μια μαντινάδα για τις εκλογές

 

Η αποσταθεροποίηση του παλιού πολιτικού συστήματος και των πυλώνων του
και η αδυναμία του να κατανοήσει και να χειραγωγήσει τις διεργασίες
στην ελληνική κοινωνία, είναι το μεγάλο μήνυμα των εκλογών

 

Χριστόφορος Κάσδαγλης

 

Παράγουμε περισσότερες εκλογικές διαδικασίες από όσες είμαστε σε θέση να καταναλώσουμε. Το φαινόμενο γίνεται ακόμα πιο δραματικό αν συνυπολογίσει κανείς την πύκνωση του πολιτικού χρόνου. Μέσα απ’ αυτές τις συμπληγάδες επιχειρείται η αποτίμηση των εκλογών, πράγμα δύσκολο μέσα στο βάλτο. Αλλά τελικά δεν είναι βάλτος. Μάλλον κινούμενη άμμο θυμίζει…

 

Να λοιπόν που δεν έγινε τελικά ούτε ο «μεγάλος συνασπισμός», που τόσο υμνήθηκε από τους εκπροσώπους του παλιού πολιτικού συστήματος, από μεγαλοδημοσιογράφους καναλιών και εφημερίδων και από σημαντικό τμήμα της «πνευματικής ελίτ» του τόπου. Δεν έγινε –δεν χρειάστηκε να γίνει– ούτε η χαμηλότερου προφίλ κυβερνητική συνεργασία του ΣΥΡΙΖΑ με συστημικά κόμματα όπως το ΠΑΣΟΚ ή/και το Ποτάμι, όπως προεξοφλούσαν οι πολιτικοί αναλυτές, συνεπικουρούμενοι από τις ανάλογες σφυγμομετρήσεις της κοινής γνώμης.

 

Χαμένοι στην ερμηνεία

Όλη αυτή η εικονική πραγματικότητα αποτελεί κομμάτι ενός προπαγανδιστικού μηχανισμού που θέλει να προσαρμόσει τα ελληνικά πράγματα σε μια υποτιθέμενη ευρωπαϊκή «κανονικότητα». Υποδηλώνει ωστόσο και κάτι βαθύτερο. Την αποσταθεροποίηση του παραδοσιακού συστήματος εξουσίας, την απώλεια της αξιοπιστίας τόσο του ίδιου όσο και των πυλώνων του. Το κυριότερο: Υποδηλώνει μια βαθύτερη αδυναμία τους να κατανοήσουν τις διεργασίες και τις τάσεις στην ελληνική κοινωνία, πόσο μάλλον να τις χειραγωγήσουν.

Αυτό είναι το μεγάλο μήνυμα των εκλογών, πολύ δε περισσότερο του πρόσφατου δημοψηφίσματος. Το παλιό πολιτικό σύστημα θεώρησε ότι είχε δύο μεγάλες ευκαιρίες να πάρει τη ρεβάνς για τις προηγούμενες δύο εκλογικές ήττες που είχε υποστεί. Οι συνθήκες φαίνονταν ιδανικές. Στην πρώτη περίπτωση ήταν τα κάπιταλ κοντρόλ, αυτό το μεγάλο σοκ που υπέστη η ελληνική κοινωνία, μαζί με τις ωμές παρεμβάσεις παραγόντων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (και όχι μόνο), που ήρθαν να ενορχηστρώσουν τις παραινέσεις πέντε πρώην πρωθυπουργών, τραπεζιτών, επιχειρηματιών, καθηγητών, «πνευματικών ανθρώπων», εκπροσώπων των λεγόμενων παραγωγικών τάξεων. Μια ετερόκλητη πλην ευρεία και μαχητική συμμαχία με θετικά και ελκυστικά –κατά κάποιον τρόπο– συνθήματα, μένουμε Ευρώπη, είμαστε Ευρωπαίοι, δεν θέλουμε την απομόνωση και την καταστροφή της χώρας, θέλουμε ανάπτυξη, σύγκλιση και κοινωνική προκοπή. Το ενδιαφέρον εδώ δεν είναι η ήττα που υπέστησαν, αλλά πολύ περισσότερο η έκτασή της. Κι ακόμα πιο πολύ ο αιφνιδιασμός που υπέστησαν από το αποτέλεσμα, σαν να είχαν χάσει κάθε επαφή με τις ροπές του κοινωνικού σώματος, με τις αγωνίες και τις ανάγκες του.

