η χούντα και οι επιβιώσεις της – μια διημερίδα στη νέα υόρκη

 

Μελετητές χωρίς άμεση βιωματική εμπλοκή με την περίοδο της χούντας
κατέθεσαν επιστημολογικά ευαίσθητες προσεγγίσεις
για όσα η επταετία κληροδότησε στο παρόν

Άννα-Μαρία Σιχάνη, Κωστής Κορνέτης

 

Από την απαρχή της κρίσης έχουν πληθύνει οι αναφορές στη «χούντα» στον ελληνικό δημόσιο λόγο (και χώρο). Και αυτό όχι τόσο στους κόλπους της ακαδημαϊκής κοινότητας, όσο κυρίως σε καθημερινά επικοινωνιακά δίκτυα και πρακτικές, συχνά από μια γενιά που δεν είχε άμεση εμπειρία της επταετίας. Αρκεί να θυμηθεί κανείς τα ευφυή γκράφιτι ή τις εύηχες –πλην ιστορικά πειραγμένες– ρίμες ότι «η Χούντα δεν τελείωσε το ’73». Η συγκυρία της κρίσης, η όξυνση μιας σειράς αυταρχικών και κατασταλτικών μέτρων σε όλα τα μέτωπα του δημόσιου βίου, αλλά και η άνοδος της ακροδεξιάς οδηγούν πολλούς σε ιστορικίζουσες γενεαλογήσεις, θέτοντας τη χούντα ως ένα terminus post quem για την έναρξη μιας σειράς από πολιτικές και κοινωνικές παθολογίες της μεταπολιτευτικής Ελλάδας. Για κάποιους άλλους, αντίθετα, η καταγγελτική επίκληση της χούντας συνεχίζει να προικίζει με αγωνιστικές δάφνες νέους αγώνες ενάντια σε δυνάμεις αυθαιρεσίας και καταπίεσης, επιμηκύνοντας το σχήμα μακράς διάρκειας του μετεμφυλιακού ριζοσπαστισμού, που είχε ως κορύφωση του, βεβαίως, το Πολυτεχνείο.

Αυτή η «επικαιροποίηση» της χούντας και η έξαρση της μνήμης από τμήματα της κοινωνίας που δεν έζησαν μεν τις ιστορικές στιγμές, αλλά βιώνουν σε δεύτερο χρόνο την ανάμνηση της επταετίας, φαίνεται να μετατοπίζουν σταδιακά το ενδιαφέρον των ιστορικών από την πολυσυζητημένη το τελευταίο διάστημα δεκαετία του ’40 στη μακρά –κατά Arthur Marwick– δεκαετία του ’60. Μια επιστροφή, λοιπόν, στο αρχείο της χούντας σήμερα συνιστά μιαν ακόμη άσκηση στη μνήμη. Ποιες είναι οι όψεις της χούντας που επιλέγουμε να ξεχνούμε και ποιες να θυμόμαστε, και γιατί; Ποια ταμπού και ποιες απλουστεύσεις ή προκαταλήψεις χαρακτηρίζουν τις ιστορικές μας προσεγγίσεις; Τι «χρεώνεται» ως κληρονομιά της δικτατορίας στον πολιτικό, κοινωνικό και πολιτισμικό ιστό της σύγχρονης Ελλάδας, και με ποιους τρόπους κυκλοφορούν επιβιώσεις της επταετίας στο εθνικό φαντασιακό και στον δημόσιο λόγο από τη Μεταπολίτευση μέχρι σήμερα; Σε ποιο βαθμό, τέλος, η παρούσα οικονομική κρίση επηρεάζει την οπτική μας σχετικά με την επταετία; 

