η «επανάσταση της σάτιρας» έχει μέλλον

 

Οι είκοσι μέρες που συγκλόνισαν την Τουρκία

 

Βαγγέλης Κεχριώτης

 

Τα γεγονότα που ζήσαμε τις τελευταίες εβδομάδες στην Τουρκία αποτελούν τομή στην πρόσφατη ιστορία της χώρας αυτής. Δεν πρόκειται να καταγράψουμε την εξέλιξή τους που είναι σε όλους πια γνωστή. Ο στόχος του κειμένου αυτού είναι μια συνολική αποτίμηση. Η εξέγερση αυτή αιφνιδίασε τους πάντες, ακόμη κι εκείνους όσοι συμμετείχαν. Τίποτε δεν ήταν οργανωμένο. Μάλιστα ο κόσμος είχε αρχίσει να συμβιβάζεται με την ιδέα πως και η πλατεία του Τάξιμ θα αναπλαστεί εκ βάθρων και το πάρκο τελικά θα εξαφανιστεί. Εδώ και πάνω από έναν χρόνο η «Πλατφόρμα Τάξιμ» οργάνωνε συγκεντρώσεις, συγκέντρωνε υπογραφές, αλλά πέρα από κάποιες εκπομπές στην τηλεόραση δεν είχε μπορέσει να προσελκύσει το ενδιαφέρον του πολύ κόσμου. Ούτε ακόμη και οι λίγοι άνθρωποι που συγκεντρώθηκαν τις πρώτες μέρες εκεί και αγκάλιαζαν τα δέντρα δεν θα ήταν αρκετοί να προχωρήσουν σε αυτή τη σύγκρουση, αν δεν επενέβαινε η αστυνομία με τέτοιον βίαιο και παράλογο τρόπο. Αυτή ήταν η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι. 

Το ποτήρι αυτό ήταν ήδη γεμάτο ώς τα χείλη, με την όλο και πιο αυταρχική και αλαζονική πολιτική που ακολουθεί το Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (Α.Κ.Ρ.) το οποίο βρίσκεται στην εξουσία τα τελευταία χρόνια. Αυταρχισμός και αλαζονεία που έχουν εκφραστεί στον τρόπο που έστειλε δεκάδες δημοσιογράφους στη φυλακή για κάτι που έγραψαν, που εκατοντάδες φοιτητές οδηγήθηκαν στη φυλακή χωρίς δίκη για κάποια διαμαρτυρία στην οποία συμμετείχαν, στον απάνθρωπο τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζονται συχνά οι Κούρδοι στα νοτιοανατολικά, στις παρεμβάσεις στην καθημερινή ζωή και την προσπάθεια να επιβληθούν αρχές εμπνεόμενες από τη θρησκεία σε θέματα όπως η κατανάλωση αλκοόλ, ο οικογενειακός προγραμματισμός, οι εκτρώσεις κ.λπ., αλλά και στην απόφαση να κατεδαφιστούν γειτονιές ολόκληρες με το «έτσι θέλω» με πρόσχημα την έλλειψη ασφάλειας των κτιρίων ή τον καλλωπισμό της περιοχής, για να αντικατασταθούν από ομοιόμορφα οικοδομήματα που κάνουν τους κατασκευαστές πλούσιους και τους ενοίκους ανίκανους να ανταποκριθούν στα ακριβά ενοίκια.