Το ίδιο φαινόμενο, λοιπόν, επαναλήφθηκε κατά κάποιον τρόπο και στις εκλογές της 20ης Σεπτεμβρίου, παρά το γεγονός ότι είχαν μεσολαβήσει η ήττα στη διαπραγμάτευση, η διάσπαση του ΣΥΡΙΖΑ, η απογοήτευση που διαχύθηκε στις γραμμές των εναπομεινάντων σ’ αυτόν, με άλλα λόγια η κατάρρευση όλης της αφήγησής του, η διάψευση της ελπίδας, η διάψευση της ρητορικής περί σκληρής και αποτελεσματικής διαπραγμάτευσης, της υπόσχεσης ότι είναι δυνατή η παραμονή στο ευρώ χωρίς σκληρή λιτότητα. 

«Τώρα είστε κι εσείς μνημονιακοί» έλεγαν, πιστεύοντας ότι αυτό ήταν αρκετό για να επιστρέψουν στα πράγματα (ακριβώς όπως φαίνεται να το είχε πιστέψει και η ΛΑΕ). Σ’ αυτό το σημείο ωστόσο διαψεύστηκαν, επιβεβαιώνοντας την άποψη που έχουν διατυπώσει ορισμένοι αναλυτές ότι το περιεχόμενο της ανατροπής που σημειώθηκε τον περασμένο Ιανουάριο δεν αφορούσε μόνο την απόρριψη των μνημονίων, αλλά και την απεμπλοκή της χώρας από το προϋπάρχον πλέγμα εξουσίας. Αυτή είναι μια σταθερά η οποία πιθανότατα θα παραμείνει ισχυρή για μια άγνωστης διάρκειας –αλλά εκτεταμένη πάντως– ιστορική περίοδο. 

Απ’ αυτή την άποψη, ασφαλώς πρέπει να θεωρηθεί εύστοχη η προεκλογική ρητορική του ΣΥΡΙΖΑ για χτύπημα της διαπλοκής και της διαφθοράς, ασχέτως του κατά πόσον τελικά η νέα κυβέρνηση θα ανοίξει με επιτυχία αυτά τα μέτωπα, πεδίο πάντως στο οποίο η προηγούμενη κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ–ΑΝΕΛ επέδειξε έλλειψη τόλμης, αν όχι ανεπάρκεια.

 

Από την ελπίδα στη διελκυστίνδα

Φυσικά το 3ο μνημόνιο δεν άφησε αλώβητη και την κυβερνητική πλευρά, παρά τη θριαμβευτική επίτευξη των εκλογικών της στόχων. Οι εκλογές δεν είχαν ως μοναδικό αποτέλεσμα το άδειασμα της ΛΑΕ. Ούτε την είσοδο στη Βουλή της Ένωσης Κεντρώων και την αύξηση των ποσοστών της Χρυσής Αυγής, αν και τα άκρως ανησυχητικά αυτά φαινόμενα συνδέονται αρκετά με τον μνημονιακό συμβιβασμό του ΣΥΡΙΖΑ. Γενικότερα: όσο ο ΣΥΡΙΖΑ θα πραγματοποιεί στροφή προς το κέντρο και οι πολιτικές του θα εμφανίζουν συστημικά χαρακτηριστικά, τόσο τα φαινόμενα της τυφλής ψήφου διαμαρτυρίας ή χλευασμού του πολιτικού παιχνιδιού θα γίνονται πιο ορατά. Το γεγονός ότι προεκλογικά ο ΣΥΡΙΖΑ επικέντρωσε τη ρητορική του σε θέματα όπως «σταθεροποίηση της οικονομίας», «ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών», «άρση των κάπιταλ κοντρόλ», «επαρκής χρηματοδότηση της οικονομίας με νέα δάνεια», «επιστροφή στην κανονικότητα» δεν αποτελεί ευοίωνη ένδειξη απ’ αυτή την άποψη.

