o Κοσμάς Πολίτης όπως τον θυμάμαι

 

 

Ιώ Μαρμαρινού

 

Τον Κοσμά Πολίτη, ψευδώνυμο του Πάρι Παβελούδη, τον γνώρισα όταν είχε, ήδη, αποσυρθεί από τη ζωή, είχε ξεμπερδέψει με τον απολογισμό του εαυτού του και είχε απορρίψει αξίες που κάποτε ήταν τρόπος ζωής για εκείνον, κρατώντας, μόνο, όσα ο ίδιος θεωρούσε ότι είχαν κάποια ουσία και σβήνοντας όλα τα άλλα με μια μονοκοντυλιά. Τον γνώρισα όταν ήταν μεγάλος πια, αδυνατώ να πω τη λέξη ηλικιωμένος γι’ αυτόν, δεν του ταίριαζε, ούτε και τη δεχόταν άλλωστε.

Εκείνη την εποχή δούλευα στην αμερικανική βιβλιοθήκη και επρόκειτο να εκδώσουμε στα ελληνικά τον Αμερικανό συγγραφέα Χένρυ Τζέημς. Ποιος καταλληλότερος από τον Κοσμά Πολίτη, που είχε, ήδη, μεταφράσει εξαίρετα Τα χαρτιά του Άσπερν για τον Ταχυδρόμο; Τον ειδοποίησα μέσω του Ταχυδρόμου, λοιπόν, και ένα μεσημέρι κατέφθασε στο γραφείο μου γελαστός και πολύ άνετος. Τον αντιμετώπισα με δέος. Στο σχολείο είχε μεγάλη πέραση η Γενιά του Τριάντα. Διαβάζαμε με πάθος Παπαδιαμάντη και Καζαντζάκη και από κοντά ο Κοσμάς Πολίτης με το Λεμονοδάσος και την Ερόικα, ο Βενέζης, με τη Γαλήνη και το Νούμερο 31328, ο Καραγάτσης με τη Μεγάλη Χίμαιρα και τον Συνταγμάταρχη Λιάπκιν. Υπήρχε μεγάλη προσφορά διαβάσματος κι όσοι πιστοί προσέλθετε. Και οι πιστοί –μαθητές και μαθήτριες– δεν ήταν λίγοι τότε.

Ήρθε, λοιπόν, εκείνος να με βρει, με το καφέ παντελόνι και το, αιώνια, μπεζ πουκάμισο με τα μακριά μανίκια ανασηκωμένα ώς τους αγκώνες, κι αμέσως μετά τα τυπικά βιάστηκε να ρωτήσει «πόσο πληρώνεται η μετάφραση τη σελίδα» και τον τρόπο πληρωμής. Αφού ικανοποιήθηκε από την απάντηση, τότε, μόνο, αποφάσισε να καθίσει. Ενδιαφέρθηκε, ευγενικά, για τη δουλειά μου κι όλο ανακάλυπτε θέματα για να κρατάει ζωντανή τη συζήτηση. Ειρωνευόταν τα πάντα και, προπάντων, τον εαυτό του. Μιλούσε τραβώντας λίγο τις λέξεις κι έσταζε ολόκληρος αρχοντιά και μεγαλείο.

Ο Κοσμάς Πολίτης ήταν άνθρωπος που μαγνήτιζε τον συνομιλητή του. Όταν σου μιλούσε για νερό, διψούσες, για φαγητό, πεινούσες, για τα παλιά, νοσταλγούσες. Κι όταν ήταν στα κέφια του, μιλούσε, μιλούσε, συνέχεια. Καμία περίπτωση να πλήξεις μαζί του. Σνομπ από τα γεννοφάσκια του, συχνά αντιμετώπιζε τον άλλον με κάποια ειρωνεία και το γλεντούσε όταν τον έφερνε σε δύσκολη θέση.

Έτσι έγινε και τούτη τη φορά. «Ε όχι και καφέ τέτοια ώρα! Τι ιδέα! Ο καφές είναι μόνο για το πρωί, ή έστω και το απόγευμα», μ’ έβαλε στη θέση μου. Το μεσημέρι είναι ώρα του ούζου κι είχε αργήσει κιόλας. Τον περίμεναν φίλοι του στου «Απότσου». Έφυγε, αφού με κάλεσε να φάμε μαζί κάποιο μεσημέρι, την επόμενη εβδομάδα, «για να με γνωρίσει» κι η γυναίκα του.

