αραβικές εξεγέρσεις: τέλος «πρώτου γύρου»

 

 

Ο κίνδυνος είναι πραγματικός αλλά οι πιθανότητες λίγες: η Μέση Ανατολή μπορεί να καταρρεύσει από μια εσωτερική έκρηξη

 

Σωτήρης Ρούσσος

 

Μετά την εκλογή του στρατηγού αλ-Σίσι στην Αίγυπτο και την επανεκλογή του Μπασάρ αλ-Άσαντ στη Συρία φαίνεται ότι κλείνει ο πρώτος κύκλος του φαινομένου που ονομάσαμε «αραβική άνοιξη» και που ουσιαστικά επρόκειτο για μια σειρά εξεγέρσεων με συνθήματα για αξιοπρέπεια, ελευθερία και δημοκρατία αλλά και για ένα καλύτερο μέλλον για τους νέους που αποτελούν το 60% του πληθυσμού της περιοχής. Προφανώς οι δύο παραπάνω εκλογές δεν είναι ίδιες ως προς την αρτιότητα της εκλογικής διαδικασίας, τις συνθήκες στις οποίες πραγματοποιήθηκαν ή την επίδραση που έχουν στις μελλοντικές εξελίξεις.

Οι τελευταίες προεδρικές εκλογές στην Αίγυπτο επαναφέρουν το στρατιωτικοπολιτικό κατεστημένο (απαλλαγμένο από τον στενό κύκλο της οικογένειας Μουμπάρακ) στη διακυβέρνηση της χώρας και αναδεικνύουν την αδυναμία των φιλελεύθερων και των αριστερών δυνάμεων να αποτελέσουν πραγματική εναλλακτική λύση στην αξίωση εξουσίας του πολιτικού Ισλάμ. Επίσης αναδεικνύουν την ασαφή έως ανύπαρκτη σύνδεση της εξέγερσης της πλατείας Ταχρίρ με συγκεκριμένα κοινωνικά στρώματα που θα μπορούσαν να στηρίξουν μια εναλλακτική πρόταση εξουσίας. Συγκρίνοντας την εξέγερση στην Αίγυπτο με τη μοναδική επιτυχημένη λαϊκή επανάσταση στην περιοχή, την ιρανική επανάσταση του 1979, θα πρέπει να σημειώσουμε ότι στο Ιράν η εξέγερση κατά του σάχη, πέρα από τη στήριξη των φοιτητών και των ισλαμομαρξιστικών οργανώσεων της νεολαίας, οφείλει την επιτυχία της κυρίως στην κρίσιμη στήριξη των εμπόρων του παζαριού και βέβαια του μουσουλμανικού σιιτικού ιερατείου με το εκτεταμένο δίκτυό του, τους κληρικούς και την κοινωνική και οικονομική του δύναμη. Ένα δεύτερο αλλά εξίσου σημαντικό στοιχείο ήταν η ενσάρκωση της εξέγερσης στο πρόσωπο του Αγιατολλάχ Χομεϊνί και το σαφές πολιτικό του πρόταγμα αναδεικνύοντας έτσι μια ορατή και κατανοητή από όλους εναλλακτική μορφή εξουσίας σε αυτήν του σάχη. Σε καμία στιγμή της αιγυπτιακής εξέγερσης δεν υπήρξε μια εξίσου χαρισματική προσωπικότητα που να την ενσαρκώσει και να αποτελέσει το κέντρο ενός πραγματικά εναλλακτικού πολιτικού προγράμματος ανάλογου με αυτό που εξέφρασε ο Χομεϊνί απέναντι στον σάχη.

