχουν έρθει πιο κοντά από ποτέ, σε σημείο που ο ηγέτης του C.H.P. Κεμάλ Κιλιτσντάρογλου απευθυνόμενος στους ψηφοφόρους του χρησιμοποίησε τον χαιρετισμό των Γκρίζων Λύκων, των δυνάμεων κρούσης που πρόσκεινται στο M.H.P,, ενώ ο Ντεβλέτ Μπαχτσελί, ηγέτης του M.H.P., σε αντίστοιχη περίσταση χαιρέτισε τον κόσμο κάνοντας το σήμα της νίκης, χειρονομία που παραδοσιακά χρησιμοποιείται από την Αριστερά. Πολλοί βρήκαν αυτή την καιροσκοπική σύγκλιση αποκρουστική.

Η δημοκρατία έχει κι αυτή τους κανόνες της. Μπορεί να μετατραπεί σε εφιάλτη για εκείνους που δεν έχουν πρόσβαση στον πλούτο και τη δύναμη. Στο τέλος όμως, η πλειοψηφία είναι εκείνη που αποφασίζει. Την Κυριακή πήγαμε στο εκλογικό κέντρο όπου ψηφίζει η σύζυγός μου. Το θέαμα ήταν εντυπωσιακό. Καθώς εγώ προσωπικά δεν έχω το δικαίωμα ψήφου, πέρασα είκοσι λεπτά παρατηρώντας τους ανθρώπους γύρω μου. Είδα μια γυναίκα που φορούσε μια ακριβή μαντίλα της εγχώριας μάρκας Armanda, ένα πολύ κομψό φόρεμα και ψηλά τακούνια, να μοιράζει ψηφοδέλτια μαζί με τους τοπικούς υποψηφίους του A.K.P. Είδα δύο γυναίκες από την πολυκατοικία μας, μητέρα και κόρη, που φορούσαν μπλουζάκια της Φενέρμπαχτσε, η οποία έχει αναδειχθεί σε ποδοσφαιρική ομάδα-σύμβολο της αντίστασης εναντίον της κυβέρνησης εξαιτίας της πρόσφατης φυλάκισης του προέδρου της. Παρατήρησα πολλούς και τόσο διαφορετικούς ανθρώπους και μπήκα στον πειρασμό να μαντέψω την ψήφο τους βασιζόμενος στις μαντίλες, τα μουστάκια, την κομψότητά τους κτλ. Συνειδητοποίησα ότι κάτι τέτοιο θα ήταν άσκοπο μόλις είδα τον κύριο που μαζεύει τα σκουπίδια στην πολυκατοικία μας να καταφτάνει στο εκλογικό κέντρο, καλοντυμένος και με ένα πλατύ χαμόγελο στο πρόσωπό του. Δεν θα μάθω ποτέ ποιον ψήφισε. Το χαμόγελό του ήταν αρκετό για να με κάνει να ελπίζω πως, παρότι δεν μοιράζομαι τη χαρά τους, υπάρχουν άνθρωποι που βλέπουν τα όνειρά τους, όποια κι αν είναι αυτά, να πραγματοποιούνται. Κι ενώ η Τουρκία διανύει μια τόσο σκοτεινή περίοδο, είναι καλό να ξέρει κανείς ότι υπάρχουν και χαρούμενοι άνθρωποι σε αυτή τη χώρα.

Στην Ελλάδα, το ΠΑ.ΣΟ.Κ. κατάφερε να διατηρήσει την ισχύ του για μια ακόμα δεκαετία, έως το 2004. Αυτό ωστόσο κατέστη δυνατό μονάχα μετά την παραίτηση του ιδρυτή-ηγέτη του για λόγους υγείας και την αντικατάστασή του στην εξουσία από ηγέτες, οι οποίοι ακολούθησαν μια λιγότερο λαϊκιστική και περισσότερο μεταρρυθμιστική πολιτική. Τελικά χρειάστηκε μια μεγάλη οικονομική κρίση και ένας λιγότερο ικανός και αμφιλεγόμενος Παπανδρέου, ο υιός του Ανδρέα, για να οδηγηθεί το κόμμα στην κατάρρευση. Αυτό που μένει να δούμε είναι το αν η προσωρινή σωτηρία του Ερντογάν, πρόκειται –μακροπρόθεσμα– να ωφελήσει το κόμμα του και τη χώρα του, σε μια χρονική στιγμή που το ενδεχόμενο μιας οικονομικής κρίσης διαφαίνεται στον ορίζοντα.

 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΤΟ ΑΓΓΛΙΚΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΕΔΩ

files/chronosmag/themes/theme_one/faviconXronos.png

 

 

  ΧΡΟΝΟΣ 12 (04.2014)