Προς αυτήν τη διπλή κατεύθυνση αρχειακής ανασύστασης και κριτικού αναστοχασμού γύρω από τη δικτατορία και τις επιβιώσεις της διοργανώθηκε από δύο πανεπιστημιακά ιδρύματα της Νέας Υόρκης (Columbia και NYU) και με την αρωγή πλήθους σχετικών φορέων σε Αμερική και Ελλάδα η διημερίδα The Colonels’ Dictatorship and its Afterlives στις 23-24 Απριλίου 2015 στο Πανεπιστήμιο Columbia. Αρχική φιλοδοξία της διημερίδας αποτέλεσε η χαρτογράφηση νέων ερευνητικών τάσεων και μεθοδολογικών προσεγγίσεων, η γόνιμη διεπιστημονική μελέτη μέχρι πρότινος ανεξερεύνητων κοινωνικών, οικονομικών και πολιτισμικών διαστάσεων της δικτατορίας, αλλά κυρίως η (συγ)κριτική προσέγγιση των επιβιώσεων της επταετίας στον ιστορικό και κοινωνικό χάρτη της μεταπολιτευτικής Ελλάδας και της τωρινής κρίσης.

Αφετηρίες της διημερίδας ήταν τα εξής ερωτήματα: έχει γίνει συστηματική αρχειακή και εθνογραφική έρευνα σε σχέση με την επταετία; Κι αν ναι, σε ποιο βαθμό; Αν όχι, τι εμποδίζει την ερευνητική προσέγγιση πτυχών της δικτατορίας; Σε ποιο βαθμό τα πορίσματα της πρωτογενούς έρευνας κλονίζουν ή ενισχύουν βεβαιότητες γύρω από τις πρακτικές αλλά και την εικόνα των συνταγματαρχών και πόσο έτοιμοι είμαστε να δεχτούμε νέες διαπιστώσεις; Μέσα από ποιες στρατηγικές, για παράδειγμα, η χούντα συνδύασε την κοινωνική και αναπτυξιακή της πολιτική με ένα εκσυγχρονιστικό μοντέλο και μια ρητορική εκμοντερνισμού; Αν το ίδιο το καθεστώς αποδείχτηκε εφευρετικό σε επίπεδο προπαγάνδας και στους τρόπους σύνδεσής του με το ιστορικό παρελθόν (μνημεία, εορτές, ρητορική), τι συμπεράσματα μπορεί να εξαγάγει κανείς για την ιστορική κουλτούρα της μεταπολιτευτικής Ελλάδας ως προς τη διαχείριση της μνήμης της ίδιας της δικτατορίας; Είχε ή όχι κοινωνική νομιμοποίηση και από ποιους, και πώς αυτό συνδέεται με τις μεταπολιτευτικές πελατειακές πρακτικές; Πόσο μαζική ήταν η αντίσταση, και, αν δεν ήταν, πόσο έτοιμοι είμαστε να αμφισβητήσουμε αυτό το νομιμοποιητικό αφήγημα της μετάβασης στη δημοκρατία; Μια κοινότητα νέων ερευνητών, προερχόμενη από τους χώρους της πολιτικής ιστορίας, της ανθρωπολογίας, των λογοτεχνικών και πολιτισμικών σπουδών, της κοινωνιολογίας και της αρχιτεκτονικής προσπάθησαν να απαντήσουν σε αυτά τα ερωτήματα μέσα από την οπτική γωνία της ιδιαίτερης θεματικής τους και με τα εργαλεία της επιστημονικής πειθαρχίας που υπηρετούν. 