Μια τρίτη επισήμανση αφορά τον ρόλο του στρατού. Στην Αίγυπτο ο στρατός δεν αποτελεί απλώς έναν κατασταλτικό μηχανισμό του κράτους και του καθεστώτος με κάποια κοινωνικοοικονομικά προνόμια και πλεονεκτήματα, όπως στο Ιράν του σάχη. Αποτελεί βασικό διαμορφωτή της σύγχρονης κρατικής συγκρότησης μετά το 1960 και καταλαμβάνει κεντρική θέση στην πολιτική και οικονομική ζωή της χώρας. Μια ριζική αλλαγή στη χώρα θα σήμαινε μετωπική σύγκρουση με τον στρατό και τις υπηρεσίες ασφαλείας που είναι άμεσα συνδεδεμένες με αυτόν. Χωρίς ισχυρές κοινωνικές συμμαχίες και χωρίς χαρισματική ηγεσία αυτή η σύγκρουση είχε προδιαγεγραμμένο αρνητικό αποτέλεσμα για την εξέγερση. Οι στρατιωτικές ελίτ και ο οικονομικός κύκλος τους είχαν επιτύχει αυτό που ήθελαν από την αρχή της εξέγερσης: να απαλλαγούν από την οικογενειακή κλίκα του Μουμπάρακ και να αναδιανείμουν την πολιτική και κυρίως την οικονομική εξουσία στη χώρα του Νείλου. Ο πρώτος κύκλος της αιγυπτιακής εξέγερσης κλείνει έτσι με την πλήρη επικράτηση αυτών των ελίτ.

Στη Δαμασκό το 87% υπέρ του Μπασάρ αλ-Άσαντ (κατά τι μετριοπαθέστερο από το 97% του αλ-Σίσι) δεν καταδεικνύει βέβαια την άνθηση της δημοκρατίας στη Συρία, ούτε και σηματοδοτεί το τέλος του εμφυλίου. Αποδεικνύει όμως ότι η θέση σχετικής ισχύος του καθεστώτος είναι εμφανώς καλύτερη απ’ ό,τι πριν από έναν χρόνο. Η ενίσχυση του ασαντικού καθεστώτος οφείλεται σε δύο βασικούς παράγοντες. Ο πρώτος είναι η σημαντική στρατιωτική εμπλοκή της λιβανικής οργάνωσης Χεζμπολλάχ στα μέτωπα του συριακού εμφυλίου. Η εμπειρία της οργάνωσης στον ανταρτοπόλεμο και στις μάχες εντός κατοικημένων περιοχών και η ενδυνάμωσή της από ανάλογες σιιτικές παραστρατιωτικές οργανώσεις του Ιράκ και ειδικές ιρανικές δυνάμεις έγειρε σε πολλές περιπτώσεις την πλάστιγγα του πολέμου υπέρ του ασαντικού καθεστώτος.

Ο δεύτερος λόγος ήταν η ολοκληρωτική συμπαράταξη της αλαουιτικής κοινότητας1 (στην οποία ανήκουν οι Άσαντ) με το καθεστώς και η φιλική θέση των υπόλοιπων μειονοτήτων (Χριστιανών, Δρούζων) προς αυτό. Οι σουνίτες μουσουλμάνοι οι οποίοι αποτελούν το 60% του συριακού πληθυσμού αρχικά υποστήριξε την εξέγερση. Ένα μέρος των κοινωνικών-οικονομικών ελίτ τους έβλεπαν την εξέγερση αυτή ως ευκαιρία να αποκτήσουν την πολιτική εξουσία που τους στερούσε η μονοπώλησή της από τους αλαουίτες του Άσαντ. Η στρατιωτικοποίηση όμως της εξέγερσης και κυρίως η εμπλοκή τζιχαντιστικών οργανώσεων τύπου αλ-Κάιντα αποθάρρυνε τους σουνίτες των μεγάλων αστικών κέντρων και τους οδήγησε σε μία μάλλον εφεκτική στάση απέναντι στην εμφύλια σύγκρουση. Η πολυδιάσπαση της αντιπολίτευσης και η κυριαρχία των τζιχαντιστών στις εμπόλεμες ζώνες επέτεινε την αναποφασιστικότητα των σουνιτών των πόλεων απέναντι στην εξέγερση.

