«λαθρομετανάστευση» όπως ποτοαπαγόρευση;

 

Μυρσίνη Ζορμπά

Πολιτικό σχόλιο, 16/8/2015

 

Είναι σε όλους γνωστή η αποτυχημένη κατάληξη της ποτοαπαγόρευσης, που το μόνο που κατάφερε ήταν να πλουτίσουν τα παράνομα κυκλώματα. Φοβάμαι πως το ίδιο θα συμβεί στις μέρες μας με τη «λαθρομετανάστευση» και την ευρωπαϊκή πολιτική απαγόρευσης που επιβλήθηκε ως τώρα. Οι ροές προσφύγων και μεταναστών συνεχίζονται εκρηκτικές κι αυτό το καλοκαίρι. Όσοι περνούν με σαπιοκάραβα τη Μεσόγειο, υπολογίζονται σε πάνω από διακόσιες χιλιάδες τους τελευταίους μήνες, με προορισμό μόνο την Ελλάδα και την Ιταλία, χωρίς να υπολογίζονται οι αφίξεις σε άλλες χώρες. Δύο χιλιάδες είναι μόνο ο τραγικός απολογισμός όσων πνίγηκαν. Σμήνος χαρακτήρισε τους μετανάστες ο Κάμερον, για να τ’ ακούσει από την αντιπολίτευση, που του επισήμανε ότι οι άνθρωποι δεν είναι έντομα. Την απογοήτευσή του για την απόρριψη του προγράμματος καταμερισμού των προσφύγων διατύπωσε ο Γιούνκερ, ενώ χαρακτήρισε λαϊκιστικά τα περί επιστροφής στις πατρίδες τους, που διατυπώνονται από ορισμένες ευρωπαϊκές κυβερνήσεις.

Στο μεταξύ, με δεδομένη την ευρωπαϊκή πολιτική αμφιθυμία, μερικά εκατομμύρια άνθρωποι εν αναμονή ζουν στους προσφυγικούς καταυλισμούς της Ιορδανίας και της Τουρκίας. Ο κύκλος εργασιών των διακινητών από το Αφγανιστάν ως τη Μεσόγειο και τα Βαλκάνια, κι από τις Αφρικανικές χώρες αντιστοίχως, ξεπερνάει κατά ορισμένους υπολογισμούς το ένα δισ. ευρώ. Ανθρώπινα δικαιώματα και ελευθερίες καταπατούνται από όλες τις πλευρές και με πολλούς τρόπους, ενώ πάει να επιβληθεί ένα ιδιότυπο Απαρντχάιντ. Η ιδέα των στρατοπέδων συγκέντρωσης νομιμοποιείται στη συνείδηση του ευρωπαίου πολίτη ενώ, παράλληλα, ζεσταίνει την καρδιά του κτήνους που φαντασιώνεται μια κοινωνία αποκαθαρμένη και αυταρχική. 

