νέες ιστοριογραφικές προσεγγίσεις για τη μετεμφυλιακή ελλάδα

 

Αλέξανδρος Καζαμίας

Κείμενο ομιλίας που πραγματοποιήθηκε στο 2ο Επιστημονικό Εργαστήριο με θέμα
«Η ελληνική ιστοριογραφία στον 20ό αιώνα», Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου,
Κόρινθος, 20 Σεπτεμβρίου 2014.

 

Προτού καταπιαστώ με το κατεξοχήν θέμα της ομιλίας μου, που αφορά την ιστοριογραφία για τη μετεμφυλιακή εποχή, επιτρέψτε μου να ξεκινήσω με κάποιες εισαγωγικές παρατηρήσεις για την ίδια την ιστορία της περιόδου που θα μας απασχολήσει. Από πολιτική σκοπιά, τα μετεμφυλιακά χρόνια, δηλαδή η εποχή που εκτείνεται από το 1949 μέχρι το στρατιωτικό πραξικόπημα του 1967, διέπονται από ένα έντονο στοιχείο ειρωνείας. Είναι μια περίοδος που ξεκινά με τη νίκη των αστικών θεσμών που επέβαλε η εθνικόφρονη παράταξη μετά τον Εμφύλιο και τελειώνει 18 χρόνια αργότερα με την κατάλυση των θεσμών αυτών από τους ίδιους τους εθνικόφρονες που πολέμησαν την αριστερά για να τους επιβάλουν. Αν δούμε για παράδειγμα την εποχή αυτή με τα μάτια των δύο πολιτικών που ηγούνταν των μεγαλύτερων αστικών κομμάτων το 1967, του Παναγιώτη Κανελλόπουλου και του Γεωργίου Παπανδρέου, τότε το παράδοξο αυτό στοιχείο μπορεί να φανεί πιο εύγλωττα από το γεγονός ότι, ενώ στις δεκαετίες του 1940 και του 1950 εκείνοι ως πρωθυπουργοί και υπουργοί πρωτοστατούσαν στις φυλακίσεις των αριστερών, το 1967 οι ίδιοι τελικά οδηγήθηκαν στη φυλακή από τους εθνικόφρονες υφισταμένους τους. Με άλλα λόγια, η κεντρική αντίφαση που κυριαρχεί στην περίοδο αυτή θα μπορούσε να συνοψιστεί στην παρατήρηση ότι τα μετεμφυλιακά χρόνια είναι η εποχή κατά την οποία οι νικητές του Εμφυλίου ηττήθηκαν από τους ίδιους τους εαυτούς τους. 

Βεβαίως, παρόλο που ένας από τους δύο πολιτικούς που προαναφέραμε, ο Κανελλόπουλος, έζησε αρκετά χρόνια για να αφηγηθεί αργότερα με αυτοκριτικό ύφος την ειρωνεία της μετεμφυλιακής περιόδου στο βιβλίο Ιστορικά δοκίμια (1975), ελάχιστοι ερευνητές προσπάθησαν έκτοτε να αναλύσουν την εποχή αυτή ως μια αναδίπλωση των αντιφάσεων της εθνικοφροσύνης. Αντιθέτως, είτε εξαιτίας της μεγάλης (και κατανοητής) ιδεολογικής φόρτισης που κυριάρχησε μετά τον Εμφύλιο είτε εξαιτίας της (ολιγότερο δικαιολογημένης, αλλά) εξίσου έντονης κομματικοποίησης των ελληνικών ιστορικών αφηγημάτων,1 η μετεμφυλιακή περίοδος έχει ως τώρα παρουσιαστεί με αρκετά γραμμικό και άκαμπτο τρόπο. Αν μιλούσαμε σχηματικά, η εξελικτική/εθνοκεντρική προσέγγιση την αντιμετωπίζει κυρίως ως συνδετικό κρίκο ανάμεσα στην αποτροπή του «κομμουνιστικού κινδύνου» το 1949 και στην τελική επικράτηση της δημοκρατίας μετά το 1974, ενώ, αντίθετα, η μαρξίζουσα ιστοριογραφία την παρουσιάζει ως τη μακρά εκδίκηση των νικητών του Εμφυλίου και των ξένων πατρώνων τους κατά της αριστεράς. Κανένα όμως από τα δύο αυτά αφηγήματα δεν θέτει στη βάση του προβληματισμού του τις εσωτερικές αντιφάσεις του μετεμφυλιακού καθεστώτος και, ακριβώς γι’ αυτό, ποτέ δεν έχει ως τώρα τονιστεί επαρκώς το αυτοκαταστροφικό στοιχείο που οδήγησε το σύστημα της εθνικοφροσύνης στο να στραφεί τελικά κατά του εαυτού του και να τον ακυρώσει. Οπωσδήποτε, η ύπαρξη των αντιφάσεων αυτών είναι αρκετά γνωστή σε κάποιους ιστορικούς, όμως σχεδόν ποτέ η έρευνα δεν τα έθεσε στο επίκεντρο της προσοχής της. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η επισήμανση του κοινωνιολόγου Νίκου Μουζέλη, ο οποίος εύστοχα παρατηρεί στο βιβλίο του Σύγχρονη Ελλάδα: Όψεις υπανάπτυξης (1978) ότι μετά το 1949 το δίλημμα των νικητών του Εμφυλίου ήταν «είτε να “ενσωματώσουν” τις μάζες μέσω μιας κοινοβουλευτικής δημοκρατίας ή να τις καθυποτάξουν χρησιμοποιώντας άμεση κυριαρχία». Ωστόσο, αντί η ανάλυση αυτή να δώσει τη δέουσα προσοχή στη συνεχιζόμενη διαμάχη μέχρι το 1967 ανάμεσα στους κοινοβουλευτικούς θεσμούς και στα αυταρχικά κέντρα εξουσίας (στρατός, Παλάτι, παρακράτος), ο Μουζέλης τελικά ακολουθεί το καθιερωμένο αφήγημα της μαρξίζουσας ιστοριογραφίας και καταλήγει κι αυτός στο προβληματικό συμπέρασμα ότι «οι εκλογικές νίκες του Παπάγου [το 1951-52] επιβεβαίωσαν την κυριαρχία του στρατού επί των κοινοβουλευτικών δυνάμεων».2 Όπως όμως υποστηρίζω στο βιβλίο μου Greece and the Cold War, κλειδί για την κατανόηση του μετεμφυλιακού καθεστώτος είναι να γίνει αντιληπτό ότι η άρνηση του Παπάγου να αποδεχτεί την ηγεσία του πραξικοπήματος του ΙΔΕΑ τον Μάιο του 1951, επιλέγοντας την άνοδό του στην εξουσία ένα χρόνο αργότερα μέσω εκλογών, παρέτεινε για άλλα 16 χρόνια την αμφιταλάντευση της «ελεγχόμενης δημοκρατίας» των εθνικοφρόνων ανάμεσα στον κοινοβουλευτισμό και τις αυταρχικές παρεμβάσεις. 