Αυτά τα φαινόμενα άρχισαν να πολλαπλασιάζονται από τις εκλογές του 2011 και μετά. Βεβαίως και πιο πριν το κόμμα αυτό είχε δώσει δείγματα αυταρχισμού στην εσωτερική του δομή αλλά και στις πολιτικές που ακολουθούσε. Σημείωσε ωστόσο πολύ σημαντικές επιτυχίες: έφερε την Τουρκία πιο κοντά από ποτέ στην Ευρώπη, εκμεταλλευόμενο τη διεθνή συγκυρία και τις πολύ αρχαϊκές εργασιακές σχέσεις, προσέλκυσε επενδύσεις και καταθέσεις κυρίως από τον αραβικό κόσμο, τριπλασίασε το κατά κεφαλήν εισόδημα, πρόσφερε τη δυνατότητα να ανοίξει η τουρκική κοινωνία όχι μόνο στο διεθνές κεφάλαιο αλλά και σε ιδέες και συζητήσεις που έως πολύ πρόσφατα ήταν αδιανόητες – όπως εκείνες για την αρμενική γενοκτονία ή τους Κούρδους. Η Τουρκία έγινε από πολλές απόψεις μια κοινωνία πιο συμβατή με τον έξω κόσμο, ενώ πολλοί ισχυρίστηκαν πως η μορφή αυτή μετριοπαθούς Ισλάμ μπορεί να αποτελέσει μοντέλο για τη Μέση Ανατολή. Τι άλλαξε λοιπόν τα τελευταία χρόνια;

 

Θεωρίες συνωμοσίας και φόβοι του Ερντογάν

Με κίνδυνο να προβληθεί η συγκεκριμένη συγκυρία σε εξελίξεις που αφορούν μια μακρύτερη διάρκεια, ας μου επιτραπούν κάποιες υποθέσεις εργασίας. Το κόμμα αυτό και ο ηγέτης του έρχονται από μια ιστορική παράδοση που βασίζει τις πολιτικές της επιλογές και το αφήγημά της στην πεποίθηση πως τα στρώματα που τους στήριξαν εκλογικά ήταν εκείνα που επί δεκαετίες υπέφεραν κάτω από τις αυταρχικές πρακτικές ενός κοσμικού κράτους το οποίο δεν άφηνε χώρο σε οποιαδήποτε θρησκευτική έκφραση, με αιχμή βεβαίως τη μαντίλα. Επομένως, ήταν ζωτική ανάγκη να ανατραπεί η κυριαρχία του στρατιωτικού και γραφειοκρατικού κατεστημένου υπέρ μιας πολιτικής κυριαρχίας όπου τον λόγο για οποιοδήποτε θέμα θα είχε ο κυρίαρχος λαός. Στην πορεία, η ηγεσία του κόμματος ήταν αναγκασμένη να χρησιμοποιήσει διαφορετικές ρητορικές και να θυμίζει συνεχώς πως υπερασπίζεται τα δικαιώματα των καταπιεσμένων. Στην προσπάθειά της αυτή βρήκε συμπαραστάτες μεταξύ των φιλελεύθερων, ακόμη και αρκετών αριστερών, που είδαν στην πολιτική αυτή μια ιστορική ευκαιρία να απαλλαγεί η χώρα από μια κληρονομιά δεκαετιών και να αποκτήσει τα χαρακτηριστικά μιας φιλελεύθερης δημοκρατίας. Τα τελευταία χρόνια ωστόσο, αφού ένα ένα τα εμπόδια προς αυτή την κατεύθυνση παραμερίστηκαν, η κυβέρνηση άρχισε να υιοθετεί την ίδια ακριβώς ρητορική εκείνων που πριν κατηγορούσε, με τη διαφορά πως έχει διατηρήσει και τον λόγο περί καταπιεσμένων, ο οποίος μόνο σαν κακόγουστο αστείο μπορεί να ηχεί πια. Χαρακτηριστική είναι η συνεχής επίκληση εκ μέρους του Ερντογάν των δεινών που υπέστησαν οι συντηρητικοί μουσουλμάνοι ως αποτέλεσμα του «μεταμοντέρνου» πραξικοπήματος της 28ης Φεβρουαρίου 1997. Στην ερώτηση «Πού ήσασταν στις 28 Φεβρουαρίου;» την οποία απηύθυνε συνεχώς στους διαδηλωτές, θέλοντας έτσι να τους κατηγορήσει για μονομέρεια, η απάντηση που έλαβε ήταν: «Στον παιδικό σταθμό».