Το ευρωπαϊκό όραμα καταρρέει πολιτικά, καθώς στη διάψευση της ισότητας και της αλληλεγγύης, προστίθεται τώρα η διάψευση της ελευθερίας. Φράχτες, ειδικοί εξοπλισμοί, ένας ευρωπαϊκός μηχανισμός με κονδύλια εκατομμυρίων για τη φύλαξη των συνόρων και την απώθηση των εισβολέων, που δεν είναι παρά γυναικόπαιδα. Οικογένειες Σύριων που ξέφυγαν από τα δεινά του πρόσφατου πολέμου, Αφγανών που εξοικονομούν συνήθως το ταξίδι μετά από τρία τέσσερα χρόνια μαύρης εργασίας στο Ιράν, Ιρακινοί, Σομαλοί, Νιγηριανοί, Σουδανοί που χρεώνονται ως το λαιμό αυτοί κι οι οικογένειές τους για μια θέση στη ριψοκίνδυνη περιπέτεια. Η ροή προσφύγων και μεταναστών στην οποία συγκλίνουν πόλεμοι, εμφύλιοι, δικτατορίες, λειψυδρία και απελπιστική φτώχεια έχει τη δική της γεωγραφία, την πολιτική και πολιτισμική γραμματική, καθώς και την υποτιμημένη αλλά σημαντική κοινωνική διαστρωμάτωση, όπως το δέλτα του ποταμού που συγκεντρώνει την ύλη πολλών παραπόταμων. Όσο πιο γρήγορα μάθουμε να διαβάζουμε αυτή τη νέα παγκόσμια γραμματική τόσο καλύτερη διαχείριση θα μπορούμε να κάνουμε ως κράτος και ως κοινωνία. Καθώς το ποτάμι φουσκώνει ορμητικά, απαιτείται να το κατανοήσουμε καλύτερα και να το διαχειριστούμε πιο υπεύθυνα. Ο ηθικός πανικός, η πολιτική υποκρισία αλλά και η αυτάρεσκη και επιλεκτική φιλανθρωπία δεν είναι οι αποτελεσματικότεροι τρόποι. Χρειάζεται σχεδιασμός και κανόνες διαχείρισης, συνέπεια εφαρμογής και έλεγχος. 

Το Επιχειρησιακό σχέδιο της κυβέρνησης με την προσπάθεια αποφόρτισης των νησιών, την ενίσχυση των υποδομών πρώτης υποδοχής και των διαδικασιών ταυτοποίησης, τη μετακίνηση των προσφύγων προς την ηπειρωτική χώρα και τα ειδικά δρομολόγια πλοίων είναι στοιχειωδώς αναγκαίο αλλά όχι επαρκές, αρκετά καθυστερημένο και μένει να κριθεί στην εφαρμογή. Τα ανοιχτά κέντρα φιλοξενίας στις περιφέρειες και η Ειδική Διαχειριστική Αρχή αποτελούν πρώτη προτεραιότητα στο άμεσο μέλλον, για να μην δούμε να πολλαπλασιάζονται σκηνές όπως αυτές στην Κω και τα ΜΑΤ να γενικεύουν τη δράση τους, καλλιεργώντας το έδαφος για τη ΧΑ. 

Πρέπει να σκεφτούμε ότι η παγκοσμιοποίηση οδήγησε πολλούς ανθρώπους στην Ασία και την Αφρική να προσβλέπουν, διορατικοί ή παραπλανημένοι, σε μια καλύτερη ζωή στην Ευρώπη. Έβρος, Αμυγδαλέζα, Ομόνοια, πλατεία Βικτωρίας, Π. Άρεως, Ελαιώνας, Γευγελή, Ειδομένη, Μυτιλήνη, Κως, Καλαί, Λαμπεντούσα, πάρκο Βελιγραδίου, φράχτης Βουλγαρίας, φράχτης της Ουγγαρίας προς τη Σερβία είναι τα νέα ευρωπαϊκά τοπόσημα αυτής της διαδρομής. Οι πληροφορίες για τη γη της επαγγελίας φτάνουν όχι μόνο από την τηλεόραση αλλά και από τα κινητά των συμπατριωτών τους που προηγήθηκαν. Τα αναπτυξιακά προγράμματα για τον Τρίτο κόσμο που έμειναν επί δεκαετίες μόνο λόγια και η μεταποικιακή συνθήκη εξάρτησης βοήθησαν σε μια διαρκή τάση φυγής που εντείνεται τα τελευταία χρόνια κι από άλλους παράγοντες. 