Ένα εξίσου κυρίαρχο γνώρισμα της εποχής αυτής, για το οποίο θα ήθελα να κάνω κάποιες παρατηρήσεις, είναι ο κρατικός λόγος της εθνικοφροσύνης. Η θεμελιώδης αυτή έννοια, την οποία αργότερα επαναπροσδιόρισε η Χούντα, έπαιξε καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση του μετεμφυλιακού καθεστώτος, ιδίως στο ιδεολογικό και πολιτιστικό πεδίο. Με ελάχιστες εξαιρέσεις, η συντριπτική πλειονότητα των ιστορικών της περιόδου είτε παρακάμπτουν την έννοια αυτή είτε την προσδιορίζουν με συγκεχυμένο και επιφανειακό τρόπο ως μια «υπερσυντηρητική» ιδεολογία της σκληρής δεξιάς και του παρακράτους. Η αντίληψη αυτή ωστόσο οφείλεται κυρίως σε έναν αναχρονισμό, βάσει του οποίου η εθνικοφροσύνη ορίζεται με τη στενή και ακροδεξιά έννοια που της προσέδωσε η Χούντα και κατόπιν προβάλλεται αναδρομικά στο καθεστώς των ετών 1949-1967. Όπως έχω υποστηρίξει σε δύο πρόσφατα άρθρα, το «Ψευδο-Εγελιανά κατασκευάσματα», που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Kambos του πανεπιστημίου Cambridge, και το «Η αρχαιότητα ως ψυχροπολεμική προπαγάνδα», που περιλαμβάνεται στο βιβλίο του Δημήτρη Τζιόβα Re-imagining the Past,3 η εθνικοφροσύνη συγκροτήθηκε κυρίως από τα γραπτά τριών σημαντικών καθηγητών Φιλοσοφίας, του Κωνσταντίνου Τσάτσου, του Παναγιώτη Κανελλόπουλου και του Ιωάννη Θεοδωρακόπουλου, οι οποίοι αυτοπροσδιορίζονταν ιδεολογικά μεταξύ της μετριοπαθούς Δεξιάς και του βενιζελικού Κέντρου. Αυτός ο εξουσιαστικός λόγος, του οποίου κύριο γνώρισμα ήταν ο ακραιφνής αντικομμουνισμός, υπήρξε αρκετά ασαφής και ελαστικός ώστε να λειτουργεί ως είδος πολιτικής ομπρέλας, κάτω από τη σκέπη της οποίας μπορούσαν να καλυφθούν τόσο οι φιλελεύθεροι βενιζελικοί όσο και οι συντηρητικοί και οι ακροδεξιοί. Έτσι, με ελάχιστες εξαιρέσεις, όλο το πολιτικό σύστημα της μετεμφυλιακής περιόδου, όπως ορθά υποστηρίζει ο Νίκος Αλιβιζάτος, υπήρξε πολωμένο ανάμεσα στους «εθνικόφρονες» και τους «μη εθνικόφρονες»,4 ενώ η πρώτη κατηγορία πάντοτε περιλάμβανε όλα τα κόμματα του Κέντρου. Για παράδειγμα, το 1952, η ΕΠΕΚ του Νικόλαου Πλαστήρα, το προοδευτικότερο από τα τρία κόμματα του Κέντρου, θεωρείτο από φίλους και αντιπάλους ως «εθνικόφρον» κόμμα, ενώ το 1961, όταν ο Γεώργιος Παπανδρέου κατήγγειλε τις περιβόητες εκλογές «βίας και νοθείας», διαμαρτυρήθηκε δημόσια κατά του διωγμού που άσκησε το παρακράτος εις βάρος των ψηφοφόρων της Ένωσης Κέντρου με το επιχείρημα ότι «η εντολή ήτο η ψήφος να είναι εθνικόφρον», όχι μόνο δεξιά.5

Συνεπώς, όταν αναφερόμαστε στο μετεμφυλιακό καθεστώς, στην πραγματικότητα μιλάμε για το πολιτικό σύστημα της εθνικοφροσύνης και όχι, όπως ένα σημαντικό τμήμα της ιστοριογραφίας ισχυρίζεται, για το λεγόμενο «μετεμφυλιακό κράτος της Δεξιάς». Αλλά και όσον αφορά το κράτος, είναι ανάγκη να υπογραμμιστεί ότι στα 7 από τα 18 χρόνια της περιόδου, δηλαδή στα τέσσερα δέκατά της, κυβέρνησαν κόμματα του Κέντρου, ενώ αρκετά από τα σκοτεινά κέντρα εξουσίας, όπως το Παλάτι, ο στρατός και η αμερικανική πρεσβεία, διατηρούσαν διασυνδέσεις με τα κόμματα αυτά. Για παράδειγμα, ο στενότερος πολιτικός σύμμαχος του Παλατιού μετά τη ρήξη του βασιλικού ζεύγους με τον Παπάγο και τον Μαρκεζίνη το 1950 υπήρξε ο αρχηγός των Φιλελευθέρων Σοφοκλής Βενιζέλος, ενώ οι ΗΠΑ πραγματοποίησαν ωμές παρεμβάσεις για να στηρίξουν όχι μόνο τη Δεξιά αλλά και τα κόμματα του Κέντρου, όπως συνέβη τον Μάρτιο-Απρίλιο του 1950 με την περιβόητη δημόσια επιστολή του πρέσβη Henry Grady, που συνέβαλε καθοριστικά στην ανάδειξη του στρατηγού Πλαστήρα ως πρωθυπουργού.6 Αλλά και μέσα στο στράτευμα, το Κέντρο είχε τη δική του επιρροή, παρά τη μεγάλη δύναμη του ακροδεξιού ΙΔΕΑ. Για παράδειγμα, στις εκλογές του 1951, η ψήφος του στρατού έδωσε στο Κέντρο ποσοστό κοντά στο 35%,7 που ήταν λίγο χαμηλότερο από εκείνο που απέσπασε σε εθνικό επίπεδο, ενώ υψηλόβαθμοι αξιωματικοί όπως ο στρατηγός Κατσώτας και ο ναύαρχος Σακελλαρίου, οι οποίοι προέβησαν σε πολιτικές παρεμβάσεις στο στράτευμα,8 ήταν υπουργοί των κυβερνήσεων Βενιζέλου και Πλαστήρα. Επομένως, η άποψη ότι το μετεμφυλιακό κράτος υπήρξε δήθεν αποκλειστικό κατασκεύασμα και εργαλείο της Δεξιάς είναι παραπλανητική. Αυτό βεβαίως δεν σημαίνει ότι η διάκριση Δεξιά-Κέντρο έπαψε να έχει σημασία, όμως εκείνο που πρέπει να λαμβάνεται πρωτίστως υπόψη είναι ότι η κυρίαρχη διάκριση την εποχή αυτή υπήρξε ανάμεσα στους εθνικόφρονες και τους μη εθνικόφρονες. Βεβαίως, καθώς οι εξελίξεις όδευαν προς το πραξικόπημα του 1967, οι εσωτερικές αντιθέσεις μέσα στο στρατόπεδο της εθνικοφροσύνης εντείνονταν. Όμως, και τότε ακόμα, η βασική διαμάχη δεν ήταν ανάμεσα στη Δεξιά και το Κέντρο, αλλά στους κοινοβουλευτικούς θεσμούς αφενός (περιλαμβανομένης και της κοινοβουλευτικής Δεξιάς) και στα αυταρχικά κέντρα εξουσίας αφετέρου, δηλαδή το Παλάτι, το παρακράτος και τον στρατό. 

 

Ο διχασμός της ιστοριογραφίας για τη μετεμφυλιακή Ελλάδα

Αν τώρα στρέψουμε την προσοχή μας στην ιστοριογραφία για τη μετεμφυλιακή περίοδο, το πρώτο πρόβλημα που αντιμετωπίζει ο σημερινός ιστορικός είναι η ακραία πόλωση που κυριαρχεί σε αυτήν ανάμεσα σε δύο κυρίαρχα και αντικρουόμενα αφηγήματα. Το πρώτο είναι το νεομαρξιστικό ή/και μαρξίζον αφήγημα της εξάρτησης, το οποίο θεμελίωσαν αρχικά οι διανοούμενοι της ηττημένης αριστεράς στις δεκαετίες του 1960 και 1970 με κύριο στόχο την απομυθοποίηση του επίσημου ιδεολογικού λόγου της εθνικοφροσύνης και την αποκάλυψη των έντονων σχέσεων εξάρτησης και υποτέλειας ανάμεσα στους νικητές του Εμφυλίου και τους Αμερικανούς πάτρωνές τους. Το αφήγημα αυτό θεμελιώθηκε αρχικά από ιστορικούς και κοινωνικούς επιστήμονες όπως ο Νίκος Σβορώνος, ο Κωνσταντίνος Τσουκαλάς, ο Σπύρος Λιναρδάτος, ο Γιάννης Ιατρίδης, ο Νίκος Μουζέλης, κ.ά., και απέκτησε ευρύτερη διάδοση διότι υιοθετήθηκε το 1972 από τον Ανδρέα Παπανδρέου στο βιβλίο του Η Δημοκρατία στο Απόσπασμα και κατόπιν από το ίδιο το ΠΑΣΟΚ ως η ημιεπίσημη, αν θέλετε, εκδοχή του κόμματος για τη μετεμφυλιακή ιστορία. Έκτοτε εμφανίστηκε μια δεύτερη γενιά ιστορικών έργων, κυρίως στις δεκαετίες του 1980 και 1990, που περιλαμβάνει τις μελέτες των Δημήτρη Χαραλάμπη, Πότη Παρασκευόπουλου, Χριστόφορου Βερναρδάκη και Γιάννη Μαυρή, αλλά και το Ο Βιασμός της Ελληνικής Δημοκρατίας του Αλέξη Παπαχελά που εκδόθηκε το 1997,9 τα οποία ενίσχυσαν το αφήγημα κυρίως μέσω του εμπλουτισμού του με νέο αρχειακό υλικό.

