λογοτέχνης, ανθρώπινα ενδοκειμενικά ομοιώματα, αναγνώστης: ταύτιση τριών ετεροτήτων στη σκαριμπική ποίηση;

 

 

Μαρίνα Χριστοδούλου

 

Πόσα φάλτσα –όλα μαζί– να χρειάζονται για να γίνει αρμονία; […]

 Όλ’ αυτά, κι άλλα, κι άλλα –

Εαυτούληδες, μια τρελή μπάντα εαυτών μου!

Αααα… ήμουν μαιτρ γκαφαδόρος!

 Ήμουν μαέστρος του φάλτσου.1

 

Σκαριμπικοί εαυτούληδες

Τα ποιήματα του Σκαρίμπα στεγάζουν ένα σύμπαν ομοιωμάτων, ανδρείκελων και αθυρμάτων αποδεικνύοντας τη συγγραφική ευφυΐα του ποιητή αλλά και την ικανότητά του να μεταμορφώνεται ο ίδιος μέσω των διαφόρων χαρακτήρων που δημιουργεί. Στοιχεία σάτιρας, ειρωνείας και υπονόμευσης του καθωσπρεπισμού εισέρχονται στη γραφή του και μεταφέρονται στον αναγνώστη.

Όσον αφορά τα ομοιώματα που υπάρχουν στους στίχους του, θα μπορούσαν να διαχωριστούν από άποψη μορφής, 

i στα μηχανικά δημιουργήματα, και

ii. στα υπόλοιπα ανθρωπόμορφα όντα τα οποία –διά της σκαριμπικής γραφής– κάνουν τα πάντα ώστε να φαίνονται άνθρωποι· το «φαίνεσθαί» τους όμως επηρεάζεται από αδυναμίες που κανονικά φέρει το ανθρώπινο «είναι».

 

Όσον αφορά την κίνηση, συναντάμε: 

i. τα μηχανοκίνητα: λειτουργούν με μηχανήματα, είναι φτιαγμένα από σίδερο, τύπου ρομπότ,

ii. τα ετεροκίνητα: ανδρείκελα που κινούνται από τον άνθρωπο, αθύρματα, τύποι κουκλοθέατρου που μέσα τους είναι το χέρι του παίχτη, νευρόσπαστα με σπάγκους, μαριονέτες, Καραγκιόζης και άλλες μορφές του θεάτρου σκιών,

iii. κουρδιστά: κουρδιστά κουκλάκια και άλλα ομοιώματα (παλιάτσοι, πιερότοι αρλεκίνοι), με σούστες και ελατήρια, και

iv. ακίνητα: κούκλες βιτρίνας, αγάλματα, ακινητοποιημένος άνθρωπος στον ύπνο, στο θάνατο, στη ζωγραφική.

 

Οι παραπάνω ομάδες αλληλεπικαλύπτονται. Η σκαριμπική φαντασία δεν υπόκειται σε όρια και περιορισμούς. Οι συνδυασμοί που προκύπτουν είναι ατέλειωτοι. Παρομοίως μεταβάλλονται και οι σχέσεις ταυτότητας-ετερότητας εφόσον οι μορφές αποτελούν στοιχεία ταυτότητας του ποιητικού Εγώ. Ενός Εγώ το οποίο κατακερματίζεται μέσα από τις τόσες μεταμορφώσεις (/παραμορφώσεις). Το ερώτημα είναι: υφίσταται μία ενιαία ποιητική ταυτότητα μετά από τον πολυμορφικό κατακερματισμό του ποιητικού Εγώ;

Η Ιωάννα Ναούμ αναφέρει πως όλοι οι μη άνθρωποι του σκαριμπικού σύμπαντος είναι ένα «δίκτυο νημάτων – θεμάτων που, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, καταλήγουν στο κουβάρι της ειρωνείας. Η αμφισημία ανάμεσα στο έμψυχο και στο άψυχο, στο χάρτινο και στο πραγματικό, στο σώμα και στη σκιά του, στην όψη και στην ουσία, στο υποκείμενο που παρατηρεί και στο υποκείμενο που παθαίνει, στο γέλιο, τέλος, και στο κλάμα, αποτελεί αναμφίβολα μέρος του παιχνιδιού της αντανάκλασης του (ποιητικού) εαυτού».2