Κάθε φορά που ρωτάω φίλους πρόσφυγες και μετανάστες, στις ώρες της μεγάλης απελπισίας τους, αν θα επιχειρούσαν ξανά το ταξίδι γνωρίζοντας όσα έπαθαν και έμαθαν στη διάρκειά του, η απάντηση είναι πάντοτε θετική και συνοδεύεται από ένα χαμόγελο ελπίδας. Η στιγμή του αναστοχασμού τους επαναβεβαιώνει χωρίς εξαίρεση την απόφασή τους. Άντρες που ζουν και στέλνουν λεφτά πίσω στην οικογένειά τους δουλεύοντας στις επικίνδυνες δουλειές με είκοσι ευρώ ή με πέντε μεροκάματα το μήνα, έγκυες και μανάδες με μωρά που αναζητούν εναγωνίως το γάλα της επόμενης ημέρας, οικογενειάρχες που οργώνουν την πόλη για να κερδίσουν δέκα ευρώ από τη συλλογή σιδερικών και εξοικονομούν απ’ αυτά για να συνεχίσουν το ταξίδι, ανήλικοι ασυνόδευτοι αιτούντες άσυλο που έφυγαν μόνοι από την οικογένειά τους στα 12 ή τα 14 χρόνια τους, όλοι μα όλοι θα ξανάκαναν το ταξίδι. Αυτό με οδηγεί στη διαπίστωση ότι οι ροές δεν θα σταματήσουν, το αντίθετο. Η Ευρώπη θα συνεχίσει να λάμπει στα μάτια τους ενώ τα εμπόδια που θα ορθώνονται μπροστά τους θα είναι απλώς η πρόκληση που έχουν να υπερβούν. 

Αυτή η διαπίστωση θέτει ως πρωταρχικό το πολιτικό πρόβλημα της διαχείρισης των ροών. Τι μπορούμε να κάνουμε καταρχάς γι’ αυτούς τους ανθρώπους αλλά, κυρίως, τι μπορούμε να κάνουμε μαζί τους; Τι μπορούν και είναι διατεθειμένοι να κάνουν οι ίδιοι; Τι σημαίνει η διαβίωση, η εκπαίδευση και η ένταξή τους; Αν ξεφύγουμε από την ενόχληση, την αποστροφή, την ξενοφοβία αλλά, επίσης, από την συμπαθητική εφήμερη φιλανθρωπία του συσσιτίου και του μεταχειρισμένου ρούχου, τίθεται το σοβαρό ερώτημα: πώς μπορούμε ως κράτος και κοινωνία πολιτών να περάσουμε σε μια πραγματιστική αλληλεγγύη και να διαχειριστούμε όχι γι’ αυτούς αλλά μαζί τους το «μαζί» που μας επιφυλάσσει το μέλλον; Σκέφτομαι συχνά τους Αλβανούς μετανάστες της πρώτης εποχής και την ενσωμάτωση που οδήγησε σε σημαντικούς συντελεστές οικονομικής ανάπτυξης και δημογραφικής ανανέωσης. Χαίρεσαι να βλέπεις και να ακούς σήμερα τους νεαρούς και τις νεαρές Αλβανικής καταγωγής, αυτή τη δεύτερη γενιά, που οι γονείς τους άλλαζαν όνομα κι έκρυβαν την καταγωγή τους, να σπουδάζουν και να προκόβουν με τη δυνατή θέληση και επιμονή που τους διακρίνει. Μετά τις πρώτες δυσκολίες προσαρμογής, χάρη σ’ αυτούς οι σχολικές τάξεις που φυλλορροούσαν απόκτησαν έναν ζωηρό και φιλομαθή πληθυσμό μαθητών ανανεώνοντας τη γερασμένη κοινότητα. Είναι ένα παράδειγμα για το πώς μπορεί να εξελιχθεί μια δύσκολη κατάσταση σε κοινωνικό όφελος και αναζωογόνηση. 