Εκείνη μας περίμενε στο ρεστοράν του «Βασίλη», στη Βουκουρεστίου τότε. Μόλις την αντίκρισα, κατάλαβα γιατί ο Κοσμάς Πολίτης είχε μεταφράσει, με τόση συνέπεια, Τα χαρτιά του Άσπερν. Η Κλάρα ήταν ολόιδια η ηρωίδα του Τζέημς. Το προφίλ της μου θύμισε «καμέο», οι κινήσεις της αργές, κομψές, αλλά με νεύρο, τα δάχτυλά της δάχτυλα πιανίστας. Έτρωγε πολύ αργά και δεν έπινε παρά νερό. Κι όλα αυτά σε αντίθεση με τη βαριά φωνή της. Ο Κοσμάς Πολίτης, πάλι, έτρωγε γρήγορα χωρίς να μιλάει, λες και βιαζόταν να ξεμπερδέψει με το φαγητό του κι ας ήταν το φαγητό μεγάλη απόλαυση για εκείνον· κι έπινε και ξαναέπινε κρασί. Ένιωθα σαν το ψαράκι στο νερό κοντά τους. Έτσι άρχισε μια μεγάλη φιλία που κράτησε δέκα ολόκληρα χρόνια.

Ο θάνατος της κόρης τους Φοίβης-Κνούλης, το 1942 στη γερμανική κατοχή, ήταν βαρύ πλήγμα για εκείνους. Η Κλάρα πέθανε το πρωί της 21ης Απριλίου του 1967, όταν έγινε το πραξικόπημα των συνταγματαρχών. Τότε συνέλαβαν (από τη χωροφυλακή του Ψυχικού) τον Κοσμά Πολίτη γιατί, παλιά, είχε βάλει υποψηφιότητα για βουλευτής της Ε.Δ.Α., στην Πάτρα. Τον άφησαν ελεύθερο έπειτα από αρκετές ημέρες χάρη στη μεσολάβηση της Τατιάνας Μιλλιέξ.

Ο θάνατος της Κλάρας υπήρξε καταλυτικός για τον Κοσμά Πολίτη. Άρχισε να παίρνει την κάτω βόλτα. Παρασύρθηκε σε άλλες σκέψεις. Δεν τον ενδιέφεραν πια «κάτι τέτοια». Τώρα ήταν οι αναμνήσεις που αιωρούνταν στους άδειους, από την απουσία των σωμάτων, χώρους του σπιτιού, που τρύπωναν στις σκοτεινές, κλειστές κάμαρες, με τα βαριά, βυθισμένα στη σιωπή τους έπιπλα και χώνονταν παντού: στις νταντελένιες κουρτίνες, στη σκαλιστή κασέλα, στα ολοκέντητα μαξιλαράκια, στις μικροσκοπικές Ταναγραίες, στα ασημένια καντηλέρια, στο μπρούντζινο μανουάλι, στη βιτρίνα με τα κρύσταλλα και το φίνο κινέζικο σερβίτσιο του τσαγιού, στ’ ασημικά και στα χρυσά πιρούνια, στα στολίδια του σπιτιού που είχαν ξεμείνει, και γίνονταν ένα με τις αναμνήσεις από τα παιδικάτα του στη Σμύρνη κι εξουσίαζαν τους χώρους. Ήταν τα όνειρα που άρχισαν να έρχονται, επίμονα κάθε νύχτα, ήταν τα ρούχα της Κλάρας κρεμασμένα στην ντουλάπα, που έκαναν πιο οδυνηρή την απουσία της, κι ήταν ακόμα οι τύψεις πέρα από κάθε λογική κι η συνεχής προσπάθεια να μην προκαλέσει τον οίκτο, να μην τον λυπηθούν. Κι ίσως αυτή η προσπάθεια να ήταν η αιτία που κατάφερε, και πάλι, να επιβιώσει και να κρατηθεί στη ζωή. Είχε περιορίσει τις ανάγκες και τις απολαύσεις του, «φευ», στο ελάχιστο κι άρχισε να αδειάζει το σπίτι από τα αντικείμενά του, πουλώντας ή χαρίζοντάς τα από δω κι από κει. Κι όσα δεν έδωσε ο ίδιος, του τα κλέψανε και γελούσε κάθε φορά που το διαπίστωνε. Κι αρπάχτηκε από τις μεταφράσεις για να γεμίσει τις ατέλειωτες ώρες τις μοναξιάς και της θλίψης του.

Όσο ζούσε η Κλάρα, «υπήρχε» παντού. Ψηλή, λεπτή, αθόρυβη, με το μακρύ μαύρο φόρεμα, τις κομψές, αργές, αλλά με νεύρο κινήσεις, τα γερμανικά περιοδικά με σταυρόλεξα και ζώδια, τους Γερμανούς κλασικούς, παλιές εκδόσεις της Λιψίας σε γοτθική γραφή, το κατάλευκο μαντιλάκι που έβγαζε από το μακρύ μανίκι της και το ’φερνε στο πρόσωπό της, το άρωμα από βιολέτες της Πάρμας, τη σαμπάνια Βεβ Κλικό ροζέ, την υπηρεσία με το άσπρο μπονέ και την ποδίτσα, τη νοσταλγία για το πατρικό σπίτι και τους φίλους των νεανικών χρόνων: τις κόρες του κάιζερ με τις οποίες κάνανε μαζί ιππασία, τον Γκούσταβ Μάλερ και την αλληλογραφία της μαζί του, που φύλαγε σ’ ένα κουτί στην κάμαρά της, τα κολλαριστά, χιονάτα τραπεζομάντιλα, την καθολική εκκλησία όπου πήγαινε και κοινωνούσε, τα ζώα, που τ’ αγαπούσε και τα φρόντιζε, τις λιχουδιές, που έφτιαχνε μόνη της, τη Σμύρνη και το παράσημο που της έδωσε ο σουλτάνος, το αυτοκίνητό της το Ιροντέλ, από τα πρώτα αυτοκίνητα στην Αθήνα, τον αβάσταχτο πόνο για τον χαμό της Κνούλης, μα πάνω απ’ όλα, τη φροντίδα και την αφοσίωσή της σε «εκείνον», όπως τον έλεγε· όλα αυτά συνέθεταν την Κλάρα, που ανήκε σε μια άλλη εποχή και είχε βάλει ανεξίτηλη τη σφραγίδα της πάνω στον Κοσμά Πολίτη.

