το «θείο τραγί» ως πολύσημος και ανοιχτός λογοτεχνικός κώδικας

 

 

Κατερίνα Κωστίου

 

Οι αναγνώστες του έργου του Γιάννη Σκαρίμπα θα συμφωνούσαν, πιστεύω, αβίαστα ότι το Θείο τραγί (1933) είναι το πρώτο έργο του συγγραφέα όπου είναι εμφανής η αναζήτηση ενός νέου τρόπου αφήγησης, χωρίς όμως ακόμη οι αιρετικές λογοτεχνικές συμβάσεις που θα επικρατήσουν στο μεταγενέστερο έργο του να απαιτούν οπωσδήποτε μεγάλο βαθμό εγρήγορσης ή και συμμετοχής του αναγνώστη στην παραγωγή του νοήματος. Η μοντέρνα σφραγίδα του ύφους στο έργο αυτό οφείλεται κυρίως στην ταυτότητα της περσόνας του πρωταγωνιστή και όχι στις αφηγηματικές τεχνικές του κειμένου. Προάγγελος του Μαριάμπα που πρωταγωνιστεί στο ομώνυμο μυθιστόρημα (1935), ο «κοσμογυριστής, στρατοκόπος, αλήτης» Γιάννης συνιστά ένα από τα πιο ιδιότυπα λογοτεχνικά προσωπεία της νεοελληνικής πεζογραφίας: απόγονος του πλατωνικού Φαρμακέως, θύτης και θύμα, τιμωρός και αίρων τις αμαρτίες του κόσμου, εισβάλλει στην υπνώττουσα αστική συνείδηση για να ανατρέψει τις καθιερωμένες αξίες και να υπονομεύσει την καθεστηκυία τάξη. Δαιμονικός και αγγελικός συγχρόνως, θα αναποδογυρίσει την εικόνα του κόσμου αποκαλύπτοντας την υποκρισία των ανθρώπινων σχέσεων, τη γελοιότητα των κοινωνικών συμβάσεων και του καθωσπρεπισμού. Έχοντας επιλέξει να ζει στο περιθώριο της κοινωνίας, ο ανένταχτος Γιάννης είναι στρατευμένος στην υπηρεσία του διαβόλου, «του αγαθού αυτού άφρονα» που «συντρέχει» τον άνθρωπο στις απολαύσεις της ζωής. Φτάνει δήθεν τυχαία μια νύχτα σε έναν πύργο, ένα αστικό πλουσιόσπιτο, στη μέση ενός κάμπου, όπου ζει η πρώην αγαπημένη του, παντρεμένη με έναν πλούσιο γαιοκτήμονα· προσλαμβάνεται σταβλάρχης στον πύργο και, σαν τον Πουκ, στο Όνειρο καλοκαιρινής νύχτας, αναστατώνει τη ζωή και τις ψυχές των ανθρώπων· στο τέλος θα αποκαταστήσει μια νέα ισορροπία ανάμεσά τους, θα λύσει το πρόβλημα της ατεκνίας του ζεύγους και θα συνεχίσει την περιπλάνησή του στον κόσμο.

files/chronosmag/contentVOL14/VOL14-diafora/skaribas-tragi-01.png

Η οριακά λιτή ιστορία λειτουργεί σαν πρόσχημα του συγγραφέα για να δημιουργήσει έναν ιδιότυπο μεσοπολεμικό flâneur που προαναγγέλλει, τηρουμένων των αναλογιών, τον αντισυμβατικό αλλά ασφαλώς λιγότερο πολύπλοκο αντιήρωα του αμερικανικού μπίτνικ. Μέσα από μια δράση απροσδόκητη και μια γλώσσα ειρωνική και αιχμηρή θα πλάσει έναν ύμνο στην αλήθεια της δισυπόστατης ανθρώπινης φύσης που, ιερή και βέβηλη συγχρόνως, αναδύεται πίσω από τη μάσκα του αστικού κομφορμισμού. Το Θείο τραγί είναι ένα αφήγημα που προσφέρεται για δραματοποίηση, με την έννοια ότι η γραμμικότητα της αφήγησης και η ενότητα χώρου και χρόνου, και άρα η κανονικότητα της πλοκής, διασφαλίζουν την άμεση πρόσληψή του ως ιστορίας αλλά και ως λογοτεχνικού λόγου. Η δυσκολία του έγκειται στην πρόσληψη και την ερμηνεία της ταυτότητας του πρωταγωνιστή, ο οποίος, πρωτεϊκός και πολυπρόσωπος, συμβάλλει στη δημιουργία ενός μοντέρνου αφηγήματος που υπονομεύει την ερμηνευτική ετοιμότητα του αναγνώστη.

