pop art και Αριστερά καταπρόσωπο

 

 Οδεύουμε ολοταχώς προς έναν κόσμο ταυτοτήτων
όπου ο εαυτός μας δεν θα υπάρχει

 

Νικόλας Χρηστάκης

 

Κάτι γύρω μας κι εμείς οι ίδιοι: αυτή η συνάντηση συγκροτεί τον κόσμο, με τη μοναδικότητα που αυτό ενέχει για τον καθέναν, με ό,τι αυτό ενέχει το κοινό για όλους. Νά ένα ουμανιστικό σχέδιο για την (όποια) Αριστερά. Βέβαια κοιτώντας γύρω μας συνήθως βλέπουμε τον κόσμο, εκεί που θα ’πρεπε ο καθένας να βλέπει επίσης τον εαυτό του. Αλλά ο εαυτός μας, με την έννοια της σκεπτόμενης αυτοσυνειδησίας μας, δεν είναι το ίδιο ακριβώς πράγμα με την ταυτότητά μας, με το σύνολο δηλαδή των (θετικών ή αρνητικών, λίγη σημασία έχει), βλεμμάτων των άλλων.

Ο σοφός, αυτός που ζει αποδίδοντας το ελάχιστο δυνατό ενδιαφέρον σε ό,τι δεν εξαρτάται απ' αυτόν (π.χ. στο κοινωνικό βλέμμα – βλ. τον Επίκτητο), ούτε ανασαίνει τις αναθυμιάσεις της κρίσης και της απαξίωσης των πάντων, ούτε αλλοτριώνεται (ελπίζει) από τα σενάρια για οποιαδήποτε έκβαση. Όμως για εμάς τους υπόλοιπους, φαίνεται πως οι ταυτότητές μας έχουν γίνει (υστερικά ή τραγικά) σπουδαιότερες από τον εαυτό μας, και η ορθολογική (καφκική) διαχείρισή τους αποτελεί πλέον τη μόνη μας παρηγοριά. Καλομάθαμε με την ιδέα ότι στον κόσμο τα πράγματα έχουν ταυτότητες, όπως άλλωστε κι εμείς ως τμήματά του, και ξεχάσαμε ότι ο εαυτός μας είναι ένα πρόσωπο το οποίο λίγη σχέση έχει μ' αυτή την απάτη που λέγεται πραγματικότητα (μ’ αυτό που οι σκύλοι βάφτισαν αγάπη, όπως είπαν τόσο ωραία οι Τρύπες). Σε κάθε περίπτωση, στρέφοντας το βλέμμα (το ρήμα είναι υπαρξιακά ενεργητικό) εδώ κι εκεί, πώς βλέπουμε άραγε τον κόσμο; Με τον τρόπο της pop art, θα έλεγα, ακολουθώντας τον Roland Barthes1 σε μια απρόσμενη προεικασία του:

«H pop art αποπροσωποποιεί αλλά δεν καθιστά τίποτα ανώνυμο: τίποτα λιγότερο αναγνωρίσιμο από τη Marilyn, την ηλεκτρική καρέκλα, ένα λάστιχο αυτοκινήτου ή ένα φόρεμα όπως τα βλέπει η pop art. Για την ακρίβεια είναι μόνον αυτά: αμέσως και εξαντλητικά αναγνωρίσιμα και ταυτοποιήσιμα, μας μαθαίνουν έτσι ότι η ταυτότητα δεν είναι και το πρόσωπο. Ο μελλοντικός κόσμος κινδυνεύει να είναι ένας κόσμος ταυτοτήτων (μέσω της μηχανικής γενίκευσης των αστυνομικών φακέλων), αλλά όχι προσώπων…» (σ. 107).