Μπορούμε να χωρίσουμε τις αραβικές εξεγέρσεις σε δύο βασικές ομάδες σχετικά με την εξέλιξή τους. Η μία αποτελείται από κράτη όπως η Συρία, η Λιβύη, η Υεμένη και το Μπαχρέιν με διακριτές εθνοθρησκευτικές κοινότητες και τοπικιστική/φυλετική κοινωνική οργάνωση. Στα κράτη αυτά η εξέγερση για πολιτικά και κοινωνικά δικαιώματα πήρε αλλού πιο γρήγορα και αλλού πιο αργά τον χαρακτήρα της εμφύλιας ένοπλης σύγκρουσης μεταξύ των εθνοθρησκευτικών και φυλετικών ομάδων που αποτελούσαν τις κοινωνίες τους. Οι εξεγέρσεις διέρρηξαν την πατερναλιστική/αυταρχική κρατική συγκρότηση, αποδυνάμωσαν πελατειακά δίκτυα και κυρίως διάβηκαν το κατώφλι του φόβου που δημιουργούσε το πλέγμα των υπηρεσιών ασφάλειας με τις τοπικές παραδοσιακές ελίτ. Διέρρηξαν όμως και το κέλυφος της ιδεολογικής νομιμοποίησης ενός εκκοσμικευμένου νεωτερικού έθνους-κράτους χωρίς να έχουν εναλλακτική πρόταση για τη συγκρότηση του κράτους πέραν αυτής του πολιτικού Ισλάμ. Το αποτέλεσμα ήταν ο κατακερματισμός των πολιτικών δυνάμεων της εξέγερσης και τελικά η σύμπηξη παρατάξεων και συμφερόντων στη βάση πολλές φορές προνεωτερικών, εθνοθρησκευτικών (Συρία, Μπαχρέιν) και φυλετικών κατηγοριών (Λιβύη, Υεμένη).

Στη δεύτερη περίπτωση έχουμε κράτη όπως η Αίγυπτος και η Τυνησία όπου ο πληθυσμός διαθέτει σε μεγάλο βαθμό εθνοθρησκευτική ομοιογένεια και η φυλετική συγκρότηση περιορίζεται σε συγκεκριμένες περιοχές (Σινά στην Αίγυπτο, νοτιοδυτικές περιοχές Τυνησίας). Σε αυτή την περίπτωση, παρά τον αιματηρό χαρακτήρα της κοινωνικής σύγκρουσης και της καταστολής με χιλιάδες νεκρούς στην Αίγυπτο, η εξέγερση δεν μετατράπηκε σε εμφύλια σύγκρουση. Η κοπτική χριστιανική κοινότητα, που αποτελεί περίπου το 10% του αιγυπτιακού πληθυσμού, τάχθηκε υπέρ του στρατιωτικού πραξικοπήματος φοβούμενη την επικράτηση του πολιτικού Ισλάμ, αλλά σε καμία περίπτωση δεν επέλεξε μια αυτόνομη πολιτική συγκρότηση σε θρησκευτική βάση. Σημαντικό ρόλο βέβαια παίζει και η ιστορική συγκρότηση των πολιτικών δυνάμεων σε κάθε χώρα. Αλλά εδώ θα πρέπει να επισημανθεί ότι, για παράδειγμα, η Συρία δεν υστερεί της Αιγύπτου σε ιστορικές πολιτικές δυνάμεις και ιδεολογική-πολιτική παραγωγή, αλλά αυτό δεν απέτρεψε την εμφύλια σύγκρουση με εκατοντάδες χιλιάδες νεκρούς και εκατομμύρια πρόσφυγες.