Αυτή η διάσταση του έργου είναι φανερή στις δύο τελείως διαφορετικές μεταφράσεις του και στις ερμηνείες που υπόκεινται στις δύο δραματοποιήσεις του, ουσιαστικό καρπό, μαζί με την εξαιρετική παράσταση Ο κομμωτής κυριών και οι τρεις άδειες καρέκλες του Λάμπρου Παπαγεωργίου, ενός κατά τα άλλα σιωπηρού «έτους Σκαρίμπα», κατά το οποίο συμπληρώνονται 30 χρόνια από τον θάνατο του πρωτοποριακού πεζογράφου. Η θεατρική εταιρεία «Χορίαμβος» επανήλθε φέτος με μια μουσικοθεατρική διασκευή του έργου, ύστερα από μια επιτυχημένη σειρά παραστάσεων στο BIOS το 2011. Η υβριδική μεταποίηση του κειμένου, σε σκηνοθεσία και ερμηνεία του Άρη Μπινιάρη, αναδεικνύει την πολιτική διάσταση του έργου. Αξιοποιώντας τον ρυθμό της πρόζας του Σκαρίμπα μέσα από έναν παθιασμένο μονόλογο, που άλλοτε κορυφώνεται σε καταγγελία και άλλοτε εκτρέπεται στον διονυσιασμό, ο Μπινιάρης διασκεύασε το σκαριμπικό κείμενο επιλέγοντας τα στοιχεία εκείνα που συνέχουν την ιστορία και την πλοκή της. Βασικό του εκφραστικό όργανο εκτός του κειμένου και της «σωματικής» απαγγελίας του, η ροκ μουσική που μεταβάλλει τον λογοτεχνικό λόγο σε μουσική περφόρμανς όπου το μπάσο (Τάκης Βαρελάς) και τα τύμπανα (Βασίλης Γιασλακιώτης) συνάδουν με την ηλεκτρισμένη ατμόσφαιρα που δημιουργούν οι μελοποιημένοι στίχοι από το Θείο τραγί και οι στίχοι του ίδιου του Μπινιάρη. Στο βάθος ενός σκηνικού ροκ συναυλίας (Βασίλης Χαραλαμπίδης) προβάλλονται με βίντεο (Παντελής Παντελόγλου, Ντίνα Μαυρίδου), ασπρόμαυρες φευγαλέες εικόνες, σύγχρονες και μεσοπολεμικές, υποβάλλοντας το πολιτικό τους μήνυμα. Η ηλεκτρισμένη ροκ ζωντανή μουσική, αναδεικνύει τον χοϊκό, διονυσιακό, σκωπτικό και παράφορο λόγο του Σκαρίμπα, επιβάλλοντας τον ίδιο ρυθμό του και απαιτώντας από τον θεατή απόλυτη εγρήγορση για να μετέχει στην ταραγμένη ατμόσφαιρα που δημιουργεί η μπάντα με τα riffs στη διαπασών, η απαγγελία των χορικών, το «ανήσυχο» σκαριμπικό ιδιόλεκτο. Μια ατμόσφαιρα που συνάδει με τη διονυσιακή, πυρετώδη, εξπρεσιονιστική, αναρχική περσόνα του πρωταγωνιστή και βρίσκεται στους αντίποδες των ήσυχων, τακτοποιημένων, καθωσπρέπει κατοίκων του πύργου, του ανδρόγυνου και των υπηρετών του. 