Στην αρχική συνεδρία το ενδιαφέρον επικεντρώθηκε στην πρόσληψη της χούντας από «εξωτερικούς παρατηρητές»: συζητήθηκαν η πρόσληψη της δράσης και της προσωπικότητας του Γεωργίου Παπαδόπουλου από τη σκοπιά της βρετανικής διπλωματίας (Αλέξανδρος Ναυπλιώτης) αλλά και οι αντιδράσεις της αμερικανικής διανόησης σχετικά με την ελληνική δικτατορία, όπως αποτυπώνονται μέσα από τις σελίδες του «Lighthouse» στο The New York Review of Books (Φωτεινή Δημηρούλη). Προσεγγίζοντας τις εκσυγχρονιστικές φιλοδοξίες της χούντας, παρουσιάστηκαν στοιχεία γύρω από την τουριστική ανάπτυξη της περιόδου (Μιχάλης Νικολακάκης) καθώς και των τρόπων που διαπλέκονται οι στρατηγικές της οικιστικής πολιτικής και του αστικού σχεδιασμού με τον καθεστωτικό λόγο περί ανάπτυξης (Πασχάλης Σαμαρίνης). Συζητήθηκε, επιπλέον, η παρουσία της χούντας στο συλλογικό φαντασιακό, στον δημόσιο λόγο αλλά και σε καθημερινές πρακτικές στη σύγχρονη Ελλάδα μέσα από την σύνδεσή της με το κιτς (Τζέσικα Κουρνιάκτη), καθώς και μια μεθοδολογική πρόταση μελέτης της ιστορικής κουλτούρας της δικτατορίας, του τρόπου δηλαδή που συνδέεται με το παρελθόν, και συγκεκριμένα με τη δικτατορία του Μεταξά, μέσα από τα μνημεία που εγείρονται κατά την επταετία (Ελένη Κούκη).

Η μελέτη των βασανιστηρίων τοποθετήθηκε σε συγκριτικό πλαίσιο με την αντίστοιχη περίπτωση του καθεστώτος Βιδέλα στην Αργεντινή (Janis Nalbadidacis), ενώ διερευνήθηκαν και πολυτροπικές διαστάσεις της καταστολής όπως η μουσική, ο ήχος και η σιωπή στα κέντρα κράτησης (Άννα Παπαέτη). Οι επιβιώσεις της δικτατορίας στις δομές δικαϊκής τάξης της μεταπολιτευτικής Ελλάδας μελετήθηκαν τόσο μέσα από την περίπτωση των δικών των «πρωταιτίων» και των βασανιστών της χούντας (Chloe Howe Haralambous), όσο και μέσα από τις πρακτικές νομικής ποινικοποίησης (Leonidas Cheliotis & Sappho Xenakis). Τέλος, συζητήθηκαν οι τρόποι με τους οποίους η πολιτισμική μνήμη της χούντας ακροβατεί μεταξύ ατομικής κατάθεσης και δημόσιου προβληματισμού, αναλύοντας αφενός λογοτεχνικούς αφηγηματικούς τρόπους στα όρια της προσωπικής αυτοβιογραφίας και της δημόσιας ιστορίας (Ειρήνη Κοτσοβίλη) και αφετέρου τις δημόσιες αφηγήσεις και τα στερεότυπα γύρω από την αστυνομία και τη σύνδεσή της με το χουντικό καθεστώς (Ρόζα Βασιλάκη).

Οι δύο στρογγυλές τράπεζες συνέβαλαν στη διερεύνηση της δικτατορίας από τη σκοπιά της ιστοριογραφίας, της κοινωνικής ανθρωπολογίας και της πολιτικής επιστήμης. Εκκινώντας από τα ιστοριογραφικά ταμπού που συχνά καλύπτουν τη μελέτη των αυταρχικών καθεστώτων, ο Mark Mazower, ο Κωστής Κορνέτης και ο Δημήτρης Αντωνίου συζήτησαν για το κατά πόσο η απουσία συστηματικής έρευνας, η ικανή χρονική και συναισθηματική απόσταση και ο συντελεσμένος χρόνος της μνήμης είναι ικανές κι αναγκαίες προϋποθέσεις για την προσέγγιση και την ιστορική μελέτη των δικτατοριών. Από την άλλη, στη συζήτηση για τις συγκριτικές και τις δι-εθνικές προοπτικές στη μελέτη των δικτατορικών καθεστώτων, η Νένη Πανουργιά, η Jo Labanyi και η Katherine Hite κατέθεσαν τις σκέψεις τους για το κατά πόσο η διάσταση της αυταρχικής καταστολής και των βασανιστηρίων οφείλει να αποτελεί σημείο εκκίνησης στη μελέτη των δικτατοριών. Επιπλέον, συζητήθηκε κριτικά κατά πόσο η απουσία μιας θεσμικής-συλλογικής αφήγησης γύρω από τις δικτατορίες σε χώρες της Λατινικής Αμερικής και του ευρωπαϊκού νότου συνδέεται με την έξαρση της μετα-μνήμης (post-memory)1 από άτομα που στερούνται άμεσης εμπειρίας, αλλά βιώνουν σε δεύτερο χρόνο τη μνήμη των δικτατοριών.