Η περίπτωση της Τυνησίας αποτελεί για πολλούς αναλυτές την εξαίρεση που αποδεικνύει ότι μια αραβική εξέγερση μπορεί να νικήσει και να οδηγήσει σε μια επιτυχημένη μετάβαση στη δημοκρατία. Η Τυνησία έχει αποφύγει την αιματοχυσία αλλά όχι και το πολιτικό αδιέξοδο, το οποίο ήταν πολύ πιο εμφανές με τη θεσμική παράλυση μέσα στο 2013. Η συγκρότηση μιας τεχνοκρατικής κυβέρνησης όπου η εξουσία μοιράζεται ουσιαστικά μετά του ισλαμιστικού κόμματος αν-Νάχντα («Αναγέννηση») και του πολυσυλλεκτικού Νίντα Τούνις («Έκκληση για την Τυνησία») έδωσε μια ανάσα στη χώρα μέχρι το τέλος του 2014 οπότε οι προεδρικές και κοινοβουλευτικές εκλογές θα χρίσουν ένα από τα δύο απόλυτο νικητή με πιθανό αποτέλεσμα μια νέα πιο σκληρή πόλωση. Πάντως η σχετικά ομοιογενής τυνησιακή κοινωνία, η σημαντική παρουσία κομμάτων και συνδικάτων και η απουσία παράδοσης πολιτικής βίας (ούτε κατά τον αντιαποικιακό αγώνα) οδηγούν σε μια πιο αισιόδοξη εκτίμηση για την τυνησιακή μετάβαση.

Κλείνοντας αυτόν τον πρώτο κύκλο των αραβικών εξεγέρσεων είναι πραγματικά ενδιαφέρον το γεγονός ότι τη σημαντικότερη επιρροή στην εξέλιξη των εξεγέρσεων αυτών δεν άσκησαν οι Η.Π.Α., ευρωπαϊκές χώρες ή άλλα ισχυρά κράτη του διεθνούς συστήματος αλλά περιφερειακές δυνάμεις. Οι Η.Π.Α., και ειδικότερα η διακυβέρνηση Ομπάμα, ήταν μάλλον θετικές σε μια αλλαγή των διεφθαρμένων και κοινωνικά απολιθωμένων καθεστώτων σε χώρες-κλειδί όπως η Αίγυπτος και η Συρία. Υπάρχει μάλιστα η εκτίμηση ότι η αμερικανική εξωτερική πολιτική εργαζόταν ήδη από το 2002 γι’ αυτή την αλλαγή δημιουργώντας δομές υποστήριξης μη κυβερνητικών οργανώσεων και της κοινωνίας πολιτών μέσω του προγράμματος Middle East Partnership Initiative (M.E.P.I.). Οι δράσεις του προγράμματος εντατικοποιήθηκαν το 2010 και τον Σεπτέμβριο του 2011 δημιουργήθηκε το Γραφείο του Ειδικού Συντονιστή για τις Μεσανατολικές Χώρες υπό Μετάβαση (Office of the Special Coordinator for Middle East Transitions – D/M.E.T.) με σκοπό τον συντονισμό της παροχής βοήθειας ιδιαίτερα προς την Αίγυπτο, την Τυνησία και τη Λιβύη.2

Προϊούσης της μετάβασης, η διακυβέρνηση Ομπάμα θεώρησε μονόδρομο την υποστήριξη των Αδελφών Μουσουλμάνων στην εξουσία. Οι λόγοι γι’ αυτήν την επιλογή ήταν, πρώτον, η απουσία φιλελεύθερων κοσμικών πολιτικών δυνάμεων με απήχηση στην κοινωνία και, δεύτερον, η «κρυφή γοητεία» που ασκούσε το μοντέλο Ερντογάν, το οποίο επιτυγχάνει αφενός την ομαλή ενσωμάτωση του πολιτικού Ισλάμ σε ένα δυτικότροπο πολιτικό σύστημα και αφετέρου την εμπέδωση του νεοφιλελεύθερου οικονομικού δόγματος. Αυτό το δεύτερο νομιμοποιείται μάλιστα μέσω της ηγεμονίας ενός ευσεβιστικού και βαθιά συντηρητικού κοινωνικού λόγου.