Ασφαλώς πρόκειται για μια δημιουργική μετάφραση του λογοτεχνικού κειμένου, με στόχο όχι μόνο τη μουσική μεταποίησή του, αλλά και τη συγκεκριμένη ερμηνεία του ως αναρχικού/επαναστατικού ύμνου στην αντιφατικότητα της ανθρώπινης φύσης και ως πολιτικού κειμένου που εκβάλλει στα σύγχρονα προβλήματα (ευγονική, ολοκληρωτισμός, βιοπολιτική κτλ.). Για τον λόγο αυτό ο Μπινιάρης διαχειρίστηκε με ελευθερία το πρωτότυπο, παραλείποντας μεγάλο μέρος του κειμένου και αλλάζοντας κάποτε ατάκες προς τη δική του ερμηνευτική στόχευση. Για παράδειγμα, η εμπαικτική ατάκα του Γιάννη προς την κυρία, κατά την πρώτη τους συνάντηση/αναμέτρηση, «Φτύσε με, χρυσή μου κυρία, φτύσε με» θα γίνει «φτύσε με, χρυσή μου κυρία, για την εξυγίανση της ράτσας, για τη ζωή της φυλής, για τη βεβαιότητα, φτύσε με έτσι για λίγο σάλιο, για τα παιδιά τα γεννηθέντα ανώμαλα». Ενδεχομένως, έξω από τους στίχους του Μπινιάρη, η παραπάνω αλλαγή συνιστά την πιο δραστική μεταποίηση του κειμένου με στόχο την ερμηνεία του προς την κατεύθυνση της μεταφοράς στειρότητα/γονιμότητα που αποτελεί έναν βασικό άξονα του έργου. Το θείο τραγί, το «εξαίσιο τέρας» κατά τον παράδοξο λόγο του μεγάλου μετρ της ειρωνείας Γιάννη Σκαρίμπα, θα γίνει ο σπόρος όχι μόνο της ζωής για την εφησυχασμένη ανθρώπινη κοινότητα του πύργου, αλλά και της αλήθειας για την καλοκαθισμένη συνείδηση του αναγνώστη.

files/chronosmag/contentVOL14/VOL14-diafora/skaribas-tragi-02.png

Στους αντίποδες αυτής της ερμηνείας βρίσκεται η διασκευή-σκηνοθεσία της Μάριας Φλωράτου και του Τάσου Δαρδαγάνη (βοηθός σκηνοθέτη Ελένη Βρυώνη) που ανέβασαν το Θείο τραγί στο θέατρο Act στην Πάτρα. Πρόκειται για μια ερμηνεία η οποία μένει πιστή στο κείμενο, παραλείπει ελάχιστες φατικές φράσεις και δίνει έμφαση στη χιουμοριστική διάσταση του κειμένου, εκτρέποντας κάποτε τους χαρακτήρες σε καρικατούρες, όπως στην περίπτωση του Κυρίου τον οποίο υποδύεται επιτυχώς η Μάρια Φλωράτου. Σε ένα μινιμαλιστικό σκηνικό που αντιστοιχεί στον αφηρημένο χωροχρόνο του έργου, με χάρτινους κύβους να αναδιευθετούνται και να οριοθετούν συμβολικά τους ρόλους, υπηρετώντας τη λιτή κίνηση των ηθοποιών, με λειτουργικό φωτισμό (Ευσταθία Δρακονταειδή) και μουσική ζωντανή που, όταν υπάρχει, παράγεται από τους ίδιους τους ηθοποιούς για να υπογραμμίσει ειρωνικά τον ρομαντικό εφησυχασμό του ζεύγους, η παράσταση ακολουθεί τον ρυθμό της πλοκής του λογοτεχνικού κειμένου. Η Μάρια Φλωράτου περνάει με μεγάλη άνεση από τον ρόλο της αδελφής στον ρόλο του μυλωνά, του επιστάτη, του Κυρίου, του Κωσταμπά και του ζητιάνου, ενώ ο Τάσος Δαρδαγάνης αποδίδει με έξοχη ευελιξία τη δαιμονική, «ανόσια» φύση του πρωταγωνιστή. Η μεγάλη εξοικείωση με τον ιδιότυπα ρυθμικό σκαριμπικό λόγο αποτυπώνεται στον άρτιο επιτονισμό και των δύο ηθοποιών μαρτυρώντας τον μόχθο που καταβλήθηκε και τη διόλου εύκολη διαδικασία μύησής τους (ως ηθοποιών, διασκευαστών, σκηνοθετών) στις διανοητικές και γλωσσικές ακροβασίες του Σκαρίμπα. Προϊόν, προφανώς, μιας ενθουσιαστικής επαφής με το σκαριμπικό κείμενο, η «χειροποίητη» παράσταση της Φλωράτου και του Δαρδαγάνη φώτισε την ευφρόσυνα αναρχική φύση του θείου τραγιού.