Χαρακτηριστικό παράδειγμα ανθρωπόμορφων νευρόσπαστων ετεροκίνητων, που αφήνουν τη δράση τους στα χέρια των ανθρώπων είναι το παρακάτω:

 

Τέλια. σπάγγοι, πόδια , χέρι – εκεί – κεφάλι

– μια μουτσούνα θάμα ως άνυφτη η αυγή,

τόνα χέρι τάλλο κρούνε η μια την άλλη

και πηδάω στη μέση – θεϊκό τραγί!

[…]

(είδος ξεφαντάδων κούκλινων και χαύνων)

να χοροπηδάνε – παρά θίν’ αλός –

ως κατσιά στη μνήμη των αρχαίων φαύνων

και να γυροφέρνουν – καλλικάντζαροι ως.

(«Αντίγραμμα», σ. 86)3

 

 

Τί αστείο!... (Κι αχ οι φάτσες τους κείνων

– στις κλωστές των – παλιάτσων μου). Ω τέλεια

(«Αίμα υπό μάσκαν», σ. 93)

 

 

 

Ρομπότ

Το ρομπότ είναι βασικό μοτίβο στη σκαριμπική ποίηση το οποίο περνά από το πεζογραφικό έργο και από πολλά ποιήματα, μέσα από διαφορετική κάθε φορά οπτική.4 Στο διήγημα «Petroleum é dijelmen company» ενσωματώνεται το ποίημα «Τα ρομπότ»5 το οποίο απαγγέλλεται από ένα ρομπότ.

Η αίσθηση ρομποτικής κατασκευής κούκλας δίνεται στο παρακάτω ποίημα. Το ποιητικό Εγώ μέσω του β΄ ενικού προσώπου απευθύνεται στον εαυτό του.

 

Το όνειρο του Πέτρου Σπεντζή

 

Καμιά κούκλα εσένανε στ’ όνειρο

μόνον ένα γιάλινο μάτι

πατημένο στις αγκυροβολίες του – στην άβυσσο –

του υπερωκεάνειου της νύστας.

 

Ένας Κύριος αριθμητικός και τρισύλλαβος

έχει σφιχταγκαλιάσει ένα Χ

όμορφο και στραβό σαν καρδιά

που φωτάει στις πλατείες.

 

Είναι κάτι σαν ημερομηνία ανυπόγραφη

και σαν σταύρωση του έτους

μέσ’ στις βίδες και τα ελατήρια που ξέχασαν

οι επτά νάνοι όταν εφύγαν.

 

Και θα πας… Θα πας να χτυπήσεις τη σφύρα σου

στου κρανίου του τις φλάντζες

και τότε θα πεταχτούν από μέσα του

οι προχρονολογημένοι εαυτοί σου…

 

Η μηχανοκίνητη κατασκευή του ρομπότ εμφανίζεται και στους στίχους του «Αρλεκίνου»:

 

Τότες ακώ κι ένα κούρντισμα ως – μου –

τα μέλη κινήσουν σε άσκηση τέλεια.

Α, τ’ ορκίζομαι – τι ιστορία – στο φως μου,

τι σούστες!... τι γέλια!

 

Θα κλάψω!... Νοιώθω – εδώ μου – τα ελατήρια

τόσων άλλων τους που εσπάσαν αθυρμάτων

και θα φύγω κρούοντας τα εμβατήρια

των δυο μου πιάτων…

(σ. 130)

 

