ο Γιάννης Σκαρίμπας στην εφημερίδα «Δημοκρατικός Τύπος» (1950-1951)

 

Συμεών Γρ. Σταμπουλού

  

Εἶναι ἡ πρώτη φορά, ἐξ ὅσων γνωρίζουμε, ποὺ ὁ Γιάννης Σκαρίμπας (1893-1984) ἀρθρογραφεῖ, σταθερὰ παρών, σὲ ἀθηναϊκὴ πολιτικὴ ἐφημερίδα μὲ χρονογραφήματα, κριτικὰ σημειώματα ἐν εἴδει ἐπιστολῆς, ἢ ἀπαντώντας σὲ δημοσιογραφικὴ ἔρευνα μαζὶ μὲ ἄλλες προσωπικότητες ἀπὸ τὸν χῶρο τῶν Γραμμάτων.1 Τὸ ἐνδιαφέρον εἶναι ὅτι στὸν βραχὺ βίο τῆς ἐφημερίδας, ἀπὸ τὶς 28 Φεβρουαρίου 1950 μέχρι τὶς 8 Σεπτεμβρίου 1951, ἡ παρουσία του εἶναι σταθερή, ὄχι μόνο μὲ ἐπιστολὲς ποὺ στέλνει στὰ γραφεῖα της, στὴν ὁδὸ Φραγκίσκου Ροῦζβελτ 64, ὅπως εἶχε γιὰ ἕνα διάστημα μετονομαστεῖ ἡ ὁδὸς Ἀκαδημίας στὴν Ἀθήνα, ἀλλὰ καὶ μὲ ἀνακοινώσεις στὶς «Φιλολογικὲς ἐπιφυλλίδες» τῆς ἐφημερίδας γιὰ κυκλοφορίες ἔργων τόσο τοῦ Σκαρίμπα ὅσο καὶ τῆς ἀδελφῆς του, ποιήτριας Καλλιόπης Σκαρίμπα.

  Ὁ «Δημοκρατικὸς Τύπος» (Δ.Τ.) ὑπῆρξε γιὰ ἕνα διάστημα τὸ ἐπίσημο ἑβδομαδιαῖο, κυριακάτικο δημοσιογραφικὸ ὄργανο τῶν ἀριστερῶν πολιτικῶν δυνάμεων, δεδομένου ὅτι ἡ κυκλοφορία τοῦ «Ριζοσπάστη», ἐπίσημου ὀργάνου τοῦ ΚΚΕ ἀπὸ τὸ 1921, εἶχε ἀνασταλεῖ στὶς 17 Ὀκτωβρίου 1947. Θὰ κυκλοφορήσει 27 χρόνια ἀργότερα, στὶς 25 Σεπτεμβρίου 1974. Στὶς βουλευτικὲς ἐκλογὲς τῆς 5ης Μαρτίου 1950 ἡ Ἀριστερὰ ἐμφανίζεται, μὲ τὴν ὑποστήριξη τοῦ παράνομου μηχανισμοῦ τοῦ ΚΚΕ ὑπὸ τὸν Νίκο Πλουμπίδη, μὲ τὸ σχῆμα τῆς «Δημοκρατικῆς Παράταξης» ποὺ ἱδρύθηκε ἐκεῖνον τὸν χρόνο μὲ πρωτεργάτες τοὺς Ἰωάννη Σοφιανόπουλο, Ἀλέξανδρο Σβῶλο καὶ Νίκο Γρηγοριάδη. Ὁ «Δ.Τ.» εἶναι τὸ πολιτικό, κομματικὸ δημοσιογραφικὸ ὄργανο τῆς «Δημοκρατικῆς Παράταξης». Διευθυντής του ὁ πολιτευόμενος μὲ τὸ πολιτικὸ αὐτὸ σχῆμα Νικόλαος Ρίτσης. Στὸ 3ο φύλλο, μὲ ἐπιστολή του, σταλμένη στὴν ἐφημερίδα ἀπὸ τὴν πόλη Ἀντὶμπ τῆς Γαλλίας στὶς 14 Φεβρ. 1950, ὁ Νίκος Καζαντζάκης δηλώνει τὴν ὑποστήριξη καὶ πρόθυμη συστράτευσή του μὲ τὴν παράταξη. Ὁ Ἰωάννης Σοφιανόπουλος, ἀρχηγὸς τῆς παράταξης, γεννημένος τὸ 1887, εἶχε λάβει μέρος, μαζὶ μὲ τοὺς Πέτρο Ροῦσο (ΚΚΕ), Στέφανο Σαράφη (ΕΛΑΣ), Μιλτιάδη Πορφυρογέννη (ΕΑΜ), Γεώργιο Καρτάλη (ΕΚΚΑ) κ.ἄ., στὸ Συνέδριο τοῦ Λιβάνου (17-20 Μαΐου 1944), ἐκπροσωπώντας τὴν «Ἕνωση Ἀριστερῶν», καὶ εἶχε προεδρεύσει στὸ Συνέδριο τῆς Βάρκιζας ποὺ ὁδήγησε στὴ γνωστὴ Συμφωνία τῆς Βάρκιζας (12 Φεβρ. 1945). Στὶς βουλευτικὲς ἐκλογὲς τοῦ 1950 (5 Μαρτίου) ἡ «Δημοκρατικὴ Παράταξη» συγκέντρωσε τὸ 10% περίπου τῶν ψήφων καὶ ἀπέσπασε 18 ἕδρες. Ὁ ξαφνικὸς θάνατος τοῦ Σοφιανόπουλου, στὶς 27 Ἰουλίου 1951, ὁδήγησε στὸν μετασχηματισμὸ τῆς παράταξης σὲ «Ἑνιαία Δημοκρατικὴ Ἀριστερὰ» (ΕΔΑ) μὲ μέλη τῆς διοικούσας ἐπιτροπῆς τὸν Γ. Πασαλίδη, τὸν Μ. Κύρκο κ.ἄ. Στὶς ἐκλογὲς ποὺ διεξήχθησαν ἀμέσως μετά, στὶς 9 Σεπτ. 1951, ἡ ΕΔΑ κέρδισε τὸ 11% περίπου τῶν ψήφων (10 ἕδρες).