Στους αντίποδες της προσέγγισης αυτής, αρχικά στα τέλη της δεκαετίας του 1960 με τις μελέτες του Stephen Xydis για το Κυπριακό, αλλά κυρίως μετά το 1980, άρχισε να θεμελιώνεται παράλληλα και το εθνοκεντρικό αφήγημα για τη μετεμφυλιακή Ελλάδα. Αυτό παρουσίαζε την εξωτερική και οικονομική πολιτική της περιόδου ως προϊόντα ανεξάρτητης πολιτικής βούλησης η οποία κινήθηκε με γνώμονες το λεγόμενο «εθνικό συμφέρον» και τις φιλελεύθερες φιλοευρωπαϊκές αρχές. Μετά τις μελέτες του Xydis, στον οποίο παραχωρήθηκε υλικό από τον τότε υπουργό Εξωτερικών Ευάγγελο Αβέρωφ, ο ίδιος ο Αβέρωφ εξέδωσε το 1981 το δίτομο έργο του για το Κυπριακό Ιστορία Χαμένων Ευκαιριών, ενώ, ένα χρόνο πριν, ο διπλωμάτης Άγγελος Βλάχος κυκλοφόρησε επίσης το βιβλίο Δέκα Χρόνια Κυπριακού, όπου οι μετεμφυλιακές κυβερνήσεις προβάλλονται ως κυρίως προσανατολισμένες προς τον εθνικιστικό στόχο της πραγματοποίησης της Ένωσης της Κύπρου με την Ελλάδα. Από το 1990, αλλά κυρίως κατά την τελευταία δεκαπενταετία, η προσέγγιση αυτή έλαβε ευρύτερη ώθηση από επιστημονικές μελέτες όπως εκείνες των Δημήτρη Μιχαλόπουλου, Κωνσταντίνου Σβολόπουλου και Ευάνθη Χατζηβασιλείου, οι οποίες συγκλίνουν γύρω από την αξιωματική θέση του τελευταίου ότι «στη δεκαετία του 1950 ο υπέρτατος στόχος της ελληνικής πλευράς ήταν η Ένωση».10 Συνέπεια της προβληματικής αυτής θέσης είναι η υπόθεση ότι οι ελληνικές κυβερνήσεις της δεκαετίας του 1950 θεωρούσαν δήθεν την Ένωση σημαντικότερο στόχο της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής από τη συμμαχία με τις ΗΠΑ, την παραμονή της χώρας στο ΝΑΤΟ ή την υπεράσπιση του μετεμφυλιακού καθεστώτος από τον κομμουνισμό. Ωστόσο, αυτός ήταν και παραμένει ο ακρογωνιαίος λίθος του αφηγήματος της εθνοκεντρικής ιστοριογραφίας για τη μετεμφυλιακή περίοδο.

Ασφαλώς, η πόλωση που χαρακτηρίζει την ιστοριογραφία της μετεμφυλιακής περιόδου είναι ένα πρόβλημα που έχει διαπιστωθεί από παλιά. Ο καθηγητής Αργύρης Φατούρος μου εξιστόρησε το 2001 πώς ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του 1980 ο ίδιος μαζί με μια ομάδα ιστορικών στις ΗΠΑ διοργάνωσαν το συνέδριο που οδήγησε το 1980 στην έκδοση του συλλογικού τόμου Η Ελλάδα στη δεκαετία του 1940 σε επιμέλεια του Τζων Ιατρίδη, όπου κατόπιν μεγάλης προσπάθειας εξασφάλισαν τη συμμετοχή των κορυφαίων εκπροσώπων των δύο αντιμαχόμενων προσεγγίσεων, του καθηγητή Νίκου Σβορώνου και του Βρετανού συγγραφέα και πολιτικού Christopher Woodhouse. Βεβαίως, ο τόμος αυτός περιλάμβανε κυρίως κείμενα για τον Εμφύλιο, αλλά υπήρξαν αρκετές αναφορές καθώς και κάποια κεφάλαια που εστιάζονταν αποκλειστικά στη μετεμφυλιακή περίοδο, όπως εκείνα του Κώστα Βεργόπουλου και του Κωνσταντίνου Τσουκαλά. Ωστόσο η συνεύρεση ιστορικών από τα δύο αντίπαλα στρατόπεδα δεν κατάφερε να γεφυρώσει ούτε κατά τον στοιχειωδέστερο τρόπο το τεράστιο ιστορικό και επιστημολογικό χάσμα που τους χώριζε, με αποτέλεσμα το βιβλίο του Ιατρίδη να υπογραμμίζει ακόμη περισσότερο την εικόνα της ιστοριογραφίας για την περίοδο αυτή ως, κατ’ ουσία, ένα διάλογο κωφών. Γι’ αυτό δεν εκπλήσσει εξάλλου το γεγονός ότι αυτός ο συλλογικός τόμος Η Ελλάδα στη δεκαετία του 1940, παρά την αδιαμφισβήτητη πρωτοτυπία και σημασία του, δεν επηρέασε σημαντικά τη μεταγενέστερη κατεύθυνση της ιστοριογραφίας για τα μετεμφυλιακά χρόνια. Για παράδειγμα, το 2006, ο Δανός ιστορικός Morgens Pelt, στο βιβλίο του Tying Greece to the West, διαπίστωνε πολύ σωστά ότι

Η βιβλιογραφία [για την περίοδο 1949-1974] μπορεί να διαιρεθεί χοντρικά σε εκείνα τα έργα που υποδεικνύουν ότι η Ελλάδα υπήρξε λίγο ως πολύ ένα πιόνι στην παγκόσμια ψυχροπολεμική στρατηγική της Ουάσινγκτον και σε εκείνες που τονίζουν την επίδραση των εθνικών και πολιτικών συμφερόντων της Ελλάδας.11

Ενδεικτικό του προβλήματος που συνεχίζει να δημιουργεί αυτή η πόλωση, ωστόσο, είναι ότι και το ίδιο το βιβλίο του Pelt, παρά την εύστοχη κριτική του για τις κυρίαρχες τάσεις στη σχετική ιστοριογραφία, δεν καταφέρνει τελικά να απαλλαγεί από αρκετές αναλυτικές προκαταλήψεις της μαρξίζουσας παράδοσης που επιμένει μονόπλευρα στην προβολή του φαινομένου της εξάρτησης. 

 

Προσπάθειες για την υπέρβαση της πόλωσης

Κατά καιρούς έχουν υπάρξει μεμονωμένες προσπάθειες υπέρβασης της πόλωσης που κυριαρχεί στην ιστοριογραφία της περιόδου που συζητούμε. Ίσως η πιο σημαντική, αλλά παράλληλα και η πιο διδακτική, θεωρώ ότι είναι η περίπτωση του ιστορικού Γιάννη Στεφανίδη, συγγραφέα αρκετών βιβλίων και άρθρων για τα μετεμφυλιακά χρόνια. Τα δύο πρώτα βιβλία του είναι το Από τον Εμφύλιο στον Ψυχρό Πόλεμο (1999), το οποίο εξετάζει τις εξωτερικές σχέσεις της Ελλάδας την περίοδο 1949-1952, και το Isle of Discord (1999), που μελετά το Κυπριακό στην πενταετία 1950-1955. Ακολουθούν το Ασύμμετροι Εταίροι (2002), για τις ελληνοαμερικανικές σχέσεις την περίοδο του Ψυχρού Πολέμου, και το Stirring the Nation (2007), που πραγματεύεται τη σχέση πολιτικής κουλτούρας και εξωτερικής πολιτικής από το 1945 ως το 1967. 