Στο πλευρό των Αδελφών Μουσουλμάνων στην Αίγυπτο, την Τυνησία και τη Συρία τάχθηκαν το Κατάρ και η Τουρκία. Βασικός αντίπαλός τους αναδείχθηκε η σαουδαραβική μοναρχία. Οι Σαουδάραβες πρίγκιπες, αλλά και οι ομόλογοί τους στα Αραβικά Εμιράτα και το Κουβέιτ, είδαν την ταπεινωτική αποπομπή του Χόσνι Μουμπάρακ και την άρση της αμερικανικής υποστήριξης προς τον πάλαι ποτέ πιστό τους σύμμαχο ως προείκασμα της δικής τους πτώσης. Η άνοδος μάλιστα των Αδελφών Μουσουλμάνων θα μπορούσε να αποτελέσει παράδειγμα και για τα δικά τους κράτη αφού μια τέτοια άνοδος δεν θα αμφισβητούσε τον κυρίαρχο κοινωνικό ευσεβισμό αλλά θα τον ενίσχυε με αιτήματα για απαλλαγή από τους διεφθαρμένους βασιλείς και εμίρηδες που διαστρέφουν το Ισλάμ κατά «τα καλά και συμφέροντα». Στην περίπτωση μάλιστα του Μπαχρέιν, τυχόν εκδημοκρατισμός θα έδινε την εξουσία στη σιιτική πλειονότητα του πληθυσμού σε βάρος της σουνιτικής δυναστείας των Χαλίφα.

Η αντίδραση της Σαουδικής Αραβίας ήταν άμεση. Στην περίπτωση του Μπαχρέιν επελέγη η ωμή στρατιωτική επέμβαση για να κατασταλεί η εξέγερση και να στηριχτεί η φιλική προς τη Ριάντ δυναστεία. Στην Αίγυπτο η στρόφιγγα της οικονομικής βοήθειας ήταν ο πιο αποτελεσματικός τρόπος για την υπονόμευση των Αδελφών Μουσουλμάνων και της διακυβέρνησης Μόρσι. Χωρίς τη βοήθεια της Σαουδικής Αραβίας και των Εμιράτων η Αίγυπτος βρέθηκε στα πρόθυρα της κατάρρευσης, με ελλείψεις τροφίμων και συνεχείς διακοπές του ηλεκτρικού ρεύματος. Με τον τουρισμό και τις ξένες επενδύσεις σε ελεύθερη πτώση, η βοήθεια του Κατάρ και των Η.Π.Α. δεν αρκούσε για να σώσει την κυβέρνηση Μόρσι. Παράλληλα η Σαουδική Αραβία προωθούσε το σαλαφιστικό ρεύμα του Ισλάμ3 ως εναλλακτική κοινωνική αλλά και πολιτική πρόταση έναντι των Αδελφών, προτρέποντας για πρώτη φορά την ανάμειξη των σαλαφιστών στην καθημερινή πολιτική διαμάχη δημιουργώντας πολιτικούς φορείς. Η σαουδαραβική υποστήριξη των σαλαφιστών δεν περιορίζεται στην Αίγυπτο αλλά εκτείνεται στη Συρία και την Τυνησία. Σε αυτόν τον πρώτο κύκλο η σαουδαραβική επιρροή αποκλείει τους Αδελφούς από την εξουσία στη χώρα-πυξίδα του «αραβικού κόσμου», την Αίγυπτο, και θέτει σημαντικούς περιορισμούς στη νέα αμερικανική πολιτική.

Το Ιράν είναι η άλλη περιφερειακή δύναμη που θα επηρεάσει με αποφασιστικό τρόπο τη συριακή κρίση. Ενδεχόμενη πτώση του ασαντικού καθεστώτος θα αφαιρούσε από την Τεχεράνη το μοναδικό γεωπολιτικό της πλεονέκτημα δίπλα στο Ισραήλ και την Ανατολική Μεσόγειο, και θα απέκλειε τον φυσικό της σύμμαχο στην περιοχή, τη σιιτική Χεζμπολλάχ. Επίσης τυχόν επικράτηση του σουνιτικού πολιτικού Ισλάμ στη Συρία θα ενίσχυε το σουνιτικό στοιχείο στο γειτονικό Ιράκ έναντι των σιιτών συμμάχων του Ιράν. Παρά τη δημόσια και ανοικτή υποστήριξη των Η.Π.Α. και των Δυτικών συμμάχων τους στη συριακή αντιπολίτευση, το ασαντικό καθεστώς κατορθώνει να μείνει ζωντανό με καλύτερους στρατιωτικούς όρους χάρη στην ιρανική βοήθεια και κυρίως χάρη στην ιρανική επιρροή στην απόφαση της Χεζμπολλάχ να παρέμβει στρατιωτικά στων συριακό εμφύλιο. Ήδη η Ουάσινγκτον προχωρεί σε απευθείας συνομιλίες με το Ιράν4 οι οποίες θα έχουν ως βασικό θέμα το ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα, αλλά είναι αδύνατο να μη μετεξελιχθούν σε συζήτηση για τη συνολική διευθέτηση των περιφερειακών ζητημάτων, με προεξάρχον αυτό της Συρίας.