  Τὸ μαχητικό, ἐριστικὸ ὕφος τοῦ Σκαρίμπα ἐναρμονίζεται πλήρως μὲ τὸ ἀγωνιστικό, καταγγελτικὸ πνεῦμα τῆς ἐφημερίδας ποὺ θεματικὰ κινεῖται ἐν πολλοῖς στὸν χῶρο τοῦ «Ριζοσπάστη»: μόνιμες στῆλες γιὰ τοὺς πολιτικοὺς ἐξόριστους, τὶς δίκες τῶν ἀγωνιστῶν τῆς Ἀντίστασης, τὴν ἐγκατάλειψη τῶν φυματικῶν τῆς «Σωτηρίας», τοὺς ἀπεργιακοὺς ἀγῶνες, τὶς φυλακὲς ἀνηλίκων… Στὴν καμπάνια, ὅπως ἀποκαλεῖται, κατὰ τοῦ ἀναμορφωτηρίου τῆς Μακρονήσου, τοῦ «Ντάχαου» τῆς Ἑλλάδας, μὲ τὴν ὁποία ἐγκαινιάζει τὴν παρουσία του ὁ «Δ.Τ.», τὸν Μάρτιο τοῦ 1950, καλοῦνται νὰ ἐκφράσουν τὴ γνώμη τους, δηλαδὴ νὰ καταγγείλουν καὶ νὰ διαμαρτυρηθοῦν, προσωπικότητες τῆς πολιτικῆς καὶ τῶν Γραμμάτων ὅπως οἱ Ἀλέξανδρος Σβῶλος, Μάρκος Αὐγέρης, Κώστας Βάρναλης, Παναγὴς Λεκατσᾶς, Λέων Κουκούλας, Γιῶργος Βαλέτας, Θρασύβουλος Σταύρου. Στὸ 18ο φύλλο (28 Μαΐου 1950) φιλοξενεῖται πλάϊ σ’ αὐτὴν τοῦ Ἀσημάκη Πανσέληνου, καὶ ἡ γνώμη τοῦ Σκαρίμπα, ὁ ὁποῖος γράφει, μεταξὺ ἄλλων: «Ὅ,τι μπορεῖ νἆναι στὴ ζωϊκὴ ἱεραρχία τὸ τέρας, εἶναι ἡ Μακρόνησος γιὰ τὸν πολιτισμὸ τοῦτ’ τοῦ κράτους […]. Καὶ μόνον ἄνθρωποι ἀνευλαβεῖς καὶ κακόπιστοι – προσήλυτοι καὶ ὁμολογηταὶ κάθε τύφλας – μπόρεσαν νὰ τῆς πλέξουν κι’ ἐγκώμια!».