Δεν είναι ίσως το σημαντικότερο, αλλά οι αστυνομικοί φάκελοι έχουν ξαναγεννηθεί από τις στάχτες που άφησε αφενός η καταστροφή των ατομικών φακέλων πολιτικών φρονημάτων, αφετέρου η αιφνίδια ταύτιση του μεταπολιτευτικού εκδημοκρατισμού με μία ακόμα περίοδο χαμένων ευκαιριών. Αλήθεια, ποια φόρμουλα ακολουθώντας εμείς οι ανάδελφοι περιούσιοι θα είχαμε αδιαβροχοποιηθεί ως προς «την» κρίση και θωρακιστεί απέναντι στην πελατειακή σαγήνη και στους υπερκαταναλωτικούς πειρασμούς; Μήπως έπρεπε να είχαμε ακολουθήσει τη μαγική συνταγή της εναλλακτικής ύπαρξης («αν εγώ ήμουν ένας άλλος»); Αυτό κι αν είναι ερώτημα ταυτότητας! Παράλληλα με την παλινδρόμηση αυτού του τύπου την οποία λατρεύει η «παρεξηγημένη, αλλά πεφωτισμένη, ελίτ» και τη διδάσκει ως εξορθολογιστική φιλοσοφία στα σαλόνια (τα μπουντουάρ κλείσανε), βιώνουμε καταναγκαστικά και την παντοδύναμη προβολή στο ιδανικό επέκεινα. Απαλλαγμένοι από τη θέληση και τη δυνατότητα να κάνουμε τα λάθη του παρελθόντος, διά του πειθαναγκασμού ενάρετοι και διά της ανέχειας εγκρατείς, χωρίς παιδεία και υγεία και με ιδιωτικοποιημένες (πολιτικά ορθές στη χώρα των ωραίων και των ορέων) υποδομές, θα μπορέσουμε επιτέλους να κάτσουμε εκ δεξιών του εξυγιασμένου και ουσιαστικά πλέον ανυπάρκτου, πατρός-κράτους (η παρθενορραφή της μητέρας-πατρίδας προγραμματίζεται για το επόμενο χειρουργείο). Η αποδοχή της έννοιας της «έκτακτης ανάγκης» (τέλειο προϊόν της υπερμοντέρνας επιμιξίας του θρησκευτικού και του τεχνοκρατικού) είναι ένα πρώτο βήμα για όσους θέλουν έτσι να σωθούν. Για τους ρέμπελους (για το ανορθολογικό ρομαντικό ή αριστερό ον που καραδοκεί μέσα μας σε πείσμα κάθε εμπειρικής διάψευσης), υπάρχει πάντα το νόμιμο (αν και όχι ηθικό, αλλά ποιος νοιάζεται;) κράτος εν κράτει που ορίζει, όπως παλιότερα έκαναν τα αστυνομικά κράτη και παρακράτη, όχι μόνο τι θα σκεφτούμε και τι θα κάνουμε, αλλά κυρίως με ποιο μέτρο θα αξιολογήσουμε τα πάντα έτσι ώστε να κυριαρχήσει το μη χείρον. Υπερεκβιασμός εν είδει νεοφιλελεύθερου σοσιαλ-ρεαλιστικού παραληρήματος που διά μιας σειράς ταχυδακτυλουργικών συγκρίσεων στην ουσία εξισώνει την πίστη στην πλεύση προς μια υποτιθέμενα σωστή ρότα με τη βύθιση του καρυδότσουφλου. Ιδού η πολιτική επιβίωση ως επιβίωση των πολιτικών και ύστατη πράξη ασυλοποίησης της κοινωνίας με το όχημα μιας αντιψυχιατρικής και αντικοινωνικής μεταρρύθμισης. Μετά από αυτά, οι οικονομικο-ιδεολογικοί ρεβιζιονιστές στρεφόμενοι προς ένα φαύλο και υπεράνω των δυνάμεων υπερκαταναλωτικό παρελθόν, καθώς αποκαλύπτεται πως ουκ οίδασι τι εποίησαν και τι ποιούσιν, οφείλουν να μην ελπίσουν πλέον σε ένα μέλλον σ’ αυτόν εδώ τον κόσμο, να μη δεχτούν καμία εναλλακτική εκτός της θυσίας και να μην αναλάβουν καμία δράση εκτός της καρτερίας – άρα και να μην εκδηλώνονται, να μη διαμαρτύρονται, να μη διαδηλώνουν, να μην προτείνουν και να μη συζητούν εναλλακτικές, να μη σκέφτονται ει δυνατόν.