Εξίσου σημαντική είναι και η έκρηξη της αποχής. Το γεγονός ότι αυτή μοιράζεται οριζόντια στο σύνολο των κομμάτων του λεγόμενου συνταγματικού τόξου λειτουργεί παραπλανητικά και εμποδίζει το καμπανάκι κινδύνου να ακουστεί ευκρινώς από την ηγεσία της Αριστεράς. Εκτός του γεγονότος ότι τα ποσοστά των διαρροών προς την αποχή φαίνεται να είναι μεγαλύτερα για τον ΣΥΡΙΖΑ παρά για τη Νέα Δημοκρατία, το κυριότερο είναι ότι άλλη βαρύτητα έχει η αποχή ενός κόσμου που βλέπει τον πολιτικό του χώρο να παρακμάζει και να βρίσκεται σε πολιτική αμηχανία, και τελείως διαφορετική η αποχή των αριστερών, που ενώ ο πολιτικός τους χώρος βρίσκεται σε καλπασμό εξουσίας, και παράλληλα απειλείται να χάσει την ηγεμονία του, εκείνοι αρνούνται επιδεικτικά να επικροτήσουν τις πολιτικές της ηγεσίας, είτε αυτές αφορούν την έκβαση της διαπραγμάτευσης, είτε το ύφος, το ήθος και την αποτελεσματικότητα της διακυβέρνησης είτε την πατερναλιστική διαχείριση (επιεικής ο χαρακτηρισμός) της εσωκομματικής κρίσης. 

Γενικότερα: παρά την κυβερνητική του δυναμική, ο ΣΥΡΙΖΑ εισήλθε στις εκλογές σε περιοχή έντονης κινητικότητας των ψηφοφόρων του από και προς τα άλλα κόμματα. Συνυπολογιζομένου του γεγονότος ότι τα μνημόνια τρώνε κόμματα και εξατμίζουν πλειοψηφικά ποσοστά, και με δεδομένη την περαιτέρω όξυνση των κοινωνικών προβλημάτων λόγω της εφαρμογής των συμφωνιών, η νέα κυβέρνηση κινδυνεύει να αποξενωθεί αλλά και να συγκρουστεί με στρώματα που τη στήριξαν σε όλη τη διαδρομή της προς την εξουσία. Η πιθανότητα αυτή θα αυξάνει όσο θα προσχωρεί σε μια βαθύτερη συστημική λογική βάσει της οποίας η ευστάθεια του οικονομικού συστήματος θα συνεχίσει να βασίζεται στη διατήρηση ή και στη διεύρυνση της μεγάλης δεξαμενής των ανέργων. Τέτοιες πολιτικές, οι οποίες με άδηλο τρόπο εφαρμόζονται συστηματικά από την εμφάνιση της κρίσης και εντεύθεν, καθησυχάζουν κάποια στρώματα (εργαζόμενοι στο δημόσιο, συνταξιούχοι, κλάδοι που δεν εξαρτώνται από την εσωτερική ζήτηση, όπως ο τουρισμός), αλλά παροξύνουν τις σχέσεις με τα λαϊκά στρώματα, που πλήττονται καίρια από την ύφεση και την ανεργία. 

Από την άλλη, η ηγεμονική θέση του Αλέξη Τσίπρα στην πολιτική σκηνή, βοηθούντων του εκλογικού νόμου και της αμηχανίας (επιεικής και αυτός ο χαρακτηρισμός) των αντιπάλων του, συχνά επισκιάζει την αδήριτη πραγματικότητα ότι ο κυβερνητικός συνασπισμός που έχει συγκροτήσει αντιπροσωπεύει μόνο το 40% του εκλογικού σώματος, στην πραγματικότητα δε πολύ κάτω και απ’ αυτό, αν συνυπολογιστεί και η εκτεταμένη αποχή. 