Αν επιχειρούσαμε να συνοψίσουμε τις διαφορές που διακρίνουν την οπτική του Στεφανίδη από τις κυρίαρχες παραδόσεις της ιστοριογραφίας για την εποχή που μελετά θα πρέπει να σταθούμε κυρίως σε δύο κεντρικά σημεία. Το πρώτο αφορά τον έντονο αντεθνικισμό που διέπει το έργο του, ένα στοιχείο που τον διαφοροποιεί από την εθνοκεντρική ιστοριογραφία αλλά και εν μέρει από το αφήγημα της εξάρτησης, στο βαθμό που και το τελευταίο κυοφορεί μια στάση προάσπισης της εθνικής ανεξαρτησίας από τις εξωτερικές παρεμβάσεις των λεγόμενων «ξένων δυνάμεων». (Εξάλλου οι απόψεις του θεμελιωτή της νεομαρξιστικής ιστοριογραφίας, Νίκου Σβορώνου για τον εθνικισμό έγιναν πασίγνωστες μετά την έκδοση του δοκιμίου του για το ελληνικό έθνος και τη συζήτηση που ξέσπασε γύρω από αυτό το 2004-05.)12 Το δεύτερο σημείο που διαφοροποιεί τον Στεφανίδη από το αφήγημα της εξάρτησης είναι η προσήλωσή του στη διεθνολογική σχολή του ρεαλισμού. Ο ρεαλισμός, σε αντίθεση με τις συστημικές θεωρίες των διεθνών σχέσεων, συλλαμβάνει τα κράτη ως αυτόνομες οντότητες και εξετάζει τις πολιτικές τους ως προϊόντα εσωτερικών διεργασιών και όχι παγκόσμιων συσχετισμών και δομών. Αν την δούμε λοιπόν συνολικά, η ιδιαιτερότητα της προσέγγισης του Στεφανίδη έγκειται ακριβώς στον ασυνήθιστο συνδυασμό του αντεθνικισμού και της σχολής του ρεαλισμού που την διέπει. Επομένως, το εναλλακτικό αφήγημα που κατασκευάζει θυμίζει σε μεγάλο βαθμό αυτό που οι Αμερικανοί αποκαλούν «Cold War liberal approach», δηλαδή την προσέγγιση του «Ψυχροπολεμικού φιλελευθερισμού», ο οποίος εναντιώνεται και στον εθνικισμό και στον νεομαρξισμό ταυτοχρόνως, ενώ υπερασπίζεται σθεναρά τις αρχές του Ατλαντισμού και του ΝΑΤΟ.

Αν και ο Στεφανίδης παρουσιάζει μια σαφώς διαφορετική προσέγγιση της ιστορίας της μετεμφυλιακής περιόδου σε σχέση με τις δύο κυρίαρχες ιστοριογραφικές παραδόσεις, η εναλλακτική ερμηνεία που προτείνει παραμένει από πολλές απόψεις προβληματική και αναγωγιστική. Καταρχήν, ο αντεθνικισμός του συγκρούεται σε αρκετά σημεία με το ρεαλισμό του, αφού, όπως τονίζει ο γνωστός θεωρητικός του ρεαλισμού John Mearsheimer, ο εθνικισμός και ο ρεαλισμός, κάθε άλλο παρά συγκρουόμενα, είναι στην πραγματικότητα «αλληλένδετα φαινόμενα που αλληλοεπηρεάζονται με σημαντικούς τρόπους».13 Με άλλα λόγια, η προσπάθεια του Στεφανίδη να κατασκευάσει έναν αντεθνικιστικό ρεαλισμό τον οδηγεί σε έντονες ερμηνευτικές αντιφάσεις. Μια από αυτές λ.χ. φαίνεται στο γεγονός ότι, παρόλο που είναι από τους λίγους ιστορικούς που θεωρούν το αίτημα της «Ένωσης» με την Κύπρο ως μια ανεδαφική έκφραση αλυτρωτικού εθνικισμού, από την άλλη η κριτική που ασκεί στην κυβέρνηση Παπάγου μέσα από τη σκοπιά του ρεαλισμού καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η κυβέρνηση αυτή κακώς προσέφυγε στον ΟΗΕ και συγκρούστηκε με τη Βρετανία το 1954, διότι έτσι «απέτυχε να εξασφαλίσει τον αρχικό της στόχο, που ήταν να επιφέρει αλλαγή στη στάση των Βρετανών και να εκκινήσει μια διαδικασία που θα μπορούσε να οδηγήσει στην Ένωση».14 Ωστόσο, αν θέλουμε να συγκροτήσουμε ένα πραγματικά πιο ανοιχτό, κριτικό ιστορικό αφήγημα για τη μετεμφυλιακή περίοδο, θα πρέπει, μεταξύ άλλων, να τολμήσουμε επιτέλους να υιοθετήσουμε αναλύσεις που να στηρίζονται στην υπόθεση ότι η πραγμάτωση της Ένωσης με την Κύπρο ίσως να μην ήταν τελικά ποτέ ένας εφικτός ή ρεαλιστικός στόχος μετά το 1950· και με τον τρόπο αυτόν, να πάψουμε πλέον να χρησιμοποιούμε ως βασικό κριτήριο της αποτελεσματικότητας της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής κατά τη μετεμφυλιακή περίοδο το κατά πόσο αυτή πέτυχε ή απέτυχε να προσεγγίσει το στόχο της Ένωσης. Ωστόσο, ούτε ο Στεφανίδης ούτε κανένας άλλος ιστορικός της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής στη μετεμφυλιακή περίοδο δεν έχει ακόμη εγκαταλείψει, καθόσον ξέρω, την παραδοσιακή άποψη ότι η επίτευξη της Ένωσης πρέπει να αποτελεί το βασικό κριτήριο αξιολόγησης της διαχείρισης του Κυπριακού ζητήματος από τις κυβερνήσεις της Αθήνας. 

Ένα δεύτερο πρόβλημα που διέπει το αφήγημα του Στεφανίδη είναι ο υπερβολικά ευρύς τρόπος με τον οποίο συλλαμβάνει την έννοια του εθνικισμού. Δίχως να αμφισβητώ την προφανή ευρύτητα του φαινομένου και τις περίπλοκες διαστάσεις του, θεωρώ πως η επέκταση του ορισμού του εθνικισμού σε σημείο που να περιλαμβάνει και τον αντιαμερικανισμό δημιουργεί ανώφελες συγχύσεις. Ωστόσο, στο βιβλίο του Stirring the Nation (που έχει μεταφραστεί στα ελληνικά με τίτλο Εν ονόματι του έθνους), ο Στεφανίδης υποστηρίζει ακριβώς αυτό. Ασχέτως από το βαθμό στον οποίο θεωρεί κανείς τον αντιαμερικανισμό ως μια υγιή εκδήλωση αντι-ηγεμονίας ή, παραφράζοντας τον August Bebel, ως τον «σοσιαλισμό των ηλιθίων», ένα εναλλακτικό ιστορικό αφήγημα για τη μετεμφυλιακή εποχή πρέπει να μπορεί να διακρίνει ανάμεσα στις βασικές διαφορές που χωρίζουν τον εθνικισμό από τον αντιαμερικανισμό, αφού ο δεύτερος έχει συχνά αρθρωθεί από ομάδες που ταυτίζονται με έντονα διεθνιστικές αρχές. Ωστόσο, στο σημείο αυτό, το αφήγημα του Στεφανίδη φαίνεται να υιοθετεί για τη μετεμφυλιακή περίοδο κάτι ανάλογο με τη «θεωρία των δύο άκρων» που χρησιμοποίησε η κυβέρνηση Σαμαρά. Κατά συνέπεια, και ο ακραίος εθνικισμός του Γεωργίου Γρίβα και ο αντιαμερικανισμός της ΕΔΑ είναι, σύμφωνα με αυτήν την προβληματική άποψη, δύο όψεις του ιδίου νομίσματος! 