Όλοι όμως έχουν παύσει προ πολλού να είναι πρόσωπα σ’ αυτό το σπίτι, που κάποτε ήτανε γερό, και δεν εμφανίζονται πλέον παρά ως ταυτότητες: εργαζόμενοι του ιδιωτικού ή του δημόσιου τομέα, μακροχρόνια άνεργοι ή προσφάτως διαθέσιμοι (σε ποια διαστροφή;), γιατροί και ασθενείς, καφετζήδες, καφετζούδες και φαρμακοποιοί, μετανάστες και εξαρτημένοι, πόρνες και πορνοβοσκοί, πλασιέ υπερμοντέρνων τεχνολογικών νεωτερισμών, ασφαλειών και βιβλίων, εργάτες, αγρότες, φοιτητές… και όλοι πάντα και μόνον εναντίον όλων, ιδιοφυώς φτιασιδωμένοι με τα χρώματα και τα υλικά της ποπ: αναγνωρίσιμοι ως θεαματικές κατηγορίες του παλαιονεωτερικού κοινωνικά ευαίσθητου κόσμου, ως σφετεριστές ενός πλούτου που «αποδεικνύεται» ότι δεν έφτανε για όλους, και συνεπώς νομο(πολιτικο)τελειακά οδηγούμενοι σήμερα προς ένα είδος «διαχείρισης» που ταυτίζεται με την εξάλειψη διά της φαντασιακής αλληλοσφαγής. Μισείτε αλλήλους! Δεν είστε παρά η τερατοενσάρκωση ενός κόσμου που απέτυχε να διαφοροποιηθεί υγιώς (το πρωί στη δουλειά, το βράδυ μπροστά στην τηλεόραση) και τώρα η σωτηρία της χώρας απαιτεί την καταστροφή καθετί μικρού (μικροσυμφερόντων, μικροβιοτεχνών, μικρεμπόρων, παρουσιαστών του Τρίτου Προγράμματος, εκδοτών για λίγους, καφενέδων με λιγδιασμένα τάβλια, μικρών πανεπιστημιακών τμημάτων με ακόμα μικρότερα σπουδαστήρια) και την αναγωγή των πάντων σε σουρεαλιστικά ανθρωπο-ισοζύγια σχήματα που δεν κατανοεί πλέον ούτε η ίδια η «τρόικα». Και καθώς οι φυλακές γεμίζουν με την τηλεοπτική βορά και οι δρόμοι με αέργους (όλα κλείνουν και ανοίγουν παντού καφετέριες), η καρκινικά εξαπλούμενη εξυγίανση (είδος κοινωνικο-οικονομικής βόμβας νετρονίων) ανεβάζει στα ύψη την τιμή των σειριακών πορτρέτων όσων συγκροτούσαν κάποτε την (αιωνίως αρνούμενη να σωθεί) κοινωνία μας. Εικόνα μιας μοντέρνας τέχνης της οποίας η δορυφορική και εξωπραγματική τιμή είναι ανάλογη με την έλλειψη νοήματός της, η βελτίωση των οικονομικών στον επίσημο λόγο ταυτίζεται με την παράλογη (αλλά εξόχως συστηματική) υποβάθμιση της αξίας των προσώπων και των θεσμών. Και όντως, μπορούμε να είμαστε υπερήφανοι για τις θυσίες μας (σημειωτέον: αντέχουμε κι άλλες υποψιάζομαι): είμαστε το πρώτο έκθεμα στο νεο-ιδρυθέν μουσείο νεοφιλελεύθερης εθελούσιας δορυφοροποίησης μιας ολόκληρης χώρας, ζωντανοί όσο και τα τέρατα στη φορμόλη των παλιομοδίτικων βιολογικών εργαστηρίων. Λυπάμαι που το λέω, αλλά όπως ο Μάρτυ Φέλντμαν στον Φρανκενστάιν Τζούνιορ, το παιδί για τα θελήματα του παγκόσμιου καπιταλισμού διάλεξε λάθος εγκέφαλο για τα εξώγαμά του με τον διαφωτισμό. Η ίδια η ανθρωπότητα διαλέγει τη στιγμή αυτή λάθος εγκέφαλο, απόδειξη ότι μπερδεύει την ψυχολογία με το M.R.I. Σ’ εμάς εναπόκειται λοιπόν να αυτο-απο-λοβοτομηθούμε και να επιστρέψουμε πίσω στον εαυτό και στο πρόσωπο (απομυθοποιημένο πλέον, εάν η Αριστερά μπορεί να το κοιτάξει «καταπρόσωπο»).