 

Επαρκής μειοψηφία

Γίνεται να κυβερνήσει κανείς με τέτοια ποσοστά, ιδίως ενόψει της έκτασης των οικονομικών και κοινωνικών προβλημάτων; Καταρχήν όχι, αν και η απάντηση είναι εντέλει πιο σύνθετη απ’ ό,τι φαίνεται. Ο λόγος είναι ότι το 40% που υπολείπεται –αν αφαιρέσει κανείς ΚΚΕ, Ένωση Κεντρώων και Χρυσή Αυγή που για διάφορους λόγους είναι ουσιαστικά εκτός παιχνιδιού–, ευρισκόμενο σε ιδεολογική και πολιτική δυσπραγία, δεν θα είχε ούτως ή άλλως και πολλά να προσφέρει στην ευστάθεια ενός ευρύτερου κυβερνητικού μπλοκ, παρά τα αντιθέτως θρυλούμενα από τους θιασώτες των κυβερνήσεων ευρύτερης συνεργασίας. Το μόνο που θα είχε να προσφέρει θα ήταν ίσως μια καλύτερη υποδοχή από τους εταίρους/δανειστές…

Αυτός είναι ο λόγος που η συνεργασία ΣΥΡΙΖΑ–ΑΝΕΛ μοιάζει σχετικά λειτουργική, και όχι η υποτιθέμενη σύμπνοια μεταξύ των δύο κομμάτων, η οποία ανάγεται περισσότερο σε κοινά συμφέροντα και καλές διαπροσωπικές σχέσεις σε επίπεδο κορυφής και όχι σε οποιαδήποτε ιδεολογική και πολιτική σύγκλιση. Ιδίως μετά την υπογραφή του μνημονίου, που εκ των πραγμάτων αμβλύνει την όποια αντιμνημονιακή συμπόρευσή τους. Όλ’ αυτά, πάντως, σε καμία περίπτωση δεν δικαιολογούν τις εμφατικές τοποθετήσεις αμοιβαίου πολιτικού έρωτα που εκδηλώθηκαν πριν αλλά και μετά τις εκλογές. Ελλείψει της αντιμνημονιακής προτεραιότητας, το μοναδικό κοινό πεδίο σύγκλισης των δύο κομμάτων μπορεί να υπάρξει στο έδαφος του εθνολαϊκισμού. Μια λογική προς την οποία κατά τη διάρκεια του πρώτου κυβερνητικού επταμήνου αλληθώρισε πράγματι μερικές φορές ο ΣΥΡΙΖΑ, προεξαρχόντων όμως ηγετικών στελεχών του που στη μεγάλη τους πλειοψηφία έφυγαν με τη ΛΑΕ. 

Αντιθέτως, μία από τις λίγες ευτυχείς στιγμές που δικαιολόγησαν το σύνθημα «Πρώτη φορά Αριστερά» ήταν ο νόμος για την ιθαγένεια των παιδιών των μεταναστών, κατά την ψήφιση του οποίου οι ΑΝΕΛ ακολούθησαν τον δικό τους δεξιό δρόμο και ο ΣΥΡΙΖΑ αναγκάστηκε να προστρέξει στην κοινοβουλευτική βοήθεια Ποταμιού και ΠΑΣΟΚ…

 

Απανωτά crash test

Είναι δύσκολο να προεξοφλήσει κανείς το στίγμα της νέας υπερπολυμελούς κυβέρνησης. Αν κρίνει κανείς από τα πρόσωπα, οι ενδείξεις δεν είναι θετικές. Όπως μου έλεγε τις προάλλες αξιόλογο κυβερνητικό στέλεχος, «προφανώς ο Αλέξης Τσίπρας απέτυχε, ή πιθανότατα δεν επιχείρησε καν, να αξιολογήσει την απόδοση των στελεχών της προηγούμενης κυβέρνησης, εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων». Αλλά κι αυτή η καίρια διατύπωση μικρή σημασία έχει, αν συνυπολογίσει κανείς τα νέα πρόσωπα που προστέθηκαν, τόσο από άποψη ατομικών προσόντων όσο και από άποψη πολιτικής κατεύθυνσης. 

Ας μείνουμε λοιπόν καλύτερα στις πολιτικές. Προσπαθώ να βάλω κάτω τα κυβερνητικά μέτωπα και τα μαθηματικά δεν βγαίνουν.

