μαθήματα (υποκριτικής και ζωής) από έναν κομπάρσο

 

Σκέψεις για την αναμέτρηση με τον χρόνο, με το παρελθόν, με την ιστορία
με αφορμή το ντοκιμαντέρ Θηλειά του Βασίλη Λουλέ 

 

Κωστής Κορνέτης

 

Ποιος θυμάται την Αναπαράσταση του Θόδωρου Αγγελόπουλου; Την ταινία για την ελληνική ύπαιθρο με τα μπρεχτικά χαρακτηριστικά και την ανελέητη αποστασιοποίηση; Το στόρι απλό – βασισμένο σε πραγματικά γεγονότα: ένας εργάτης επιστρέφει στο ορεινό χωριό του από τη Γερμανία και ξαναβρίσκει τη γυναίκα του και τα παιδιά του. Κάτι όμως έχει αλλάξει: η γυναίκα του ζει με τον εραστή της και μαζί δολοφονούν τον άτυχο σύζυγο. Η αστυνομία που εξιχνιάζει εύκολα το έγκλημα τους καλεί να το αναπαραστήσουν. Κοινωνική κριτική και έμμεσος σχολιασμός για τη βία στην ελληνική επαρχία την εποχή των συνταγματαρχών αλλά και όλες οι μετέπειτα εμμονές του Αγγελόπουλου παρούσες, με εξέχουσα περίπτωση τον μύθο των Ατρειδών. Η ταινία θριάμβευσε και ο Αγγελόπουλος «συνομίλησε» με τους επαναστατημένους νέους της εποχής, οι οποίοι ξετρελαίνονταν για την εξιδανικευμένη ύπαιθρο: «Εγώ, ένας άνθρωπος της ασφάλτου, των καυσαερίων της Αθήνας, ξαφνικά γνώριζα μια Ελλάδα, γνώριζα την Ελλάδα, τη μέση Ελλάδα, την άγνωστη Ελλάδα», θα έλεγε ο Αγγελόπουλος αρκετά χρόνια μετά.1

Πέρα από τη γνωριμία με την άγνωστη Ελλάδα, η ταινία του Αγγελόπουλου αναφερόταν στην αναπαράσταση του εγκλήματος – αλλά και στην αναπαράσταση ως τέχνη, ως κινηματογράφο, ως ηθοποιία. Αναφερόταν ακόμα στη διαρκώς μεταλλασσόμενη ελληνική επαρχία και κοινωνία, στη μετανάστευση. «1939, κάτοικοι 1.260. 1965, κάτοικοι 85» – έτσι άρχιζε η ταινία με τη στεγνή φωνή του αφηγητή. Οι ηθοποιοί ως επί το πλείστον ερασιτέχνες, αλλά το αποτέλεσμα συγκλονιστικό, χάρη και στη μοναδική φωτογραφία του Γιώργου Αρβανίτη, αλλά και στη μουσική υπόκρουση η οποία σε άψογο στιλ βεριτέ προερχόταν από τα τοπικά πανηγύρια τα οποία η κάμερα και τα μαγνητόφωνα κατέγραψαν με εθνογραφικό ζήλο.

Μπορούμε να αναστοχαστούμε αυτό το παρελθόν χωρίς τον Αγγελόπουλο, αλλά με τα ίδια υλικά; Η απάντηση είναι ναι: η κάμερα επιστρέφει στο χωριό της Ηπείρου, στον τόπο του εγκλήματος, 44 χρόνια μετά σε ένα ντοκιμαντέρ μικρού μήκους του Βασίλη Λουλέ και των φοιτητών του στο πλαίσιο ενός κινηματογραφικού εργαστηρίου. Μέσα από τις ενθυμήσεις ενός παππού –του Λευτέρη, που ήταν κομπάρσος στην ταινία και υποδυόταν το «θύμα» κατά τη διάρκεια της αναπαράστασης της αστυνομίας– ξετυλίγεται όλη η αναμέτρηση με τον χρόνο, με το παρελθόν, με την ιστορία. Ερασιτέχνες κινηματογραφιστές –με εξαίρεση τον ίδιο τον σκηνοθέτη–, ερασιτέχνες ήταν και οι ηθοποιοί στην ταινία του Αγγελόπουλου, και ένα συνεργείο πρόθυμο να κάνει τα πάντα. Ο Λουλές και οι μαθητές του βγάζουν τη μεζούρα και μετρούν την απόσταση ανάμεσα στο τότε και το τώρα.