Μια άλλη γυναίκα που είχε επηρεάσει βαθιά τον Κοσμά Πολίτη και διαμόρφωσε τον χαρακτήρα του, ήθελε δεν ήθελε εκείνος, ήταν η αδερφή του η Μαρί, δεκαοχτώ χρόνια μεγαλύτερή του, που τον «ανέλαβε» όταν πέθανε η μάνα. Υπεροπτική, δυναμική, γεμάτη καλλιτεχνικές ευαισθησίες, η Μαρί έγραφε παραμύθια κι έπαιζε εξαίρετα πιάνο. Αφοσιώθηκε σε εκείνον. Δεν παντρεύτηκε και τον φρόντιζε «με μια βασανιστική αγάπη λες και ήταν μίσος», που τον ταλαιπωρούσε αφάνταστα. Το παιδί αντέδρασε έμπρακτα. Το ’σκαγε απ’ το σπίτι για να πάει να παίξει στις λαϊκές γειτονιές, παράτησε το σχολείο στη μέση κι αργότερα παντρεύτηκε την Κλάρα Κρέσπη, Αυστροουγγαρέζα αριστοκράτισσα με μεγάλη καλλιέργεια. Τι είχε να αντιλέξει η αδερφή του σ’ αυτόν τον γάμο; Σίγουρα ο Κοσμάς Πολίτης την Κλάρα την ερωτεύτηκε, αλλά και σίγουρα τη Μαρί την υπολόγιζε.

Ο Κοσμάς Πολίτης ήταν συχνά ανεξιχνίαστος. Ιδιόρρυθμος από πεποίθηση, γεμάτος αντιθέσεις, άφηνε δύσκολα τους άλλους να τον πλησιάσουν, αλλά και τότε τους απέρριπτε εύκολα. Γι’ αυτόν, ίσως, τον λόγο, πολλά και αντιπαθητικά ειπώθηκαν για τον χαρακτήρα του. Έζησε μια ζωή που σήμερα θα φάνταζε μάλλον ρομαντική: τανγκό του Μπιάνκο, Μπαχ παιγμένος από κρινένια δάχτυλα καθώς ανάερες κουρτίνες αναδεύονταν στο φύσημα της αύρας, στεναγμοί, φιλιά, παιχνίδια στο φεγγαρόφωτο, Πάνες, Σάτυροι, όνειρα καλοκαιρινής νύχτας, και μια μπελ επόκ μακριά από τον Φράνσις και τη Ζέλντα Φιτζέραλντ, αλλά κοντά στη Μιστενγκέτ και τη Ζοζεφίνα Μπέικερ, μπεν μιξτ, το Νέο Φάληρο στις δόξες του, το Θηρίο της Κηφισιάς, ο Μιμίκος και η Μαίρη, η Λαίδη Λω κι ο Πυρρουνάκης, η Πολυδούρη κι ο Καρυωτάκης, ο απόηχος από το δράμα του Μάγιερλινγκ, η Κυρία με τας Καμελίας, λιγωμένα βιολιά, τσάρλεστον και φοξ τροτ, ο ομιλών κινηματογράφος, όλα αυτά ανακατωμένα με ευωδιές από αγιόκλημα, γαζία και γασεμί.

Γεμάτος ευαισθησίες, ο Κοσμάς Πολίτης γεύτηκε με όλες του τις αισθήσεις αυτό που του πρόσφερε η εποχή του. Μα στην έξοδό του από τη ζωή, τότε που τον γνώρισα, κράτησε, μόνο, εκείνα που ο ίδιος θεωρούσε ότι είχαν κάποια ουσία, σβήνοντας όλα τ’ άλλα με μια μονοκοντυλιά, όπως είπα και στην αρχή.

Σίγουρα ο Κοσμάς Πολίτης ήταν μια εμπνευσμένη προσωπικότητα, πολύπλευρη και πολυδιάστατη, με πάρα πολλές αντιφάσεις. Πάντα, όμως, ήταν ο Κοσμάς Πολίτης της Εκάτης. Ένας δανδής του πνεύματος.

files/chronosmag/themes/theme_one/faviconXronos.png

 

  ΧΡΟΝΟΣ 12 (04.2014)