Δεν είναι όμως μόνο ρητορικό το ερώτημα. Ο Ερντογάν φαίνεται να πιστεύει πολλά από αυτά που λέει: ότι πρόκειται για μια συνωμοσία που οργανώθηκε από το εξωτερικό, και στην οποία συμμετείχαν παράγοντες από τόσο ετερόκλητες χώρες όπως οι Η.Π.Α., το Ιράν και η Συρία· ότι πίσω από την εξέγερση βρίσκονται σκληροπυρηνικοί κεμαλιστές, νοσταλγοί της κυριαρχίας του στρατού· ότι του επιφυλάσσουν την τύχη του Αντνάν Μεντερές, ο οποίος αφού κυβέρνησε με αντίστοιχο λαϊκό έρεισμα επί δέκα χρόνια, τελικά βρέθηκε στην αγχόνη, μετά το πραξικόπημα της 27ης Μαΐου 1960. Αυτό εξάλλου υπήρξε ένα από τα κυρίαρχα συνθήματα των οπαδών του: «Τον Μεντερές τον κρεμάσατε, τον Οζάλ τον δηλητηριάσατε, δεν θα σας αφήσουμε να φάτε και τον Ερντογάν». Τη γενεαλογία αυτή είχε χρησιμοποιήσει το Α.Κ.Ρ. πρώτη φορά στις εκλογές του 2007. Στη συγκυρία αυτή αποδείχτηκε εξαιρετικά χρήσιμη. Όλη η φιλολογία για την πιθανή δολοφονία του Οζάλ, που οδήγησε και στην εκταφή και την εκ νέου νεκροψία, επειδή είχε πάρει πρωτοβουλίες κυρίως σε σχέση με το κουρδικό, διευκόλυνε ακόμη περισσότερο τον ιστορικό αυτό συσχετισμό. Πίσω όμως από τα γενεαλογικά σχήματα και τη ρητορεία, η αλήθεια είναι πως τόσο η κυβέρνηση όσο και οι συντηρητικοί μουσουλμάνοι που τη στηρίζουν ακόμη φοβούνται πως θα ανατραπεί το θετικό γι’ αυτούς κλίμα και πως το παλιό καθεστώς θα πάρει την εκδίκησή του. Εκτός από την εντυπωσιακή ειρωνεία της ιστορίας να προβάλλεται η πολιτική του Α.Κ.Ρ. ως μια «αργή επανάσταση» και οι νοσταλγοί του παρελθόντος ως «αντεπαναστάτες» –κάτι που δείχνει πόσο εύκολα το ίδιο λεξιλόγιο περνάει στην αντίπερα όχθη–, όλη αυτή η συζήτηση δείχνει πως ο πρωθυπουργός και ενδεχομένως πολλοί άλλοι στο κυβερνών κόμμα δεν κατάλαβαν τι ακριβώς συνέβη ή κάνουν πως δεν κατάλαβαν.

Στην πρώτη περίπτωση τα πράγματα είναι πολύ σοβαρά καθώς δείχνουν, όπως ήδη έχουν σημειώσει κάποιοι αναλυτές, πως ο άνθρωπος με την εξαιρετική πολιτική ευφυΐα έχει πάψει πια μετά από δέκα χρόνια στην κυβέρνηση να «διαβάζει» την κοινωνία όπως πριν και είναι προετοιμασμένος να δώσει μια μάχη ζωής και θανάτου, ως άλλος Δον Κιχότης που μονομαχεί με ανεμόμυλους. Στη δεύτερη περίπτωση τα πράγματα είναι ακόμη πιο σοβαρά, γιατί, όπως σημειώνουν άλλοι, ο Ερντογάν «διαβάζει» πολύ καλά κάτι άλλο, που αφορά το ενδεχόμενο ο εντεινόμενος αυταρχισμός να έχει δημιουργήσει αμηχανία μέσα στο ίδιο του το κόμμα, σε βαθμό τέτοιον που κάποιοι να δρομολογούν την αντικατάστασή του.