Επίκεντρο η συνέντευξη με τον Λευτέρη Ρίζο, με τον οποίο ο Λουλές δούλεψε συστηματικά όπως ακριβώς έκανε και σε παλιότερες δουλειές του που επικεντρώνονταν σε συγκεκριμένους χαρακτήρες. Στο Συναντήσεις με τη μητέρα μου Λέλα Καραγιάννη (2005), για παράδειγμα, εργάστηκε αποκλειστικά με τον γιο της. Ενώ όμως στην περίπτωση εκείνη ο γιος μιλούσε για την ηρωίδα μητέρα, έχοντας και ο ίδιος περάσει από βασανιστήρια στην περίοδο της Κατοχής –με άλλα λόγια, η κάμερα εστίαζε στους πρωταγωνιστές–, αυτή τη φορά η ταινία με πολύ έξυπνο τρόπο εστιάζει στον κομπάρσο, κάνοντας ένα αιχμηρό σχόλιο όχι απλώς πάνω στην τέχνη του κινηματογράφου αλλά και στην ίδια τη ζωή και τα υπαρξιακά της ερωτήματα.

Η δουλειά που ο καλός σκηνοθέτης ξέρει να κάνει με τους πληροφορητές είναι εξαιρετική – πράγμα που είδαμε και στο συγκλονιστικό Φιλιά εις τα παιδιά (2012). Σκάβει μέσα τους και αποτυπώνει τη συγκίνησή τους χωρίς ψεγάδια. Βλέπουμε τα μάτια του ηλικιωμένου κομπάρσου δακρυσμένα αντικρίζοντας την εικόνα του 44 χρόνια πριν – μία από τις τρομαχτικές ικανότητες του κινηματογράφου να «αιχμαλωτίζει» την κινούμενη εικόνα και να την καθιστά αναλλοίωτη στον χρόνο. Κοιτώντας κατάματα την εικόνα γίνεται η αποτίμηση του χαμένου χρόνου, η αναμέτρηση με το διάτρητο παρελθόν. Τι πήγε λάθος, τι έγινε σωστά; Όπως και στην πραγματική Αναπαράσταση του Αγγελόπουλου, έτσι κι εδώ γίνεται μια αναπαράσταση της αναπαράστασης. Πώς ο κομπάρσος έγινε ηθοποιός; Βλέπουμε την επίμαχη σκηνή ξανά και ξανά. «Έτσι έγινε;» ρωτάει ο αστυνομικός τη γυναίκα σε προβολή της ταινίας μπροστά στον Λευτέρη, στον οποίο περνάνε την τριχιά. Σχεδόν βασανιστικά για τον ίδιο που παρακολουθεί και νιώθει πως δεν έκανε σωστά τη δουλειά του, δεν έπαιξε τον ρόλο του όπως θα ήθελε να τον είχε παίξει. «Γιατί δεν αντέδρασα όταν μου βάλαν τη θηλιά;» αναρωτιέται. Μάταιο ερώτημα χωρίς απάντηση – πράγμα που το συνειδητοποιεί και ο ίδιος όταν βλέπει τον παλιό του φίλο, που έχει πεθάνει πριν από χρόνια, να υποδύεται ακμαιότατος ακόμα τον χωροφύλακα. Σε κάποιο άλλο σημείο ο Λευτέρης θυμάται με νοσταλγία το παρελθόν που υπήρξε γυναικάς – αλλά μετανιώνει και για το γεγονός πως έχει πληγώσει πολύ κόσμο. Υποκινούμενος, λοιπόν, από τη θεματολογία της Αναπαράστασης (και παροτρυνόμενος από τον Λουλέ) σχολιάζει-αναπολεί την ίδια του την προσωπική ζωή και ηθική. Για να μονολογήσει στο τέλος: «Ματαιότης». Με το σιωπηλό πλάνο της Αναπαράστασης –όπου όλοι όρθιοι σιωπούν, αφού όλα έχουν πλέον αποκαλυφθεί– είναι σαν να «σχολιάζεται» η ηθική των ηρώων του Αγγελόπουλου αλλά και του ίδιου του Λευτέρη, μέσα από το πρίσμα της ματαιότητας: η ματαιότητα της αναπαράστασης αλλά και η ματαιότητα της ίδιας της ζωής. Ενώ λοιπόν η ταινία ξεκινάει ως ένα ηθογραφικό ή σινεφίλ σχόλιο, καταλήγει ως μια υπαρξιακή σημείωση.