  Ἡ μόλις τετρασέλιδη, καὶ περιστασιακὰ ἑξασέλιδη, ἐφημερίδα, διαθέτει μία ὁλόκληρη σελίδα γιὰ λογοτεχνικὰ καὶ εὐρύτερα πνευματικὰ ζητήματα, τὴν ἐγχώρια καὶ ξένη λογοτεχνία (Lorca, Hikmet, Zweig, Balzac, Mayakovsky, Tolstoi), στήλη λογοτεχνικῆς κριτικῆς ποὺ μοιράζονται κυρίως οἱ Ἀλέξανδρος Ἀργυρίου καὶ Νικηφόρος Βρεττάκος, στῆλες γιὰ τὸ θέατρο, τὸν κινηματογράφο καὶ τὴ διεθνὴ πνευματικὴ κίνηση. Ἐδῶ βρίσκουν φιλόξενη στέγη ὁ Μενέλαος Λουντέμης (μὲ ἄγνωστα μέχρι σήμερα ποιήματα), ὁ Μιχάλης Κατσαρός (καὶ ὡς κριτικὸς ποίησης), ἡ Ζωὴ Καρέλλη, ὁ Σωτήρης Πατατζῆς, ὁ Δ. Παπαδίτσας, ἐνῶ γίνονται ἐκκλήσεις γιὰ τὴν ἀπελευθέρωση τοῦ Μανώλη Γλέζου, τὴν ἀποφυλάκιση τοῦ Φώτη Ἀγγουλὲ καὶ τοῦ Γιάννη Ρίτσου ποὺ ἀντιμετώπιζαν σοβαρὸ πρόβλημα ὑγείας. Ὑμνοῦνται ὁ Σικελιανός, ὁ Καβάφης, ὁ Καζαντζάκης.