Κούκλες

Η ρομαντική τάση του Σκαρίμπα για την αναζήτηση της υπέρβασης της ανθρώπινης κατάστασης τον οδηγεί στη σύλληψη ερώτων οι οποίοι είναι αδύνατο να ολοκληρωθούν ή να διαρκέσουν. Κατασκευάζει ανθρωπόμορφα ομοιώματα –μηχανικά και μη– που φέρνουν στο μυαλό την εικόνα της ιδανικής γυναίκας· εξωτερικά μόνο. Η κούκλα, καθώς και το ομόλογό της ρομπότ, επίμονα θέματα της σκαριμπικής μυθολογίας, συνδεδεμένα με τα όρια της ανθρώπινης φύσης, περνούν από το πεζογραφικό έργο του και από πολλά ποιήματά του.6 Ανάλογης θεματολογίας είναι και τα ποιήματα «Η τράτα», «Νινόν», «Το βάζο», «Το βαλς χωρίς ντάμα», «Το πορτραίτο της Έλιζε Μαίηλυ», «Comedie dell’ arte» [sic], «Αίμα υπό μάσκαν», «A-masgue» [sic].

Στο ποίημα «Το μοντέλο» ο Σκαρίμπας αξιοποιεί τον λογοτεχνικό τόπο της γυναίκας η οποία αιωρείται μεταξύ φαντασίας και πραγματικότητας, […] προάγγελος του μοτίβου της κούκλας και του ρομπότ.7 Παρακάτω το ακίνητο ομοίωμα μοντέλου καταλήγει στο τέλος του ποιήματος να είναι κούκλα βιτρίνας:

 

Ω Κυρά μου – Άγγελε – Συ – των μειρακίων

πόχεις το γέλιο, ω χαύνη κόρη των πνευμάτων,

σε μια βιτρίνα σ’ έχουν στήσει γυναικείων

φορεμάτων!...

(«Το μοντέλο», σ. 25)

 

Θίασος, κλόουν, αρλεκίνοι

Στον σκαριμπικό θίασο οι ήρωες είναι ευφυείς και (τουλάχιστον) δισυπόστατοι. Ο ποιητής διά των έργων του αυτοαναλύεται. Προσπαθεί μέσω όλων των ποιητικών του μορφών ως «άλλον» να γνωρίσει καλύτερα τον εαυτό του. Θεωρώντας όλα τα ανθρωπόμορφα δημιουργήματά του στοιχεία ετερότητας, προβληματίζεται και διατυπώνει τις προσωπικές πρωτότυπες σκέψεις για τον κόσμο και τη ζωή μέσω του «άλλου».

 

Νά τα έργα σου, οι πόθοι σου – όλοι εμείς – φασουλήδες,

νά και συ θιασάρχης!...

(«Στάδιον δόξης», σ. 78)

 

Σοβαρά;… Θα τραγούδαγα;… Κι είχα – στο Δία

τ’ ορκίζομαι – ένα ρόλο παλιάτσου – ίδιο θάμα …

Δεν μούπαν πως θάκλαιγα, κι αντίς κωμωδία

θα παίξω σε δράμα…

(«Πρόλογος. Σημείωμα προεισαγωγικό

ή περίληψις προηγουμένων», σ. 18)

 

«Με αποδεδειγμένη την καταγωγή του Αρλεκίνου […] από την εστία του ρομαντισμού, αναγιγνώσκεται εύκολα πίσω από τη μάσκα του η αυτάρεσκη προβολή ενός Εγώ, ενός προσωπείου του δημιουργού, μία, εν τέλει, αυτοπροσωπογραφική διήγηση».8 Άρα καταλήγουμε στην ταύτιση του ποιητή Σκαρίμπα με τη μορφή που δημιούργησε και την άφησε να επικρατήσει σε θιάσους εξαίσιους.

Παρόλο που ο κάθε κλόουν, παλιάτσος, αρλεκίνος ζει μόνο μέσω του πλήθους, η ετερότητά τους είναι που δίνει σημασία στην ύπαρξή τους. Άλλωστε «τη μοναξιά… μόνο με την παρουσία του κοινού θα την κατακτήσεις».9