- Διαχείριση των εφαρμοστικών νόμων του μνημονίου και αναζήτηση κάποιων εξισορροπιστικών και ισοδύναμων μέτρων ώστε να αμβλυνθούν ακραίες συνέπειες σε βάρος των λαϊκών στρωμάτων. Διαπραγμάτευση για την ελάφρυνση του χρέους. Δύσκολη διαδρομή σε ανελαστικό πλαίσιο διαπραγμάτευσης, όπου οι ήττες (τώρα το ξέρουμε καλά) θα είναι περισσότερες από τις μικρές νίκες, και όπου οι συμβιβασμοί θα είναι εξ ορισμού επώδυνοι. 

- Μέτρα κατά της διαπλοκής και της διαφθοράς. Εδώ οι μεγάλοι κίνδυνοι είναι δύο: Η σύγκρουση να εξελιχθεί σε διαπραγμάτευση, και η διαπραγμάτευση σε μια νέα ισορροπία – μια νέα εκδοχή διαπλοκής. Η όλη προσπάθεια να εξαντληθεί σε κινήσεις εντυπωσιασμού, μια σύλληψη εδώ, μια δίκη εκεί, μια εξεταστική επιτροπή παραπέρα, σε δημόσια θέα, αλλά με τις εστίες της μεγάλης και της μικρής διαφθοράς να παραμένουν αλώβητες.

- Δίχτυ προστασίας των κοινωνικά αδύναμων και αποκλεισμένων. Αλλά τι δίχτυ θα είναι αυτό, ενόσω τα ταμεία θα είναι άδεια και τα μνημονιακά μέτρα θα γεννάνε νέες γενιές αδύναμων και αποκλεισμένων;

- Παράλληλο πρόγραμμα με αναπτυξιακή κατεύθυνση. Θεωρητικό παράδοξο και κίνδυνος μετάπτωσης σε Success Story Νο 2. Ίσως ένα άλμα προς την καινοτομία και την κοινωνική οικονομία να μπορούσε να δώσει μια ώθηση, αλλά θα χρειαστεί ορμή, πείσμα, φαντασία – και να πάνε στην άκρη αρκετές ιδεοληψίες.

- Σαρωτικές αλλαγές στο δημόσιο προς την κατεύθυνση της διαφάνειας, της απλοποίησης διαδικασιών, της αξιοκρατίας, μιας νέας αρχιτεκτονικής. Το αντεστραμμένο είδωλο του πρώτου επταμήνου, δηλαδή.

- Μεταναστευτικό. Το πρόβλημα της επόμενης δεκαετίας, ο ορισμός του διασυνοριακού-πανευρωπαϊκού προβλήματος. Η λύση είναι σίγουρα υπόθεση διεθνούς διπλωματίας. Αλλά η διαχείριση θα είναι πάντα εδώ, δύσκολη και απαιτητική.

- Αριστερή διακυβέρνηση. Να δρας και όχι να κάνεις δηλώσεις. Να υπάρχει συλλογικότητα. Πολλές διαδοχικές, ειρηνικές ρήξεις. Βαθιές αλλαγές στους θεσμούς της δημοκρατίας, στην παιδεία, στην υγεία, στη σχέση του πολίτη με το κράτος, στην ενθάρρυνση της συλλογικότητας, της αλληλεγγύης, της συμμετοχικότητας, του διαλόγου και, πάνω απ’ όλα, της κινητοποίησης του λαϊκού παράγοντα. Μεταρρυθμίσεις με αριστερό πρόσωπο. Κάτι σαν ουτοπία.

 

Μένουμε Ευρώπη

Αλλά δεν θα ’θελα να κλείσω αυτό το κείμενο έτσι γλυκόπικρα. Θέλω να φύγω από την ενοριακή ματιά, όσο κι αν η ενορία αυτή τη στιγμή δυστυχεί και πονάει. Αν κάτι έλαμψε σ’ αυτές τις εκλογές ήταν το σινιάλο προς τους λαούς της Ευρώπης. Τα βλέμματα στρέφονται τώρα στην Ισπανία.

files/chronosmag/themes/theme_one/faviconXronos.png

  ΧΡΟΝΟΣ 29 (09.2015)