Στη συγκεκριμένη συγκυρία, ωστόσο, η πλειονότητα των προσφύγων και μεταναστών, δεν θέλει να παραμείνει στη χώρα μας. Η κρίση, η ανεργία, η κατάρρευση του κράτους πρόνοιας αλλά και οι ίδιες οι προσδοκίες τους δεν καλύπτουν όσα οι πληθυσμοί αυτοί επιζητούν. Οι ροές αυτές είναι κυρίως transit και αναζητούν απεγνωσμένα τον τρόπο να συνεχίσουν το ταξίδι τους προς Βορρά. Η χώρα μας αντιπροσωπεύει στα μάτια τους την αναγκαστική δίοδο αλλά και τον κίνδυνο του εγκλωβισμού, από λόγους ανάγκης ή ατυχίας, ενώ ο στόχος τους για εγκατάσταση είναι η κεντρική και βόρεια Ευρώπη. Το γενναιόδωρο Νορβηγικό Fund και τα EEA Grants που διαχειρίστηκε το Ίδρυμα Μποδοσάκη τα τελευταία δύο χρόνια είχαν ως στόχο την παρέμβαση των ελληνικών ΜΚΟ προκειμένου να ανακουφίσουν και να καταστήσουν πιο υποστηρικτική τη χώρα στους προσφυγικούς και μεταναστευτικούς πληθυσμούς, ώστε κατά το δυνατόν να αποθαρρυνθεί η συνέχιση του ταξιδιού.

Όμως τα πράγματα δεν λειτούργησαν όπως θα ήθελαν οι κεντρικοί και βορειοευρωπαϊκοί υπολογισμοί. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, Η Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες, ο Διεθνής Οργανισμός Μετανάστευσης μαζί με τις κυβερνήσεις αποδείχθηκαν, ανεξαρτήτως προθέσεων, ανεπαρκείς στη διαχείριση του προβλήματος. Το Δουβλίνο ΙΙ και ο σιδερένιος κανόνας της χώρας πρώτης αίτησης ασύλου αμφισβητήθηκαν όχι μόνο από τον όγκο των αριθμών, από την κρατική ανεπάρκεια και τη μικροπολιτική αλλά και από τις αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου. Όσον αφορά τη χώρα μας, οι φυλακίσεις, οι επαναπροωθήσεις, οι αθλιότητες και οι ταπεινώσεις της υπηρεσίας ασύλου στην Π. Ράλλη, ο Ξένιος Δίας του κ. Δένδια, η ισλαμοφοβική ρητορική, το ρατσιστικό μίσος και οι επιθέσεις της ΧΑ, δεν στάθηκαν ικανά να ανακόψουν το κύμα που απλώνεται τώρα αποφασιστικά προς Βορρά. 

Μια Ευρώπη πεντακοσίων εκατομμυρίων κατοίκων, με το πρόβλημα της υπογεννητικότητας να αποσταθεροποιεί το μέλλον της, είναι τόσο ιδεολογικά συντηρητική και τόσο πολιτικά αρτηριοσκληρωμένη, ώστε να μην μπορεί να σχεδιάσει την ενσωμάτωση μερικών εκατοντάδων χιλιάδων προσφύγων και μεταναστών; Οι ευρωπαϊκές πολιτικές ηγεσίες βρίσκονται μπροστά στην πρόκληση είτε να σχεδιάσουν παραγωγικά το μέλλον με τα υλικά που διαθέτουν ή, διαφορετικά, να αποδυθούν στη χίμαιρα των σφραγισμένων συνόρων. Για την τελική έκβαση, δεν έχουμε παρά να θυμηθούμε την πανωλεθρία της ποτοαπαγόρευσης, που όχι μόνο δεν έλυσε αλλά διόγκωσε το πρόβλημα. Αυτή τη φορά όμως δεν πρόκειται για το ιδεολόγημα του αλκοόλ αλλά για τις αξίες του ευρωπαϊκού πολιτισμού και του Διαφωτισμού, της αλληλεγγύης και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων που βρίσκονται υπό διακινδύνευση. Κι αυτό δεν αφορά τους πρόσφυγες και μετανάστες μόνο αλλά κάθε ευρωπαίο πολίτη.

files/chronosmag/themes/theme_one/faviconXronos.png

  ΧΡΟΝΟΣ 28 (08.2015)