Ο κλόουν προέρχεται από τον χωμάτινο βώλο10 και όπως ανέφερε ο Συμεών Σταμπουλού «είναι αδύνατον να ενδυθεί ποτέ την ακαδημαϊκή τήβεννο». Είναι ο άνθρωπος του πλήθους, πλανιέται συνεχώς με το τσίρκο στην πόλη. Η πόλη θα μείνει ανοικτή σε όλες τις εκδοχές – ακόμα και στον θάνατο· όπως ανοικτό είναι και το γκροτέσκο, μισοτελειωμένο σώμα του Αρλεκίνου που υπερβαίνει συνεχώς τα ατομικά του όρια και ζητεί να ενωθεί με τον κόσμο απ’ τον οποίο προέρχεται και στον οποίο επιστρέφει.11

 

Τώρα; Πόλη τρέμω τα γητέματά σου

[…]

Έτσι νάν’ σπασμένοι, να φυσά απ’ το νότο

και με πίλο κλόουν να γελάς, Χαλκίδα:

Αχ, νεκρόν στο χώμα – να φωνάζεις – είδα

έναν μου ακόμη πιερότο!...

(«Χαλκίδα», σ. 23)

 

 

Σκέφτομαι πως θαύμα είσαι έτσι ως είσαι

με καπέλο κλόουν, ω Χαλκίδα – ως τότε –

να μου λες κλαμένη; Πιερότε ζήσε,

ζήσε – μην πεθαίνεις Πιερότε…

(«Ο Πιερότος», σ. 91)

 

Στα ποιήματα του Σκαρίμπα, οι μορφές της clownery –προβολές της πλανόδιας ζωής– θριαμβεύουν μέσα στους στίχους και στις ρίμες. Τα χαμόγελά τους, οι χοροί και τα τραγούδια τους τούς μεταμορφώνουν από μοναχικούς σε επίκεντρο της προσοχής. Χωρίς το μασκάρεμά τους πέφτουν στην παγίδα της φθαρτότητας· γίνονται αδρανείς και κοινότοποι.

Οι μορφές τους αποτελούν μέθοδο φυγής από τη νοσηρή πραγματικότητα. Τέτοια ταυτότητα φυγής αναζητούσε και το σκαριμπικό ποιητικό Εγώ. Ήθελε να φύγει όξω από τα όρια του κόσμου. Κατά τον Παναγιωτόπουλο, οι κλοουνίστικες μορφές αποτέλεσαν μια μορφή φυγής που ήταν «η μεγάλη ουτοπία του μεσοπολέμου».12 Την ευκαμψία των ηθών του μεσοπολέμου βίωσε ο Σκαρίμπας και το ποιητικό Εγώ του προτίμησε να διασπαστεί σε πολλούς εαυτούληδες προκειμένου να τη σατιρίσει, να ’ρθει σε ρήξη μαζί της, να την υπονομεύσει και εντέλει κάνοντάς την έναν εξαίσιο θίασο να γίνει ένα μαζί της και να την εξουσιάσει ως θιασάρχης.

Η πόλη στην οποία δημιουργεί και ελέγχει τον θίασό του είναι ο τόπος που τον πνίγει και την ίδια στιγμή η μήτρα στην οποία επιστρέφει· τότε εκεί μεταμορφώνεται/ξαναγεννιέται για να ξαναφύγει, ή επιστρέφει και δημιουργεί άλλα νευρόσπαστα, μηχανικά, κουκλίστικα δημιουργήματα – ανθρωπόμορφα προκειμένου να σατιρίσει την ανθρώπινη φύση καθώς και την «ανθρωπινότητα». 

 

Καραγκιόζης

Οι φιγούρες του Καραγκιόζη είναι, για τον καραγκιοζοπαίχτη, φιγούρες χαρτονένιες στις οποίες δίνει ομιλία, ακοή, ψυχή· ενώ για τον θεατή αυτά τα νευρόσπαστα είναι ίσκιοι που πηγαινοέρχονται προκειμένου να συντελέσουν στην υπόθεση του έργου. Τις φιγούρες τις βλέπει κανείς από τη μεριά του καραγκιοζοπαίχτη ή του θεατή. Ο Σκαρίμπας όμως βρίσκεται και από τις δύο μεριές του μπερντέ συγχρόνως.13

Στο ποίημα «Comedie dell’ arte» ο Σκαρίμπας αυτο-τοποθετείται στη θέση του Χατζαντζάρη ακολουθώντας τον Καραγκιόζη τον οποίο θεωρεί ανώτερό του. Ο άνθρωπος είναι αντανάκλαση ενός ίσκιου. Στη δημιουργία της παράστασης συμβάλλουν ο συγγραφέας Σκαρίμπας και οι αναγνώστες του. Μέσα από σχέσεις ετερότητας (καθρέφτισμα ζωής) το ποιητικό Εγώ αντιλαμβάνεται στοιχεία της δικής του ταυτότητας.