Με δεδομένη όμως την επιτάχυνση της νεο-βαρβαρότητας που γνωρίζει μια γοητευτική ακμή στη χώρα μας, συμπλήρωμα της σαδιστικής «αρωγής των εταίρων», αυτό το βλέμμα που τόσο τραγικά μας λείπει έχει δύο στοιχεία που πρέπει να επισημανθούν:

(α) όπως το αντικείμενο της pop art εκπορεύεται από την τάξη του βλέμματος ενός υποκειμένου, έτσι και η σύγχρονη πολιτική (και η καθ’ ημάς ξεδιάντροπη εκδοχή της) διατηρεί την υποκειμενική διάσταση αυτών που την ασκούν (για την επιβίωσή τους), αλλά και αυτών που την υφίστανται – οι οποίοι εξακολουθούν να επιθυμούν, να φοβούνται, να πλήττουν, να δρουν κ.λπ. Η παραδοσιακή (οργουελικής πνοής) προσφυγή στη νεο-γλώσσα και στη μεσοπολεμικής ποιότητας προπαγάνδα ενέχει θέση απόδειξης της υποκειμενικότητας των μετεχόντων – οποιαδήποτε έκβαση είναι συνεπώς απρόβλεπτη (έχουμε πενθήσει τον θρίαμβο της λαϊκής θέλησης ή το νόημα της ιστορίας).

(β) όπως τα αντικείμενα της pop art δεν είναι εντέλει παρά το Σημαίνον, έτσι και η πολιτική σήμερα (εδώ και γενικώς) αναδεικνύει την ουσία των προβαλλόμενων ως σημαντικών κοινωνικών πραγμάτων. Καθώς τα κοιτάμε, απολύτως ξεγυμνωμένα από την ανθρωπιά τους, τρεμοπαίζουν αυτάρεσκα και προδίδουν την αλήθεια τους: η θέση του χρήματος, το νόημα της παραγωγής, οι κοινωνικές ανισότητες, η άσκηση βίας, ο ρόλος της τεχνολογίας, ο γενικευμένος παραλογισμός του «οικονομικού» και του «επικοινωνιακού»… Το νεωτερικό πολιτικό «είδος» πραγματοποιεί έτσι ένα ακόμα βήμα στην πορεία που είχε τόσο ωραία αρχίσει με το ολοκληρωτικό σύστημα.

 Όπως έχει επισημάνει η Hannah Arendt, «το απόλυτο κακό μπορούμε να πούμε ότι εμφανίστηκε συνδυασμένο μ’ ένα σύστημα όπου όλοι οι άνθρωποι έγιναν περιττοί […]. Τα πολιτικά, κοινωνικά και οικονομικά γεγονότα σχετίζονται παντού σιωπηλά με τον ολοκληρωτικό μηχανισμό που φτιάχτηκε για να γίνουν οι άνθρωποι περιττοί».2 Ουσία της εξυγίανσης και της προσαρμογής είναι λοιπόν, αν όχι η καταστροφή των προσώπων, τότε τουλάχιστον η θυσία τους (το σωτηριολογικό της ισοδύναμο). Το «οντολογικό τρέμουλο» των εικαζόμενων κοινωνικών πραγμάτων μαρτυρά την πίστη σε μία αιώνια ταυτότητά τους, ενώ η οικονομική «επιστήμη» συλλαμβάνει αυτή την ταυτότητα, τη μετουσιώνει σε σύγχρονη πολιτική και την επιτελεί, αλλά και την εκτελεί, επιτόπου. Συγκροτούν άραγε αυτά πεδίο «καταπρόσωπο» πολιτικής για την Αριστερά ή μήπως πεδίο ψηφοθηρικού και βίαιου υποκειμενικού παραληρήματος;

 

 

files/chronosmag/themes/theme_one/faviconXronos.png

 

 

  ΧΡΟΝΟΣ 09 (01.2014)