 

Αντιπολίτευση και τεχνητή ένταση

Είναι γνωστή η διαφορετική στάση του προέδρου Αμπντουλάχ Γκιουλ, του δεύτερου τη τάξει δυνατού άνδρα του Α.Κ.Ρ., μέχρι την εκλογή του στο αξίωμα αυτό, που όμως τώρα χαίρει πολύ μεγαλύτερης αποδοχής και που σε με μια πιθανή εκλογική αναμέτρηση με τον Ερντογάν για το αξίωμα του προέδρου, αφού ο επόμενος πρόεδρος θα εκλεγεί από τον λαό, θα επικρατήσει. Όλο και πιο αντιπολιτευτική στάση επίσης κρατάει απέναντι στον Ερντογάν ο Φετουλάχ Γκουλέν, γκουρού των ισλαμιστών, που ζει ακόμη εξόριστος στις Η.Π.Α. Η ναυαρχίδα του εκδοτικού του συγκροτήματος εφημερίδα Zaman ασκεί εδώ και καιρό πολύ έντονη κριτική, ενώ πριν από λίγες μέρες δημοσίευσε έρευνα που δείχνει πως το κυβερνών κόμμα έχει χάσει 10% στην πρόθεση ψήφου από τις εκλογές του 2011. Είχα προσκληθεί πέρσι σε μια συνάντηση που οργάνωνε το think tank του συγκροτήματος που φέρει τον τίτλο Abant Platformu και εντυπωσιάστηκα από τη σκληρή γλώσσα που χρησιμοποιούσαν οι ίδιοι για την κυβέρνηση. Επομένως, λένε κάποιοι, ο Ερντογάν έχει καταλάβει πού πάνε τα πράγματα και με την τεχνητή ένταση και τον φανατισμό που καλλιεργεί προσπαθεί να συσπειρώσει τη βάση του σε μια φασιστικού τύπου λαϊκιστική εκστρατεία που προωθεί την προσωπολατρία, ενώ ταυτόχρονα εκμεταλλεύεται τα πιο σκοτεινά ένστικτα των ψηφοφόρων του: ανασφάλεια για το μέλλον και ξενοφοβία. Είναι χαρακτηριστικό ότι οργάνωσε δύο τεράστιες συγκεντρώσεις για το προηγούμενο Σαββατοκύριακο (15-16.6.2013), τη μια στην Άγκυρα, όπου ουσιαστικά έδωσε το σύνθημα για την επέμβαση της αστυνομίας στο Πάρκο Γκεζί, και την άλλη στην Ιστανμπούλ, όπου είχε βάλει στόχο να συγκεντρώσει ένα εκατομμύριο κόσμο, και όπου με ασφαλείς εκτιμήσεις οι συγκεντρωμένοι δεν ξεπέρασαν τους 300.000, απλώς γιατί τόσο χωρούσε η τεράστια αλάνα που δημιουργήθηκε πρόσφατα στα όρια της ιστορικής πόλης και όπου εφεξής θα φιλοξενούνται όσοι θέλουν να οργανώσουν συγκέντρωση και όχι στο Τάξιμ. Την ίδια ώρα λοιπόν που σε μια επίδειξη αλαζονείας ο Ερντογάν απευθυνόταν στα πλήθη, δεκάδες χιλιάδες κόσμου έδιναν πραγματική μάχη με μερικές χιλιάδες αστυνομικούς που όχι μόνο είχαν αποκλείσει κάθε πρόσβαση στην πλατεία όπου οι διαδηλωτές ήθελαν να κάνουν τη δική τους συγκέντρωση, αλλά τους κυνηγούσαν λυσσαλέα σε πολλές ιστορικές γειτονιές, το Τζιχάνγκιρ, το Κουρτουλούς, το Χάρμπιε, το Σίσλι.