 

Μορφονιός συ, μα με σκύλινα μούτρα

– Χατζαντζάρης, πίσω σου, εγώ – κατηφές –

μια πεντάρα νάχεις – μάτι – στην κούτρα

και των ρούχων μας να φωτάν οι ραφές.

(«Comedie dell’ arte», σ. 88)

 

Μέσα στο θέατρο σκιών τοποθετεί και τους πολίτες της πόλης στην οποία εξελίσσεται το έργο. Η όλη παράσταση στην οποία βρίσκεται το ποιητικό Εγώ είναι ένα καθρέφτισμα της πραγματικής ζωής.

 

αχ! τίς οίδε της ζωής ποιοι καθρέφτες

καθρεφτίζουν μας – της αγάπης σφαχτά…

(«Comedie dell’ arte», σ. 88)

 

Στο ποίημα «Ο καμπούρης»14 ο ήρωας είναι ομόλογος του Καραγκιόζη. «Ο αυτοσαρκαζόμενος καμπούρης συνιστά τυπικό χαρακτήρα του σκαριμπικού πεζογραφικού και ποιητικού έργου: αρλεκίνοι, παλιάτσοι, πιερότοι, κλόουν, βοϊδάγγελοι εκθέτουν με τον κλαυσίγελό τους τη διπλή φύση του ανθρώπου».15 

 

Ζητήματα ταυτότητας

Στο ερώτημα, αν ο άνθρωπος όταν παρασταίνει κάποιον άλλον ή όταν μεταμφιέζεται γίνεται ομοίωμα ανθρώπου, ο Κοκόλης σημειώνει ότι η απάντηση που δίνεται διά του σκαριμπικού έργου είναι καταφατική: «ναι, από τη στιγμή που ο υποκρινόμενος/μεταμφιεσμένος παύει να είναι ο εαυτός του: αποτελεί πια το ομοίωμα ενός άλλου».16

Αυτά τα θολά όρια ανάμεσα στο ανθρώπινο πλάσμα και το μη πραγματικό είναι το επισφράγισμα της πολυπρόσωπης μορφής του λογοτέχνη Σκαρίμπα. Πρόκειται για μία ταυτότητα πολυδιάστατη και τόσο πολύμορφη, του λογοτέχνη, η οποία παράλληλα καταλήγει ετερότητα του ιδίου όχι μόνο προς το κοινωνικό περιβάλλον αλλά και προς τον λογοτεχνικό του περίγυρο. (Ωστόσο, αυτή η ετερότητα –του συγγραφέα και των ομοιωμάτων του– δεν παύει να εμποδίζει αμφότερα τον συμμερισμό/κατανόηση των ουκ ολίγων ανθρωπίνων παθών.)

Ο πληθυντικός αριθμός της λέξης «εαυτούληδες» δείχνει τους πολλούς εαυτούς του ποιητή. Την ίδια όμως στιγμή που το ποιητικό «εγώ» του Σκαρίμπα έχει διασπαστεί σε τόσες μονάδες, είναι ζήτημα εάν μπορεί να υπάρξει μία ποιητική ταυτότητα. Το ποιητικό «εγώ» εκφράζεται ως «εγώ» ή ως «άλλος»;