Ουσιαστικά, λοιπόν, η Θηλειά αποτελεί μια μεταφορά. Όπως σχολιάζει ο ίδιος ο Λουλές: «Η θηλιά της ταινίας, η ηθική των ηρώων της, η ζωή του Λευτέρη με το κινηματογραφικό συνεργείο, η εμπειρία που τον σημάδεψε, η δική του προσωπική ζωή και ηθική, οι φίλοι που έφυγαν. Όλα αποκτούν για τον ίδιο ένα άλλο νόημα τώρα, κοιτάζοντάς τα ξανά, με τη σοφία, την πικρία και το χιούμορ των 92 του χρόνων».

Ας θυμηθούμε όμως και τα θέματα που έθιγε η πρωτότυπη ταινία. «Τι ήρθατε να δείτε; Τα χάλια μας; Τη φτώχεια μας; Το φευγατιό;» έλεγε ένας παππούς στον Αγγελόπουλο-Γκοντάρ, που υποδυόταν τον δημοσιογράφο που ανασύσταινε το στόρι στην παλιά ταινία. Θυμόμαστε τη μετανάστευση στη Γερμανία, τη σκληρή επαρχία, τη «φονική» ελληνική οικογένεια και κοινωνία. Ζητήματα που καίνε ακόμα την Ελλάδα της κρίσης και τα οποία ξαναβγήκαν στο προσκήνιο. Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο, λοιπόν, σε μια βάση ρήξεων αλλά και συνεχειών. Η εικόνα αναζητά τα ακριβή σημεία όπου γυρίστηκε η ταινία στο Μονοδένδρι Ιωαννίνων, το σπίτι όπου «έγινε» το φονικό, τα δρομάκια του χωριού. Δεν έχει αλλάξει τίποτα. Μόνο η πατίνα του χρόνου και η απουσία της ασπρόμαυρης, μουντής, μελαγχολικής φωτογραφίας του Αρβανίτη. Το 1969 ασπρόμαυρο, το 2013 έγχρωμο. Αλλά η μουσική υπόκρουση παραμένει η ίδια: η «κοντούλα λεμονιά», σπαραχτικά και μοναδικά τραγουδισμένη.

Η θηλιά λοιπόν που μας πνίγει είναι ο χρόνος. Είναι ο νεκρός Αγγελόπουλος. Είναι η αναμέτρηση με το χθες. Όπως και στη συγκινητική Επιστροφή του Ε.Χ. Γονατά της Εύας Στεφανή, έτσι και εδώ βλέπουμε κάποιον να κοιτάει και να αναμετριέται με την παλιά του εικόνα (παρότι εδώ η εικόνα είναι διαμεσολαβημένη μέσα από τη μυθοπλασία). Αναμέτρηση που γίνεται ακόμα πιο γλαφυρή μέσα από το κοντράστ του ακμαίου γέρου και των νέων επίδοξων ντοκιμαντεριστών που διακρίνονται φλου στο βάθος. Τα παιδιά που, όπως και εμείς, παίρνουν από έναν κομπάρσο της ταινίας μαθήματα, αλλά για τη ζωή. Αναποδογύρισμα των ρόλων και αντιστροφή των κανονικοτήτων σε ένα μικρό διαμάντι μόλις δώδεκα λεπτών από τον Βασίλη Λουλέ και τους επίδοξους συνεχιστές του. Περιμένουμε τη συνέχεια.

 

* Το ντοκιμαντέρ του Βασίλη Λουλέ «Θηλειά» θα προβληθεί στις 26/9, ώρα 19.30 στην Ταινιοθήκη της Ελλάδος, αμέσως πριν από την ταινία «Images» του Ρόμπερτ Άλτμαν, στο πλαίσιο του 20ού Διεθνούς Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Αθήνας – Νύχτες Πρεμιέρας.

** Το παρόν άρθρο αποτελεί διευρυμένη εκδοχή εκείνου που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Καθημερινή στις 21.09.14.

files/chronosmag/themes/theme_one/faviconXronos.png

  ΧΡΟΝΟΣ 17 (09.2014)