 

Δύο λαοί σε σύγκρουση: Οι συντηρητικοί μουσουλμάνοι και όλοι οι άλλοι

Η εικόνα δύο λαών δίπλα δίπλα που πρόβαλαν πολλά κανάλια, τον έναν να τον κυνηγά η αστυνομία και τον άλλον να τον κανακεύει ο ηγέτης της χώρας, εξόργισε ακόμη περισσότερο, γιατί απέδειξε και σε συμβολικό επίπεδο πως όπως πάντα στην Τουρκία έτσι και τώρα υπάρχουν πολίτες δύο κατηγοριών. Παλιότερα ήταν οι μη μουσουλμάνοι σε σχέση με τους μουσουλμάνους, μετά έγιναν οι Κούρδοι σε σχέση με τους Τούρκους, βεβαίως οι συντηρητικοί μουσουλμάνοι σε σχέση με τους κοσμικούς και τώρα όλοι οι άλλοι σε σχέση με τους συντηρητικούς μουσουλμάνους. Η εικόνα αυτή δεν αντικατοπτρίζει απαραιτήτως τον τρόπο που αισθάνονται οι τελευταίοι αλλά μάλλον η κυβέρνηση. Είναι ενδιαφέρον πως στις συνοικίες που έγιναν οι μάχες και που η αλόγιστη χρήση δακρυγόνων έκανε τη ζωή των ενοίκων αφόρητη, η πλειονότητα του κόσμου πετούσε στους αστυνομικούς ό,τι έβρισκε. Ίσως είναι νωρίς να πει κανείς με βεβαιότητα, αλλά η σύγκρουση αυτή ξεκίνησε με τη διεκδίκηση ενός δημόσιου χώρου από τα χέρια του κράτους και κατέληξε με μια επίδειξη δύναμης από το κράτος και το τμήμα του λαού που πρόσκειται φίλα προς αυτό. Μια επίδειξη δύναμης που αποδεικνύει πως η Ιστανμπούλ και οι γειτονιές της βρίσκονται υπό πολιορκία από έναν λαό ο οποίος στην πλειονότητά του έχει έρθει από την Ανατολία και επιδιώκει για μια ακόμη φορά να εξισλαμίσει τούτη την πόλη, έχοντας απέναντί της αυτή τη φορά όχι τους μη μουσουλμάνους αλλά τους κοσμικούς μουσουλμάνους. 

Όσο για τον άλλο λαό, αυτόν που ο Τούρκος πρωθυπουργός χαρακτήρισε «κατσαπλιάδες» και «περιθωριακούς», εντυπωσίασε τους πάντες με τη γενναιότητά του. Σε πολλές περιπτώσεις η αστυνομία χτύπησε με δακρυγόνα γέροντες, ανάπηρους και παιδιά. Ο κόσμος αυτός όμως δεν το έβαλε κάτω. Ο φόβος βρίσκεται στην αντίπερα όχθη, όπως εξήγησα παραπάνω. Ήδη μετά την καταστολή της εξέγερσης και τις αθρόες συλλήψεις, βρήκαν έναν καινούριο τρόπο να διαμαρτυρηθούν: στέκονται ακίνητοι κατά εκατοντάδες στην πλατεία του Τάξιμ αλλά και σε πολλές άλλες πλατείες στην Ιστανμπούλ και σε ολόκληρη την Τουρκία. Πολλοί από αυτούς διαβάζουν. Επειδή η κυβέρνηση έχει καταλάβει πια πως η εικόνα της έχει πληγεί ανεπανόρθωτα, ενώ το πρώτο βράδυ συνέλαβαν πολλούς από τους «ακίνητους ανθρώπους», τώρα δεν τους ενοχλούν. Αντιθέτως, έβαλαν αστυνομικούς με πολιτικά να κάθονται σε μικρή απόσταση και να διαβάζουν κι αυτοί κάποιο βιβλίο. Ποτέ πριν δεν έχει απαθανατίσει η κάμερα τόσο φιλομαθείς αστυνομικούς. Αν η κυβέρνηση αποφασίσει να καταστείλει και αυτή τη μορφή διαμαρτυρίας, εκείνοι θα βρουν κάτι άλλο. Το δημιουργικό πνεύμα και η φαντασία των διαδηλωτών ήταν ένα από τα μεγάλα τους όπλα όλον αυτό τον καιρό.