Η ετερότητα του άλλου γίνεται, εν μέρει, ταυτότητα. Πρόκειται για οικειοποίηση συμπεριφοράς. Το ερώτημα είναι εάν αυτή η διαδικασία μεταφέρεται και στον αναγνώστη ο οποίος ασφαλώς εμπλέκεται. Ο αναγνώστης παρασύρεται από τον «άνομο» –προς αυτόν– κόσμο του Σκαρίμπα και αφήνει τη φαντασία του να οικειοποιηθεί των χαρακτηριστικών που το σκαριμπικό έργο προβάλλει; Ή απλώς προσδίδει ο ίδιος στα μηχανικά δημιουργήματα και στα υπόλοιπα ανθρωπόμορφα όντα στοιχεία της δικής του ταυτότητας προκειμένου να τα ερμηνεύσει;

Τρεις ετερότητες προσπαθούν να ταυτιστούν: η πρώτη του λογοτέχνη και ανθρώπου Σκαρίμπα, η δεύτερη των ανθρωπίνων ομοιωμάτων και άλλων δημιουργημάτων του σκαριμπικού κόσμου, και η τρίτη του αναγνώστη.

Το σίγουρο είναι ότι οι μη άνθρωποι του σκαριμπικού σύμπαντος έρχονται για να ταράξουν τα λιμνάζοντα νερά (ακόμα και διά της ακινησίας τους οι κούκλες βιτρίνας) και εντέλει να προκαλέσουν/προσκαλέσουν τον αναγνώστη να απαντήσει σε υπαρξιακά ερωτήματα του τύπου μήπως όλοι μας είμαστε μη άνθρωποι;

Ο Ντεκάρτ υποστήριξε πως ο άνθρωπος μπορεί να αμφιβάλλει για όσα τον περιβάλλουν και για όλα όσα σκέφτεται. Οι άνθρωποι συχνά σφάλλουν στους συλλογισμούς τους ακόμα και σε απλά θέματα. Επομένως δεν υπάρχει λόγος να πιστεύουμε ότι οι αισθήσεις μας δεν μας ξεγελούν ή ότι οι σκέψεις μας δεν είναι σαν τα όνειρα όταν κοιμόμαστε.17 Πρόκειται για μια διαφορετική θέαση της ζωής· για την «άλλη μεριά» η οποία εντοπίζεται στους χαρακτήρες που ο Σκαρίμπας εντάσσει στην ποίησή του.

Ακόμα και το σκαριμπικό ακινητοποιημένο «ον» στον ύπνο, στον θάνατο, στη ζωγραφική, σε κάνει να αναρωτηθείς αν η πραγματική ζωή δεν είναι η καθημερινή βίωση αλλά αυτή που ζούμε όταν βρισκόμαστε στην «άλλη» μεριά, π.χ. στα όνειρα. Ή αν η ολοκληρωμένη ποιητική ταυτότητα προϋποθέτει τον συνδυασμό της «εδώ μεριάς» με την «άλλη» μεριά:

 

Έκτοτες κάθομαι και νυστάζω – ζητώντας το!

Έκτοτες (για να – το ξαναπιώ) κλειώ τα μάτια…

– τη ζωή;

(«Κατηγορουμένη – εγέρθητι», σ. 118)

 

Ο ποιητής Σκαρίμπας προσπαθεί να εξομαλύνει τις διαφορές και τα όρια. Την ίδια στιγμή, ο αναγνώστης νιώθει αμηχανία αφού ως «άλλος» μετακινείται από τη μια μεριά στην άλλη, ίσως και εν αγνοία του.

Επίσης η «διαφορετική/άλλη» μεριά –αν το δούμε στο πλαίσιο της φροϋδικής ψυχαναλυτικής προσέγγισης– προκαλεί στον αναγνώστη την αίσθηση του «ανοίκειου», όσο και αν οι μη ανθρώπινες ταυτότητες του σκαριμπικού σύμπαντος θέλουν να προκαλέσουν διασκέδαση. Σύμφωνα με τον Φρόυντ, το ανοίκειο είναι η συναισθηματική κατάσταση τρόμου που προκύπτει όταν κάτι που ώς εκείνη τη στιγμή ήταν γνωστό, οικείο, μετατρέπεται ξαφνικά σε ανοίκειο και φοβερό· ή όταν δεν μπορείς να διακρίνεις τα όρια ανάμεσα στο «εγώ» και το «μη εγώ». Προφανώς το αποτέλεσμα που προκύπτει από το σκαριμπικό σύμπαν είναι ο συνδυασμός ανοικείωσης και διασκέδασης.18