Τέλος, ίσως η πιο σημαντική αδυναμία του εναλλακτικού αφηγήματος του Στεφανίδη βρίσκεται στην ουσιοκρατική προσέγγιση που υιοθετεί για τον ελληνικό εθνικισμό ως ένα φαινόμενο που εξελίσσεται μέσα στο χρόνο δίχως να υπόκειται σε σημαντικές προσμείξεις με άλλα πολιτικά και ιδεολογικά ρεύματα. Ωστόσο, σε αντίθεση με την περίοδο της Δικτατορίας του Μεταξά, όπου πράγματι ο επίσημος ιδεολογικός λόγος του κράτους προσπάθησε να συγκροτήσει έναν καθαρό και ανόθευτο εθνικισμό, στη διάρκεια του Εμφυλίου και της μετεμφυλιακής περιόδου το ελληνικό κράτος ποτέ δεν άρθρωσε έναν εθνικιστικό λόγο απαλλαγμένο από προσμείξεις. Πιο συγκεκριμένα, ο επίσημος λόγος του κράτους την περίοδο αυτή ταυτίστηκε με την κεντρική έννοια της Εθνικοφροσύνης, πάνω στην οποία οικοδομήθηκε ένα αντικομμουνιστικό πρόγραμμα όπου συγχρωτιζόταν ο προπολεμικός εθνικισμός με τις νέες, φιλελεύθερες και αντεθνικιστικές αρχές του Ατλαντισμού. Με άλλα λόγια, ο ελληνικός εθνικισμός στην εμφυλιοπολεμική και μετεμφυλιακή περίοδο δεν αρθρώθηκε ποτέ από το ελληνικό κράτος ως μια καθαρή και αυτοτελής ιδεολογία με τον τρόπο που την παρουσιάζει στο έργο του ο Στεφανίδης, αλλά υπήρξε πάντοτε στενά συνδεδεμένος με τις φιλελεύθερες αρχές του λεγόμενου «Ελεύθερου Κόσμου» στο πλαίσιο του Ψυχρού Πολέμου. Υπό την έννοια αυτήν, από το 1944 ως το 1967, όταν αναφερόμαστε στον επίσημο λόγο του κράτους, είμαστε υποχρεωμένοι να μιλούμε για ένα υβριδικό φαινόμενο το οποίο παρασκεύασε η εθνικοφροσύνη και που, ελλείψει καλύτερου όρου, το αποκαλώ «εξαρτημένο εθνικισμό». 

Στο σημείο αυτό αξίζει να θέσουμε το ερώτημα: τι μπορούμε να διδαχτούμε από τις αδυναμίες του εναλλακτικού αφηγήματος που προτείνει ένας ιστορικός όπως ο Στεφανίδης; Κατά τη γνώμη μου, το βασικό συμπέρασμα είναι ότι μας είναι αδύνατο να συγκροτήσουμε ένα ικανοποιητικό εναλλακτικό αφήγημα για τη μετεμφυλιακή Ελλάδα αν στηριχτούμε αποκλειστικά σε μια προσπάθεια κριτικής ή αποδόμησης του εθνικισμού. Αυτό ενδεχομένως να μπορεί να αποτελέσει τη βάση ενός ερευνητικού προγράμματος για προγενέστερες περιόδους της ελληνικής ιστορίας, όπου ο εθνικισμός εκδηλώνεται με πιο κυρίαρχο και ανόθευτο τρόπο, όπως λ.χ. για τη Δικτατορία Μεταξά. Όμως για την περίοδο του Εμφυλίου και του μετα-εμφυλίου είμαστε υποχρεωμένοι να εξετάζουμε τον εθνικισμό πάντα σε σχέση με τον κυρίαρχο αντικομμουνιστικό λόγο της εθνικοφροσύνης και, κατά συνέπεια, σε σχέση με το πλαίσιο της εξάρτησης του μετεμφυλιακού καθεστώτος από το ψυχροπολεμικό σύστημα που εδραίωσαν οι ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ. Αυτό δεν συνεπάγεται, βεβαίως, πως θα πρέπει να είναι κανείς ηπιότερος στην κριτική μελέτη του εθνικισμού. Αντιθέτως, η βασική συνέπεια μιας πιο σύνθετης σύλληψης όπως αυτή που προτείνω μέσα από τον όρο «εξαρτημένος εθνικισμός» είναι ότι χρειάζεται να μελετά κανείς εξίσου κριτικά και τον μετεμφυλιακό εθνικισμό αλλά και το αλληλένδετο φαινόμενο της εξάρτησης.

 

Προς ένα εναλλακτικό κριτικό αφήγημα 

Αν δεχτούμε τη χρησιμότητα αυτού του συμπεράσματος, είναι απαραίτητο να αναζητήσουμε τώρα τον τρόπο με τον οποίο θα μπορούσε να οικοδομηθεί ένα εναλλακτικό πλαίσιο ανάλυσης για τη μελέτη του ελληνικού εθνικισμού σε σχέση με το πλαίσιο της διεθνούς εξάρτησης. Αν και θα ήταν χρήσιμο να συνεχίσουμε να δανειζόμαστε όρους από τη θεωρία της εξάρτησης δίχως να ολισθαίνουμε στον οικονομισμό και τον ντετερμινισμό που την χαρακτηρίζει, όπως π.χ. θα μπορούσαμε να κάνουμε χρησιμοποιώντας τον όρο «ημιπεριφέρεια» με τον τρόπο που ο κοινωνιολόγος Νίκος Μουζέλης επιχείρησε στο βιβλίο του Politics in the Semi-Periphery (1985), με κανέναν τρόπο ωστόσο δεν θα πρότεινα την αναβίωση των νεομαρξιστικών θεωριών της δεκαετίας του 1960 και του 1970 ως λύση. Εξάλλου, η έννοια της εξάρτησης και ο προσδιορισμός της Ελλάδας ως τμήμα της ευρωπαϊκής περιφέρειας ή της παγκόσμιας ημι-περιφέρειας έχουν χρησιμοποιηθεί πρόσφατα με παραγωγικό τρόπο και από ιστορικούς που κάθε άλλο παρά μαρξιστές θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν, όπως π.χ. ο Πασχάλης Κιτρομηλίδης στο βιβλίο του Νεοελληνικός Διαφωτισμός, που εκδόθηκε πρόσφατα σε αγγλική μετάφραση με τίτλο Enlightenment and Revolution (2013). 

Τα τελευταία χρόνια, ωστόσο, σημαντικοί ιστορικοί των Βαλκανίων, όπως η Milica Bakić-Hayden, η Maria Todorova, η Vesna Goldsworthy και άλλοι, έχουν ξεκινήσει μια συστηματική προσπάθεια ανάδειξης του λόγου εξουσίας με τον οποίο η Δύση εδραίωσε την ηγεμονία της στα Βαλκάνια από τον 18ο μέχρι τον 20ό αιώνα. Ο κεντρικός ρόλος αυτού του εξουσιαστικού λόγου, που η Todorova ως γνωστόν αποκαλεί «Βαλκανισμό», αναγνωρίζεται σε θεωρητικό επίπεδο από αρκετούς ιστορικούς της σύγχρονης Ελλάδας. Ωστόσο, η αποδοχή της σημασίας και του ρόλου που διαδραμάτισε ο «Βαλκανισμός» δεν φαίνεται να έχει ακόμη επηρεάσει ούτε κατά το ελάχιστο την ιστοριογραφία για τη μετεμφυλιακή περίοδο. Η απουσία αυτή εκπλήσσει ακόμη περισσότερο αν αναλογιστούμε ότι, σύμφωνα με την Todorova, ο Βαλκανισμός «αποκρυσταλλώθηκε σε έναν συγκεκριμένο λόγο την εποχή των Βαλκανικών Πολέμων και του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου»,15 δηλαδή τρεις μόλις δεκαετίες πριν από την περίοδο που εξετάζουμε, ενώ, μετά το Δόγμα Τρούμαν, η διείσδυση των δυτικών αξιών, οικονομικών πόρων και δομών εξουσίας στην Ελλάδα υπήρξε ίσως μεγαλύτερη από οποιαδήποτε άλλη στιγμή στον 20ό αιώνα. Με άλλα λόγια, είναι δύσκολο να κατανοήσει κανείς γιατί μια νέα θεωρητική προσέγγιση, που εξετάζει τις βαλκανικές κοινωνίες μέσα από τη σχέση τους με τον δυτικό κόσμο, δεν έχει ακόμη βρει απήχηση στο εμπειρικό έργο ιστορικών που μελετούν την περίοδο της κατεξοχήν επιβολής της δυτικής και συγκεκριμένα της αμερικανικής ηγεμονίας στις κοινωνίες του βαλκανικού νότου.