  Εἶναι οἱ ὁμότεχνοι ὅσο καὶ ἑτερόκλιτοι συγκάτοικοι τοῦ Γιάννη Σκαρίμπα, ὁ ὁποῖος ἐγκαινιάζει τὴ συνεργασία του στὸ 27ο φύλλο, στὶς 20 Αὐγ. 1950, μὲ τὸ χρονογράφημα «Τὰ οὐδετερόνια»:  εἰρωνικὴ ὑποδοχὴ τῆς νεοσύστατης, μὲ πρωτοβουλία τοῦ ζεύγους Οὐράνη, «Ὁμάδας τῶν 12»,  γιὰ τὴν ἐτήσια ἀπονομὴ λογοτεχνικοῦ βραβείου, οἱ ὁποῖοι, κατὰ τὸν Σκαρίμπα, περὶ ἄλλα τυρβάζονται: «Μὰ - νά ἐκεῖ - δώδεκα. Ὀνόματα καμαρωτὰ «φίρμες» ὅλοι. Καὶ -νά - θὰ μιλήσουν! Ἔχουν  - λέει – αὐτοὶ νὰ ποῦν κατιτίς, θὰ πάρουν – λέει – αὐτοὶ θέση καὶ λόγο. Τύχῃ ἀγαθῇ!.. Κι’ ἔχουμε τόσα ζητήματα φλέγοντα, καὶ κάνα-δυὸ πρῶτα ἀπ’ ὅλα: Ἕνα μέρος ἀπ’ τοὺς ἀνθρώπους τοῦ πνεύματος - ἴσως τὸ πιὸ διαλεχτό - βρίσκεται στὴ Μακρόνησο ἀκόμα…». Οὐδετερόνια εἶναι οἱ τηροῦντες –δῆθεν- οὐδετερότητα, οἱ καιροσκόποι τῆς λογοτεχνικῆς ἀγορᾶς καὶ οἱ ἐπιτήδειοι τῶν λεπτῶν ἰσορροπιῶν. Στὸ ὑπ’ ἀρ. 70 φύλλο τῆς 10ης Ἰουνίου 1951 διαβάζουμε ποίημα κατὰ βάσιν «ἐλευθεροστιχίτικο» τοῦ Σκαρίμπα, ὑπογράφοντος ὡς «Ὁ Δέκατος Τρίτος», μὲ τίτλο «Οἱ Δώδεκα». Μικρὸ ἀπόσπασμα: «Νήστεις, ἀπέριττοι, περιδεεῖς / Ἐν μέσῳ θορύβου καὶ λαχτάρας πολλῆς, / Ἄλλοι σφυρίζουν τὴ Ριρίκα καὶ ἄλλοι γονυκλινεῖς. / Οἱ δώδεκα: / Τίς θέλει μᾶς σώσει ἀπ’ τὴν καταστροφή;».2 Οὔτε λίγο οὔτε πολὺ εἰκονίζει τοὺς Δώδεκα ὡς τοὺς νέους Ἀποστόλους ποὺ θὰ μᾶς βοηθήσουν νὰ λατρέψουμε ὄχι τὰ ξένα εἴδωλα, ἀλλὰ τὴ γενιὰ τοῦ ’30 καὶ τοὺς γόνους της. Ἡ σύνταξη τῆς ἐφημερίδας δὲν γνωρίζει ποιός κρύβεται πίσω ἀπὸ τὸ ψευδώνυμο καὶ παρακαλεῖ τὸν «Δέκατο Τρίτο» νὰ περάσει ἀπὸ τὰ γραφεῖα τῆς ἐφημερίδας. Ἐκεῖνος ἀσφαλῶς κωφεύει. Στὸ 71ο φύλλο, στὶς 17 Ἰουνίου 1951, δημοσιεύεται, μὲ τὸ ἴδιο ψευδώνυμο, χρονογράφημα μὲ τίτλο «Οἱ παπαγάλοι». Εἶναι προφανὲς ὅτι αὐτὸς ὁ «Δέκατος Τρίτος» ἐπιδιώκει νὰ διασαλεύσει τὴν τάξη τῶν «12» μὲ ἀλλεπάλληλα προσωπεῖα-φαντάσματα, ἀνεβάζοντας, εἰ δυνατόν, ὣς τὸν ἀπειροστὸ τὸν ἀριθμὸ τῶν οὐρανίων ἀθλοθετῶν. Μεταφέρω ἐνδεικτικὰ ἀποσπάσματα: «Μὲ διασκεδάζουν αὐτὲς οἱ Δονκιχωτικὲς κινήσεις τοῦ πνεύματος, αὐτὰ τὰ ἀμυντικὰ ἔργα ἐναντίον παντὸς ἐπιβουλευομένου, τὰ ξίφη, οἱ πόζες, οἱ ἀφορισμοί […]. Δὲν ὑπάρχει χῶρος στὴ λογοτεχνία μας παρὰ μόνο γιὰ ἕναν νέον Θερβάντες. Πρόκειται γιὰ μιὰ ἐποχὴ ποὺ περιμένει τοὺς βαρβάρους. Ἂς μὲ συγχωρήσουν οἱ βάρβαροι. Δὲν θέλω νὰ τοὺς θίξω. Ὅλοι τοὺς περιμένουμε […]. Δὲν ἐλπίζω σὲ καμμιὰ Νεοελληνικὴ ἀναγέννηση. Ἀτενίζω μειδιώντας καὶ τὴν πιὸ ἐμπνευσμένη προσπάθεια. Δὲν μοῦ μένει λοιπὸν παρὰ νὰ διασκεδάζω μὲ τὰ ἤθη μας […]. Νὰ μὴν τὰ θέλουμε ὅλα δικά μας. Οὔτε οἱ 12 οὔτε οἱ 32 οὔτε οἱ 100 οὔτε οἱ 1000 διανοούμενοι ὅλου τοῦ κόσμου εὐθύνονται γιατί ὁ τροχὸς τοῦ ἀνθρώπινου πεπρωμένου γυρίζει ἔτσι καὶ δὲν γυρίζει ἀλλιῶς. Ὅλοι οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ  ἀ ν ή κ ο υ ν. Ὅλοι οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ  ἀ κ ο λ ο υ θ ο ῦ ν. Ἀκολουθοῦν τὴ μεγαλόπρεπη πομπὴ τοῦ σύγχρονου κόσμου, φορτωμένοι πάνω σὲ ἑτοιμόρροπα κάρα καὶ μασώντας σανὸ χάριν παιδιᾶς». Μία ἑβδομάδα ἀργότερα, στὶς 24 Ἰουνίου 1951, ἐμφανίζεται «Καὶ πάλι ὁ Δέκατος Τρίτος» εὐχαριστῶν γιὰ τὴν φιλοξενία τῶν «Παπαγάλων» καὶ μὲ τὶς διευκρινίσεις - ἐν εἴδει σχεδίου αὐτοβιογραφίας- ὅτι γράφει ἐν ἀγνοίᾳ τῆς συζύγου του, ἡ ὁποία τυγχάνει αὐστηρῶν ἀρχῶν˙ ὅτι ἔχει ἀποστείλει στὸν κ. Χουρμούζιο τὴ μελέτη του «Βοτανολογία καὶ πολιτική»˙ ὅτι ἀκολούθησε καὶ ἄλλη μελέτη γιὰ τὸν βίο τοῦ Ἁγίου Γερασίμου˙ ὅτι ὁ κ. Χουρμούζιος τὸν παρέπεμψε στὸν Ἅγιον Λαυρέντιον, τοῦ ὁποίου τὰ ἔμπλαστρα θεραπεύουν τὶς ἀδυναμίες τῶν λογοτεχνῶν. Στὸ ἴδιο κλῖμα καὶ ἡ ἐπιστολὴ τῆς 15ης Ἰουλίου (1951), ὅπου ἐμπλέκονται τὸ μπουζούκι τοῦ Τσιτσάνη καὶ ἡ μπαγκέτα τοῦ Μητρόπουλου.