Στον πρώτο αυτόν κύκλο οι περιφερειακές δυνάμεις φαίνεται να ασκούν μεγαλύτερη επιρροή στα αποτελέσματα των αραβικών εξεγέρσεων απ’ ό,τι η μοναδική υπερδύναμη. Αυτό ίσως οφείλεται στη διαδικασία διαμόρφωσης ενός μονοπολυπολικού κόσμου, όπου η ύπαρξη μιας υπερδύναμης συνδυάζεται με την ύπαρξη κάποιων μεγάλων δυνάμεων σε παγκόσμιο επίπεδο (Ρωσία, Κίνα) και σημαντικών περιφερειακών δυνάμεων με αυτονομία δράσης στην εγγύς περιφέρειά τους. Η εκτίμηση όμως αυτή είναι παρακινδυνευμένη αφού για να επαληθευτεί χρειάζεται η συγκριτική μελέτη περισσότερων περιφερειακών ζητημάτων, όπως αυτό της Ουκρανίας ή της Θάλασσας της Νότιας Κίνας. Άλλωστε στη Μέση Ανατολή οι Η.Π.Α. παραμένουν προνομιακός εταίρος τόσο της Σαουδικής Αραβίας όσο και της Αιγύπτου του αλ-Σίσι. Όσο για την τύχη του πολιτικού Ισλάμ, η ήττα των Αδελφών Μουσουλμάνων και της αμερικανικής υποστήριξης στον «πρώτο γύρο» δεν αποκλείει να έχουν και οι δύο μια δεύτερη ευκαιρία με άλλον μανδύα.

Ο Mohammed Ayoob θέτει στο τελευταίο βιβλίο του το ερώτημα αν η Μέση Ανατολή θα καταρρεύσει από μια εσωτερική έκρηξη.5 Ο κίνδυνος είναι πραγματικός, αν και κατά τη γνώμη μας έχει μικρές πιθανότητες να συμβεί. Οι παράγοντες που θα οδηγούσαν σε μια τέτοια κατάρρευση θα ήταν δύο. Ο πρώτος είναι η πλήρης κρατική κατάρρευση τόσο της Συρίας όσο και του Ιράκ και η μετατροπή τους σε ένα ενιαίο πεδίο σύγκρουσης τζιχαντιστικών καιι εθνοθρησκευτικών ομάδων και «υβριδικών» ημικρατικών οντοτήτων με σοβαρές συνέπειες για τη σταθερότητα του Λιβάνου, της Τουρκίας και του Ιράν. Ένα σημαντικό μέρος των νέων που ανήκαν στις τάξεις των Αδελφών Μουσουλμάνων είναι πιθανό να ενταχθούν σε τζιχαντιστικές οργανώσεις, απογοητευμένοι από την αποτυχία του ειρηνικού δρόμου προς την πολιτική και κοινωνική αλλαγή. Ο δεύτερος είναι η πιθανότητα μιας αμερικανικής ή ισραηλινής στρατιωτικής επέμβασης εναντίον του Ιράν. Αυτός ο «πρώτος γύρος» των αραβικών εξεγέρσεων ενισχύει τον πρώτο παράγοντα εσωτερικής έκρηξης και απομακρύνει τον δεύτερο. Αλλά βρισκόμαστε ακόμη στην αρχή…

files/chronosmag/themes/theme_one/faviconXronos.png

 

 

  ΧΡΟΝΟΣ 14 (06.2014)