Η εξέγερση αυτή χαρακτηρίστηκε «επανάσταση της σάτιρας». Το γεγονός ακριβώς πως η πλειονότητα των συμμετεχόντων δεν ανήκε πολιτικά κάπου, όπως επίσης και οι συνθήκες σχετικής ελευθερίας μέσα στις οποίες ενηλικιώθηκαν, έχει δημιουργήσει μια γενιά-θησαυρός που δηλώνει με κάθε ειρηνικό τρόπο πως τα εμπορικά κέντρα και η ευημερία δεν μπορεί να είναι το όραμα μιας κοινωνίας για το μέλλον. Το μόνο για το οποίο αξίζει να αγωνιστεί κανείς είναι η πραγματική ελευθερία και δημοκρατία. Αυτό είναι που δεν μπορεί να καταλάβει ο Ερντογάν και η κυβέρνησή του, οι οποίοι θεωρούν πως πρόκειται για έναν νέο γύρο των «συλλαλητηρίων για τη δημοκρατία». Σαν εκείνα που είχαν οργανώσει το 2007 οι κεμαλιστές με την πρωτοβουλία του αντιπολιτευτικού ρεπουμπλικανικού κόμματος και την υποστήριξη του στρατού, και όπου πολλοί διαδηλωτές φορούσαν μέσα στο λιοπύρι του καλοκαιριού το καλπάκι του Μουσταφά Κεμάλ και καλούσαν τον στρατό να επέμβει. Επρόκειτο για μια θλιβερή εικόνα που είχε αναφορές μόνο στο παρελθόν και όχι στο μέλλον, και που μας έκανε όλους να απελπιζόμαστε βλέποντας πως μια αντιπολιτευτική τακτική που βασίζεται στον άξονα θρησκεία-κοσμικό κράτος δεν έχει καμιά τύχη.

Ξαφνικά, ξυπνήσαμε ένα πρωί και είδαμε έναν λαό να εξεγείρεται με αίτημα τη δημοκρατία, χωρίς υποθήκες και πατερναλισμούς. Είναι αλήθεια πως σε πολλές γειτονιές της Ιστανμπούλ αλλά και σε άλλες πόλεις-παραδοσιακά κάστρα των κεμαλιστών, όπως η Σμύρνη, το Εσκί Σεχίρ, η Αντάλια, τα πορτρέτα του Κεμάλ έδιναν τον τόνο. Αυτό όμως δεν συνέβη στο Πάρκο Γκεζί, γεγονός που εξηγεί γιατί τόσο το Κόμμα Εθνικιστικής Δράσης (M.H.P.) όσο και το ακραιφνώς κεμαλικό Ρεπουμπλικανικό Λαϊκό Κόμμα (C.H.P.) σταδιακά απέσυραν τον κόσμο τους από την πλατεία και από τους δρόμους. Η γενιά αυτή δεν σηκώνει καπελώματα. Στην τελευταία δραματική συνέλευση που κράτησε ώς τις τέσσερις τα ξημερώματα του Σαββάτου, όλα τα αριστερά κόμματα που είχαν ανοίξει τσαντίρια και πάγκους στην πλατεία αποφάσισαν να αποχωρήσουν αφήνοντας συμβολικά μόνο μια μεγάλη σκηνή όπου θα οργανώνονταν εκδηλώσεις. Όλοι οι άλλοι όμως, απλοί άνθρωποι ή μέλη μικρών ομάδων, που είχαν πάει εκεί ο καθένας με τη δική του σκηνή, απέρριψαν την απόφαση των κομμάτων και αποφάσισαν να αντιμετωπίσουν μόνοι τους την αστυνομία. Για τον λόγο αυτό, το μέλλον τους ανήκει.

 

 files/chronosmag/themes/theme_one/faviconXronos.png

 

  ΧΡΟΝΟΣ 02 (06.2013)