Ἀκολουθεῖ στὶς 5 Αὐγούστου, ἀρ. φύλλου 78, τὸ «Homo In Sapiens», δηλ. «Ὁ κουτὸς ἄνθρωπος», μὲ τὴν ὑπογραφὴ «Ἀντι-14ος», ὅπου καὶ ἐδῶ ὁ Σκαρίμπας ἀναγνωρίζεται μόνο ἀπὸ τὴν πένα του. Οἶστρος γραφῆς ἑνὸς ὑποχόνδριου ἀσθενοῦς, στὸν ὁποῖο οἱ γιατροὶ ἔχουν ἀπαγορεύσει τὸ «δακρυόεν γελᾶν», ἐπειδὴ πάσχει ἀπὸ «στένωσιν τῶν δακρυοαγωγῶν πόρων του». Γι’ αὐτὸ μᾶς διαβεβαιοῖ ἐν ἀπολύτῳ σοβαρότητι ὅτι ἔχει διαβάσει στὰ ἀραμαϊκὰ τὸν Γιούγκερμαν τοῦ Καραγάτση, ὅτι ἡ Αἰολικὴ γῆ τοῦ Βενέζη ἔχει μεταφραστεῖ ἀκόμη καὶ στὰ φινλανδικά, «γιὰ νὰ σχηματίσει ὁ Ἕλληνας ἀναγνώστης καλύτερη γνώμη γιὰ τὴν ὑποδοχὴ τοῦ μυθιστορήματος». Στὸ στόχαστρο βρίσκονται ἀκόμη ὁ Σωτήρης Σκίπης, ὁ Πέτρος Χάρης, τὸ ἀκαδημαϊκὸ κατεστημένο, ἀλλὰ καὶ οἱ μοντερνίζοντες ὑπερρεαλιστές, οἱ λεττριστές. Ὁ συντάκτης σκαρώνει, παραδειγματικά, στίχους «ὑψηλῆς» ποίησης, ὅπως: «Ἄνοιγε- γιὰ νὰ μπαίνεις- τὴν πόρτα / γιατὶ ἀλλοιῶς / πῶς θὰ μπεῖς; / […] / Προπάντων τσάκισε στὰ δυὸ / ἕνα στουπόχαρτο / γιὰ νὰ θυμηθεῖς νὰ διψάσεις». Ἔμφρων ἢ ἄφρων ὁ ἄνθρωπος; Τὸ δημοσίευμα ἔχει ἐνδιαφέρουσα συνέχεια. Στὸ ἑπόμενο φύλλο, στὶς 12 Αὐγούστου, καὶ σὲ ἐπίδειξη σχιζοφρενικῆς συμπεριφορᾶς, μὲ ἐπιστολή του, ὡς Γιάννης Σκαρίμπας πλέον, ὁ συγγραφέας κατηγορεῖ τὸν ἑτερώνυμό του, τὸν «Ἀντι-14ο», ἐπὶ λογοκλοπίᾳ, ἐπειδή, ὅπως ἰσχυρίζεται, ἔχει μεταφέρει ἐπὶ λέξει, ἐκτὸς τῶν ἄλλων, ἀποσπάσματα ἀπὸ τὸ Θεῖο Τραγὶ καὶ τὸ Μαριάμπας. Στὸ τέλος συγκατανεύει καὶ τὸν συγχωρεῖ. Εἶναι κι ἐκεῖνος ἕνας «ἐκ τρίτου μαστοῦ ὁμογάλακτός <του>».