Αν υπάρχει κάτι καινούργιο που η διημερίδα αυτή συνεισέφερε στην έρευνα γύρω από τη χούντα είναι ότι μετατόπισε τα όρια των αναλυτικών μας προβληματισμών στο παρόν, αναδεικνύοντας ξανά τη ρευστότητα του ιστορικού χρόνου αλλά και των σημερινών «ρευστών καιρών», κατά τον Ζίγκμουντ Μπάουμαν.2 Με άλλα λόγια, η συζήτηση γύρω από τη χούντα δεν αφορά μια περίοδο που κλείνει οριστικά το 1974. Η αίσθηση πως ο νέος αυτός «πόλεμος γύρω από την ιστορία» έχει περισσότερο πολιτισμικές και κοινωνικές διαστάσεις, ανοίγει μια μεγάλη συζήτηση για το γιατί και πώς η χούντα ταυτίστηκε με το κιτς, και με ποιους τρόπους η σύνδεση αυτή κυριάρχησε –αν όχι καθόρισε– μια νέα μεταπολιτευτική ατζέντα μαζικής κουλτούρας και lifestyle. Και κατά πόσο τελικά η ατομική μνήμη της δικτατορίας, ιδιαίτερα σε πεδία όπως ο κινηματογράφος και η λογοτεχνία, συνδέεται με τη συγκρότηση νέων υποκειμένων, ταυτοτήτων και μικρο-αφηγήσεων; Τι μπορεί να προσφέρει μια συγκριτική θεώρηση γύρω από τις περιπτώσεις των βασανιστηρίων, των καθεστωτικών μηχανισμών καταστολής, αλλά και της αντιδικτατορικής δράσης; Και πόσο χρήσιμο είναι, τελικά, να διαβάζουμε τη χούντα μέσα από το δίπολο τομή ή συνέχεια στην ιστορία της μεταπολεμικής Ελλάδας;

Με αυτήν τη διημερίδα ανοίγει ουσιαστικά το ερευνητικό πεδίο προς διεπιστημονικά ενημερωμένες προσεγγίσεις της ιστορικής περιόδου της χούντας αλλά και όσων η επταετία κληροδότησε στο παρόν. Μελετητές χωρίς άμεση βιωματική εμπλοκή με την περίοδο της χούντας και την πρώιμη μεταπολιτευτική συνθήκη κατέθεσαν τολμηρές (και, για πολλούς, επιστημολογικά ευαίσθητες) προσεγγίσεις της περιόδου και της μνήμης της. Βασικό, τέλος, συμπέρασμα της διημερίδας αποτέλεσε το ότι ο ανοιχτός διάλογος παρόντος-παρελθόντος εμπλουτίζει τόσο σε όγκο όσο και μεθοδολογικά την κριτική ανάγνωση του καθεστώτος ενώ τροφοδοτεί καίρια τις ιστοριογραφικές αναζητήσεις γύρω από τις ρήξεις και τις συνέχειες στη μεταπολιτευτική περίοδο.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1. Marianne Hirsch, The Generation of Postmemory. Writing and Visual Culture After the Holocaust, Columbia University Press 2012.

2. Ζίγκμουντ Μπάουμαν, Ρευστοί καιροί. Η ζωή την εποχή της αβεβαιότητας, μετάφραση: Κωνσταντίνος Δ. Γεώρμας, Μεταίχμιο, 2009

files/chronosmag/themes/theme_one/faviconXronos.png

  ΧΡΟΝΟΣ 26 (06.2015)