Αξίζει εδώ να λάβουμε επιπλέον υπόψη ότι κεντρικό επιχείρημα της κριτικής του «Βαλκανισμού» είναι η άποψη ότι τα δυτικά στερεότυπα και οι ρατσιστικές προκαταλήψεις που τον συγκροτούν καθόρισαν την εξέλιξη των Βαλκανίων επίσης διότι οι κυρίαρχες ομάδες των χωρών της Χερσονήσου άρχισαν με τη σειρά τους να τον εσωτερικεύουν. Συγκεκριμένα, στο δεύτερο κεφάλαιο του Imagining the Balkans (1996), η Todorova υποστηρίζει πως ο στιγματισμός των Βαλκανίων από τους δυτικούς εσωτερικεύτηκε στα κράτη της περιοχής διότι αντιμετωπίστηκε με μια αντίστοιχη διαδικασία «αυτοστιγματισμού». Ιδού τι λέει: «Σε όλες τις βαλκανικές περιπτώσεις έχουμε πάντως ολοφάνερα να κάνουμε όχι μόνο με διαφορετικούς τρόπους αντιμετώπισης του στίγματος [του Βαλκανισμού], αλλά και με την περίπτωση του αυτοστιγματισμού».16 Η ίδια η Todorova παραδέχεται ωστόσο ότι ο μηχανισμός του «αυτοστιγματισμού» δεν έχει διερευνηθεί διεξοδικά, κάτι που ισχύει βεβαίως όχι μόνο για τα Βαλκάνια γενικότερα αλλά και για τη μετεμφυλιακή Ελλάδα ειδικότερα. Όμως εδώ νομίζω πως υπάρχει ένα πράγματι ευρύ και γόνιμο πεδίο έρευνας από το οποίο θα μπορούσαμε να οδηγηθούμε σε αρκετά καινούργια και πραγματικά ενδιαφέροντα συμπεράσματα.

Αν και δεν έχουμε τέτοια δείγματα στη σχετική ιστοριογραφία, όλως τυχαίως, διάβασα πρόσφατα μια από τις πιο ενδιαφέρουσες προσπάθειες ανάλυσης του φαινομένου που η Todorova αποκαλεί «αυτοστιγματισμό» σε ένα αδημοσίευτο κείμενο του Αντώνη Λιάκου, το οποίο διάβασε ο ίδιος σε ένα συνέδριο στο Λονδίνο. Εκεί, αναφέρεται στη γνωστή μελέτη του ιστορικού και ανθρωπολόγου του πανεπιστημίου της Οξφόρδης John Campbell Honour, Family and Patronage (1964) και εξηγεί ότι το βιβλίο αυτό «δημιούργησε έναν διανοητικό χάρτη στον οποίο η ελληνική κοινωνία τοποθετήθηκε στα όρια του ευρωπαϊκού κόσμου, στο μεταίχμιο ανάμεσα στις κοινωνίες του ορθολογισμού και τις κοινωνίες της συνήθειας». Και συνεχίζει ο Λιάκος:

Η «διαφορά» της Ελλάδας από τις υπόλοιπες (Δυτικο-) Ευρωπαϊκές χώρες είναι ένας παλιός λόγος, που ξεκινά από τον ελληνικό Αγώνα της Ανεξαρτησίας. Έκτοτε έχει δομήσει την ελληνική ιδεολογία με διττό τρόπο. Αφενός, παρουσιάζοντας τους Έλληνες ως όχι ακόμη Ευρωπαίους, και από την άλλη ως Ευρωπαίους πριν από τους Ευρωπαίους. [...] Συχνά ο λόγος αυτός καταλήγει στην ανάγκη των Ελλήνων να μιμούνται τους Ευρωπαίους στην υλική τους κουλτούρα, αλλά να προασπίζουν ως αναλλοίωτες τις πνευματικές αξίες και την εθνική κουλτούρα τους. [...] Αυτός ο λόγος [...] απαντάται συχνά στις χώρες της κεντρικής, ανατολικής και νότιας Ευρώπης ... Είναι ένας υπερεθνικός λόγος, όπου ένας ενδοευρωπαϊκός οριενταλισμός αλληλεπιδρά με έναν αυτο-οριενταλισμό.17

Είναι φανερό ότι ο Λιάκος αναφέρεται εδώ σε μια σημαντική πτυχή της εσωτερίκευσης του Βαλκανιστικού λόγου στην Ελλάδα της μετεμφυλιακής περιόδου. Όμως νομίζω ότι χρειαζόμαστε περισσότερες και πιο συστηματικές προσπάθειες διερεύνησης των τρόπων και των μηχανισμών που οικοδομούν αυτόν τον «αυτο-οριενταλισμό», ή αλλιώς τον «αυτοστιγματισμό» στον οποίο αναφέρεται η Todorova.

Μέχρι τώρα, η δική μου έρευνα με έχει οδηγήσει στο γενικό συμπέρασμα ότι η εσωτερίκευση του Βαλκανισμού στην Ελλάδα μετά το 1945 πραγματοποιήθηκε κυρίως μέσα από τη διαδικασία συγκρότησης του νέου επίσημου λόγου της εθνικοφροσύνης. Αν εξετάσουμε τα κείμενα που απαρτίζουν το λόγο αυτόν, τα οποία γράφτηκαν από γνωστούς πολιτικούς και διανοουμένους όπως ο Κωνσταντίνος Τσάτσος, ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος, ο Ιωάννης Θεοδωρακόπουλους κ.ά., τότε βλέπουμε πως στο πλαίσιο του οξέος αντικομμουνισμού τους, υιοθέτησαν παράλληλα και πολλές από τις δυτικές προκαταλήψεις που συγκροτούν το λόγο του Βαλκανισμού. Για παράδειγμα, το στερεότυπο που προβάλλει τα Βαλκάνια ως «σταυροδρόμι» μεταξύ Ευρώπης και Ανατολής εμφανίζεται συχνά στους αντικομμουνιστικούς λόγους του βασιλιά Παύλου το 1953, όπου υπογραμμίζεται η ιδέα ότι «από το ξεκίνημα της Ιστορίας» η Ελλάδα «βρέθηκε στο σταυροδρόμι συνάντησης συγκρουόμενων πολιτισμών».18 Με τον τρόπο αυτόν, η εθνικοφροσύνη επεδίωκε να παρουσιάσει τον Εμφύλιο ως μια δοκιμασία στην οποία υποβλήθηκε η Ελλάδα (όπως και οι Περσικοί Πόλεμοι της αρχαιότητας) κυρίως εξαιτίας της γεωγραφικής θέσης της στο μεταίχμιο του δυτικού πολιτισμού και της «Ανατολής». Την ίδια στιγμή, για να διαδώσει την ιδέα αυτήν, ο εθνικόφρων λόγος ήταν επίσης υποχρεωμένος να βασίζεται στο εξίσου Βαλκανιστικό στερεότυπο που θέλει την Ελλάδα μια «ακριτική χώρα» που ορίζεται από την υπερβολική έκθεσή της στις βάρβαρες αξίες που εισβάλλουν από την «Ανατολή». «Η ενιαία μοίρα των Βαλκανίων», έγραφε ο Κανελλόπουλος το 1951 για τα χρόνια του Εμφυλίου, 