  Αὐτὰ τὰ ψευδο-δοκιμιακὰ δημοσιεύματα θυμίζουν ἀνάλογα παιγνίδια τοῦ Borges, ὅπου ὁ συγγραφέας μέμφεται ἑαυτὸν δημοσίως καὶ ψευδωνυμικῶς ὡς λογοκλόπο τοῦ ἄλλου του Ἐγώ, καὶ διασαλεύουν ἐπικίνδυνα τὰ ἤδη ἀσαφῆ ὅρια τῆς λογοτεχνίας ταυτίζοντάς την μὲ τὴν φάρσα, ἢ ἀποδεσμεύουν τὸν συγγραφέα, τὸν ὑπόλογο τῆς γραφῆς, ἀπὸ τὸ ἴδιο του τὸ κείμενο, προαναγγέλλοντας, ἄγνωστο τί, τὸν θάνατό του ἢ τὸ τέλος τῆς ἀπάτης τῆς γραφῆς. Ἀκόμη καὶ σὲ ἕνα πολιτικό, κομματικὸ ἔντυπο, ὁ Σκαρίμπας δὲν παραιτεῖται ἀπὸ τὸ λογοτεχνικὸ παιγνίδι, τὴν οὐσία τῆς πολιτικῆς του, συγγραφικῆς ταυτότητας. Μετὰ τὸ τέλος τῶν ὁραμάτων, τὸ τέλος τῆς πολιτικῆς οὐτοπίας, καὶ τὴν ἐξαγγελία τοῦ φαιδροῦ ὁράματος τῆς Ἄλκη θρύλου, τῆς κυρίας Ἑλένης Οὐράνη, ὁ Σκαρίμπας ἑστιάζει σὲ αὐτὸ ἀκριβῶς τὸ κοινωνικὸ ὀξύμωρο ὅλα τὰ δημοσιεύματά του στὸν «Δημοκρατικὸ Τύπο». Ἡ ἐπιστολική του διαμαρτυρία δημοσιεύεται σὲ ἕνα ἀπὸ τὰ τελευταῖα φύλλα τῆς ἐφημερίδας, στὶς 12 Αὐγούστου 1951.

  Στὸν χῶρο τῆς λογοτεχνίας, ὡστόσο, ἡ ἐφημερίδα δὲν εἶναι γνωστὴ γιὰ τὴ συνεργασία της μὲ τὸν Γιάννη Σκαρίμπα, ἀλλὰ γιὰ τὴ δημοσίευση ἐκεῖ τῆς πασίγνωστης σήμερα «Διαθήκης» τοῦ Μιχάλη Κατσαροῦ (ἀρ. φ. 33, 1η Ὀκτωβρίου 1950), ἀγρίως ψαλιδισμένης ἀπὸ δογματικὸ συνεργάτη της, καὶ τοῦ περίφημου «Ὑστερόγραφου» ποὺ ἀκολούθησε, στὸ ἑπόμενο φύλλο, στὶς 8 Ὀκτωβρίου. Ἡ ἱστορία εἶναι γνωστὴ καὶ δὲν χρειάζεται κανένα σχόλιο. Προτείνω ἁπλῶς νὰ διαβαστοῦν τὰ δημοσιεύματα τοῦ Γιάννη Σκαρίμπα στὸν «Δ.Τ.» ὡς «διαθήκη» ἑνὸς χωρὶς ἐπιγόνους ἀκτήμονος τῆς λογοτεχνίας μας.3

files/chronosmag/themes/theme_one/faviconXronos.png

 

 

  ΧΡΟΝΟΣ 14 (06.2014)