files/chronosmag/contentVOL14/VOL14-diafora/skaribas-tragi-03.png

Δεν υπάρχει αμφιβολία πως πρόκειται για μια ανάγνωση και μια σκηνοθετική γραμμή τελείως διαφορετική από τις αντίστοιχες του Μπινιάρη. Εδώ το βάρος μετατίθεται στην υπονόμευση των κοινωνικών ρόλων και στην προβολή της ταυτότητας ενός πρωταγωνιστή όχι οργισμένου τιμωρού αλλά φαρσέρ, ο οποίος βλέπει, στο πρόσωπο της πρώην αγαπημένης του, όχι μόνο τη στειρότητα της αστικής τάξης και το κίβδηλο, στείρο, περιβάλλον της, αλλά και την αντιφατική φύση της ανθρώπινης συνθήκης. Παρά τις επιμέρους πολιτικές αιχμές, οι οποίες άλλωστε υπάρχουν στο κείμενο, η πολιτική διάσταση της ερμηνείας είναι υποτονισμένη προς όφελος μιας εκκωφαντικά διακριτικής ιλαρότητας, που υπογραμμίζει εμφατικά τις ποικίλες ειρωνικές τεχνικές οι οποίες εκτρέπονται κάποτε σε κωμικά τεχνάσματα, πάντα με δωρική λιτότητα που τροφοδοτείται από την κατεξοχήν τεχνική του Σκαρίμπα στο έργο αυτό, τον υπαινιγμό.

Η θεατρική μεταποίηση της λογοτεχνίας είναι ένας εύγλωττος δείκτης της εμβέλειας και της δυναμικής ενός λογοτεχνικού έργου. Όπως και στην έξοχη παράσταση του Λάμπρου Παπαγεωργίου, ο οποίος συνδύασε δύο δύσκολα όψιμα έργα του Σκαρίμπα με ένθετα αποσπάσματα από ένα ευρύτερο φάσμα του πεζογραφικού και του ποιητικού του έργου, η ανταπόκριση του κοινού υπήρξε ιδιαίτερα θετική και δυναμική και στα τρία έργα. Οι τρεις εξαιρετικά ενδιαφέρουσες διαφορετικές προσεγγίσεις του σκαριμπικού έργου από τους σκηνοθέτες που αποτόλμησαν να παρεκκλίνουν από την πεπατημένη των ασφαλών επιλογών και να δραματοποιήσουν τον αναρχικό και δύσκολο λόγο του Σκαρίμπα αποδεικνύουν ότι το έργο του, βάζοντας στο κέντρο των ζητήσεών του το αίνιγμα της ανθρώπινης ταυτότητας, παραμένει, έπειτα από σχεδόν έναν αιώνα μοντερνισμού και πειραματισμών, πάντα επίκαιρο, πολύσημο και ανοιχτό σε ποικίλες ερμηνείες.

files/chronosmag/themes/theme_one/faviconXronos.png

 

 

  ΧΡΟΝΟΣ 14 (06.2014)