χαλούσε με την ελεύθερη αναπνοή των Ελλήνων. Τα βόρεια σύνορα της Ελλάδος που τη χωρίζουν από τη Βουλγαρία, τη Γιουγκοσλαυΐα και την Αλβανία, είναι περίπου χίλια χιλιόμετρα. Τα χιλιόμετρα αυτά σημαίνουν ένα βαρύ χρέος των Ελλήνων – ένα χρέος που κάνει τους Έλληνες νάναι λαός συνόρων, λαός αιώνια «ακριτικός» – σημαίνουν όμως και για τον κομμουνισμό μια γραμμή.19

Ανάλογη περίπτωση συναντούμε και στις συχνές αναφορές του Τσάτσου και του Θεοδωρακόπουλου στον κομμουνισμό ως έναν ανορθολογικό «μύθο» ή μια «σοφιστική», που διέπεται από «ασυγκράτητη απειθαρχία και πάθος».20 Σύμφωνα επίσης με το λόγο της εθνικοφροσύνης, από το 1944 ως το 1967 η Ελλάδα τελούσε υπό «καθεστώς πολιορκίας», το οποίο επέβαλαν οι «βάρβαρες» δυνάμεις του κομμουνισμού. Με άλλα λόγια, για να προβληθεί αυτή η προπαγάνδα ήταν απαραίτητη προϋπόθεση να εδραιωθεί η εικόνα της Ελλάδας ως τόπου όπου οι ορθολογικές αξίες του δυτικού πολιτισμού απειλούνται εντονότερα από ό,τι στην υπόλοιπη Ευρώπη ακριβώς διότι συνορεύει γεωγραφικά με τους «ανορθολογικούς» πολιτισμούς της «Ανατολής». Μάλιστα, ένα από τα πιο χτυπητά παραδείγματα σύμμειξης της εθνικοφροσύνης με τον Δυτικό Οριενταλισμό αποτελεί η προσπάθεια ταύτισης του μαρξισμού με τον ισλαμικό φανατισμό. Σε ένα από τα πρώτα, και ίσως σημαντικότερα προπαγανδιστικά κείμενα του λόγου αυτού, το εγχειρίδιο Η Ελλάς ως Ιδέα (1945) του Ιωάννη Θεοδωρακόπουλου, αφού γίνει η σχετική αναφορά στο ισλαμοφοβικό κλισέ ότι «Ο Μωάμεθ έδωκε το Κοράνιο στο αριστερό και τη μάχαιρα στο δεξιό χέρι των οπαδών του και υποσχέθηκε τον παράδεισο σε όσους φονεύουν απίστους», διαβάζουμε αμέσως παρακάτω τα εξής: 

Και όμως υπήρξε στον τόπο μας, εις τη χώρα αυτήν του ανθρωπισμού, εκτός από τους πολιτικούς ηγέτες της θεωρίας, και μια άλλη θλιβερή ακολουθία «διανοουμένων», η οποία ασπάθηκε αυτήν τη θεωρία του Μωάμεθ και έδωκε εις το ένα χέρι των νέων τη φυλλάδα του Μαρξ και εις το άλλο το περίστροφο.21

Δεν χρειάζεται να επιμείνουμε περισσότερο στο σημείο αυτό. Τα παραπάνω παραδείγματα είναι, νομίζω, αρκετά για να πιστοποιήσουν ότι η εθνικοφροσύνη, εκτός από φορέας παραδοσιακών εθνικιστικών αρχών, υπήρξε παράλληλα και ένας εξίσου σημαντικός λόγος υπεράσπισης και εσωτερίκευσης των οριενταλιστικών δυτικών στερεοτύπων για τα Βαλκάνια και την Ελλάδα. Παρ’ όλα αυτά, όσο και αν ακούγεται περίεργο, η εθνικοφροσύνη δεν έχει ως τώρα διερευνηθεί ως λόγος «αυτοστιγματισμού» από την ιστοριογραφία για τη μετεμφυλιακή Ελλάδα, κυρίως διότι επικρατεί ακόμη η μονόπλευρη ερμηνεία που την παρουσιάζει ως κατά βάση «υπερσυντηρητική» και «άκρως εθνικιστική» ιδεολογία. Όμως, για να είμαστε ακόμη πιο ακριβείς, τις περισσότερες φορές η ιστοριογραφία της περιόδου που συζητούμε ούτε καν αναφέρεται στην εθνικοφροσύνη, αλλά επιλέγει συχνά είτε να την παρακάμπτει διακριτικά είτε να αναφέρεται σε αυτήν επιγραμματικά ως και να επρόκειτο για ένα δευτερεύουσας σημασίας φαινόμενο, το οποίο σχετίζεται μόνο με ακροδεξιές και παρακρατικές οργανώσεις. Στην πραγματικότητα, όμως, η εθνικοφροσύνη υπήρξε το αξιακό και πολιτικό θεμέλιο όλου του μετεμφυλιακού κράτους και των μηχανισμών κυριαρχίας που τέθηκαν σε ισχύ κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου και της μετεμφυλιακής εποχής, περιλαμβανομένης και της φιλελεύθερης κεντρώας εκδοχής τους. Επομένως, οποιαδήποτε προσπάθεια συγκρότησης ενός ολοκληρωμένου εναλλακτικού αφηγήματος της περιόδου 1944-1967 είναι υποχρεωμένη όχι μόνο να λαμβάνει σοβαρά υπόψη την επίδρασή της αλλά και να την θέτει αποφασιστικά στο επίκεντρο των αναλύσεών της.

Κλείνοντας, θα ήθελα να συνοψίσω τις προηγούμενες παρατηρήσεις σε τέσσερα βασικά σημεία τα οποία, κατά τη γνώμη μου, θα μπορούσαν να αποτελέσουν τη βάση για ένα εναλλακτικό και ερμηνευτικά πιο χρήσιμο ιστορικό αφήγημα για τη μετεμφυλιακή Ελλάδα. Πρώτο, είναι απαραίτητο να σταθούμε κριτικά απέναντι στις κυρίαρχες ιστοριογραφικές παραδόσεις του εθνοκεντρισμού και του νεομαρξισμού, αναγνωρίζοντας αφενός τα αναλυτικά όριά τους και αφετέρου την έντονη ιδεολογική χρήση της ιστορίας που τα διέπει. Δεύτερο, χρειαζόμαστε ένα νέο ερευνητικό πρόγραμμα που να μελετά κριτικά τον ελληνικό εθνικισμό στα χρόνια του Ψυχρού Πολέμου, όχι μεμονωμένα ή μέσα στο κενό, αλλά στο πλαίσιο της ηγεμονικής κυριαρχίας του δυτικού κόσμου πάνω στη μετεμφυλιακή Ελλάδα. Γι’ αυτό είναι απαραίτητο να λάβουμε υπόψη ότι, από τον Εμφύλιο και μετά, ο ελληνικός εθνικισμός δεν αρθρώνεται πλέον επίσημα ως μια ανόθευτη και αυτοτελής ιδεολογία, αλλά συνδέεται πλέον άρρηκτα με μια ισχυρή πολιτική νοοτροπία ψυχροπολεμικής εξάρτησης. Τρίτο, αντί να προσπαθούμε να αποδείξουμε το μέγεθος της εξάρτησης ή τη σημασία του εθνικισμού στη μετεμφυλιακή περίοδο, ο στόχος που προέχει είναι να μελετήσουμε τη σύνθετη και δυναμική σχέση που αναπτύχθηκε ανάμεσά τους καθώς και τους περίπλοκους μηχανισμούς μέσα από τους οποίους η αμερικανική ηγεμονία και ο ελληνικός εθνικισμός ήρθαν σε επαφή. Τέλος, για να τοποθετήσουμε τη σχέση της αμερικανικής ηγεμονίας και του ελληνικού εθνικισμού στο επίκεντρο των αναλύσεών μας για τη μετεμφυλιακή περίοδο, είναι απαραίτητο να στρέψουμε την προσοχή μας στον εξουσιαστικό λόγο της εθνικοφροσύνης και στους τρόπους με τους οποίους αυτός προσπάθησε να πολεμήσει τον κομμουνισμό αναμειγνύοντας τα δυτικά στερεότυπα για τα Βαλκάνια με τις παραδοσιακές αρχές του ελληνικού εθνικισμού.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

1. Με τον όρο «κομματικοποίηση της ιστορίας» εννοώ την τάση αρκετών ιστορικών αφηγημάτων, γραμμένων είτε από επιστήμονες ιστορικούς είτε από λόγιους, να ακολουθούν τις ερμηνευτικές κατευθύνσεις που κατασκευάζουν τα πολιτικά κόμματα (μέσω των λόγων αρχηγών και στελεχών τους, προγραμματικών διακηρύξεων, κομματικών εντύπων, προπαγανδιστικού υλικού, αρθρογραφίας των φίλα προσκείμενων ή κομματικών εφημερίδων, καθώς και των απομνημονευμάτων ή/και προσωπικών αρχείων των στελεχών τους). Παρά τα κοινά τους στοιχεία, η κομματικοποίηση της ιστορίας διαφέρει από τη λεγόμενη «ιδεολογική χρήση της ιστορίας» στο βαθμό που αναζητά γενεαλογίες, συνέχειες και ηθική δικαίωση της ιστορίας συγκεκριμένων κομμάτων και όχι μιας παράδοσης ιδεών. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το βιβλίο του Πότη Παρασκευόπουλου Φιλελεύθερα ανοίγματα μετά τον Εμφύλιο (1987), το οποίο παρουσιάζει την ιστορία των κυβερνήσεων Βενιζέλου και Πλαστήρα το 1950-52 μέσα από τη σκοπιά του μεταπολιτευτικού λόγου του ΠΑΣΟΚ, το οποίο αυτοπροσδιορίστηκε εξαρχής ως μετεξέλιξη του μετεμφυλιακού Κέντρου. Καθοριστικό στοιχείο του αφηγήματος αυτού δεν είναι τόσο η υπεράσπιση μιας σοσιαλιστικής ιδεολογικής οπτικής, όσο η δικαίωση του μετεμφυλιακού Κέντρου μέσα από μια οπτική που εδραιώνει και δικαιολογεί την ιστορική συνέχεια της λεγόμενης «Δημοκρατικής Παράταξης». Πιο πρόσφατο παράδειγμα είναι το βιβλίο του Stan Draenos Andreas Papandreou: The making of a Greek Democrat and Political Maverick (2012), του οποίου κάποια τμήματα, όπως το κεφάλαιο 18, αποτελούν σε μεγάλο βαθμό αναπαραγωγή των σχετικών αποσπασμάτων από το αυτοβιογραφικό βιβλίο του Ανδρέα Παπανδρέου Η δημοκρατία στο απόσπασμα (1972).

2. Νίκος Μουζέλης, Modern Greece: Facets of Underdevelopment, Macmillan, Λονδίνο 1977, σ. 116-117.

3. Alexander Kazamias (2012), «Pseudo-Hegelian Contrivances: The uses of German Idealism in the discourse of the post-Civil War Greek state», Kambos: Cambridge Papers in Modern Greek, τ. 19, σ. 47-73. Του ίδιου (2014), «Antiquity as Cold War Propaganda: The Political Use of the Classical Past in Post-Civil War Greece», στο Dimitris Tziovas (επιμ.) Re-imagining the Past: Antiquity and Modern Greek Culture, Oxford University Press, Οξφόρδη, σ. 128-147.

4. Νίκος Αλιβιζάτος, Οι πολιτικοί θεσμοί σε κρίση. Όψεις της ελληνικής εμπειρίας, Θεμέλιο, Αθήνα 1995, γ΄ έκδοση, σ. 677.

5. Ελευθερία, 21 Σεπτεμβρίου 1961, σ. 6.

6. F.R.U.S. 1950 Vol. V., Acheson προς Πρεσβεία Αθηνών (απόρρητο), 781.00/3-2350, 24 Μαρτίου 1950, σ. 353, Acheson προς Πρεσβεία Αθηνών (απόρρητο), 781.00/3-2850, 28 Μαρτίου 1950, σ. 355, Grady προς Acheson, 881.00R/4-350, 3 Απριλίου 1950, σ. 357-9, Καθημερινή, 2 Απριλίου 1950, σ. 1.

7. Ηλίας Νικολακόπουλος, Η καχεκτική δημοκρατία: Κόμματα και εκλογές, 1946-1967, Πατάκης, Αθήνα 2001, σ. 160, 139.

8. Γεώργιος Καραγιάννης, 1940-1952, Το δράμα της Ελλάδος. Έπη και αθλιότητες, Ε.Ν.Α., Ι.Δ.Ε.Α., Αθήνα 1964, σ. 269.

9. Βλ. τη βιβλιοκριτική Αλέξανδρος Καζαμίας, «Αλέξης Παπαχελάς, Ο βιασμός της ελληνικής δημοκρατίας, Εστία, Αθήνα 1997», Αντί, τχ. 646, 24 Οκτωβρίου 1997, σ. 64.

10. Ευάνθης Χατζηβασιλείου, Στρατηγικές του Κυπριακού: Η δεκαετία του 1950, Πατάκης, Αθήνα 2005, σ. 16 (η υπογράμμιση, δική μου).

11. Morgens Pelt, Tying Greece to the West: US-West German-Greek Relations, 1949-1967, Copenhagen, Museum Tusculanum Press, 2006, σ.23.

12. Νίκος Σβορώνος, Το Ελληνικό έθνος: Γένεση και διαμόρφωση του Νέου Ελληνισμού, Πόλις, Αθήνα 2004.

13. John J. Mearsheimer, «Kissing Cousins: Nationalism and realism», Yale Workshop in International Relations, 5 May 2011, σ. 1-44, para σ. 3, http://johnmearsheimer.uchicago.edu/pdfs/kissingcousins.pdf.

14. Ioannis Stefanidis, Isle of Discord: Nationalism, Imperialism and the Making of the Cyprus Problem, Hurst, Λονδίνο 1999, σ. 295, 297.

15. Maria Todorova, Βαλκάνια: Η Δυτική φαντασίωση, Θεσσαλονίκη, Παρατηρητής, 2000, σ. 61-62.

16. Todorova, Βαλκάνια, σ. 139, 141.

17. Antonis Liakos, «Discourses on the Greek Crisis», κείμενο ανακοίνωσης από το συνέδριο Greek Democracy: 40 Years On, Λονδίνο, 21 Σεπτεμβρίου 2014, σ. 1-6, παραπομπή από τη σ. 3.

18. Speeches Delivered by H.Μ. The King of the Hellenes During the State Visit to U.S.A., 28 Oct. - 3 Dec. 1953, Εθνικό Ίδρυμα, Αθήνα 1954, σ. 21, 16.

19. Παναγιώτης Κανελλόπουλος, Ο εικοστός αιώνας. Η πάλη μεταξύ ανθρωπισμού και απανθρωπίας, Πυρσός, Αθήνα 1951, σ. 198.

20. Κωνσταντίνος Τσάτσος, Έθνος και κομμουνισμός, Αποστολική Διακονία της Εκκλησίας της Ελλάδος, Αθήνα 1952, σ. 29˙ Ιωάννης Θεοδωρακόπουλος, Ο διάλογος, η διαλεκτική και η εποχή μας, Saggi Filosofici 5, Editioni della Philosofia, Τορίνο 1959, σ. 1-15.

21. Ιωάννης Θεοδωρακόπουλος, Η Ελλάς ως Ιδέα. Ο Πόλεμος και οι ιδεολογίες, Αθήνα 1945, σ. 16.

files/chronosmag/themes/theme_one/faviconXronos.png

  ΧΡΟΝΟΣ 29 (09.2015)