Στα σκαριμπικά ποιήματα δεν είναι φανερό το θέμα από την αρχή· ο ποιητής αφήνει τον αναγνώστη –αφού ξεπεράσει το αρχικό αίσθημα του ανοίκειου– να εισέλθει αργότερα στο θέμα του ποιήματος και να μεταβεί στο άλλο. Συμβαίνει όμως και το αντίστροφο: ο αναγνώστης εισέρχεται σε ένα αρχικά οικείο αίσθημα και στην πορεία αυτό ανατρέπεται ή διαψεύδεται ( – σε αρκετές περιπτώσεις μαζί με το ποιητικό Εγώ). 

*** 

Αυτό που αναζητάει το ποιητικό σκαριμπικό Εγώ είναι η δική του ταυτότητα. Το «εγώ είναι ένας άλλος», ιδωμένο μέσα από τον φροϋδισμό, υποκαθιστά τη θεϊκή έμπνευση με τον άλλο εαυτό που κάθε καλλιτέχνης ανακαλύπτει μέσα του. Όπως αναφέρθηκε συνοπτικά παραπάνω, ο Σκαρίμπας αναζητά την ταυτότητά του στα ομοιώματα που φτιάχνει, στους τόσο πολλούς εαυτούληδες που απαρτίζονται από κλόουν, αρλεκίνους, κούκλες, ρομπότ. Ανθρωπόμορφα δημιουργήματα, άλλα ακίνητα, άλλα κουρδιστά και άλλα ετεροκίνητα (που δρουν είτε μέσω της ανθρώπινης παρέμβασης, π.χ. νευρόσπαστα και φιγούρες του Καραγκιόζη, είτε μέσω των μηχανών).

Ο ποιητής θέλει με εσωστρεφείς προσπάθειες και εσωτερικές διεργασίες να ξεπεράσει το δικό του ένστικτο το οποίο τον αποκόπτει από την κοινωνία. Ταυτόχρονα αυτές οι προσπάθειες τον καθιστούν ολοένα και πιο απόμακρο. Μήπως όμως αυτές οι διεργασίες βάζουν τον ποιητή σε φάση αναγέννησης; Εάν ο ποιητής έχει αντιληφθεί τη χρησιμότητα επαφής του ανθρώπου με άνθρωπο –δύο ετεροτήτων–, τότε μπαίνει στη διαδικασία σύναψης κοινωνικών δεσμών, έστω και μέσω των έργων του. Διά της εσωστρέφειας και της περιθωριοποίησης της δικής του ταυτότητας μοιάζει να πετυχαίνει νέα γέννηση του εαυτού του (ανθρώπου και λογοτέχνη). Έτσι οδηγείται στην επικοινωνία, δηλαδή σε διαδραστική σχέση με τον αναγνώστη.

Οδηγούμαστε στο συμπέρασμα ότι το ποιητικό Εγώ διαγράφει έναν κύκλο. Ξεκινά από την αναζήτηση της δικής του ταυτότητας, αυτοπεριθωριοποιείται, συγγράφει δημιουργώντας σχέσεις ταυτότητας-ετερότητας εισχωρώντας σε ένα περιβάλλον οικείο (οικείο;) γι’ αυτόν αλλά ανοίκειο για τον αναγνώστη. Μέσα από ήρωες-αντιήρωες και καταστάσεις διαφορετικά βιωμένες κάθε φορά, δημιουργεί ένα σύμπαν στο οποίο συνυπάρχουν ο ποιητής, ο αναγνώστης, οι ανθρωπόμορφες δημιουργίες του ποιητή την ίδια στιγμή. Τα δομικά στοιχεία αυτού του σύμπαντος μεταβάλλονται συνεχώς τόσο στη φάση παραγωγής όσο και στη φάση πρόσληψης.

Για πολλούς αυτή η αναζήτηση του άλλου και η εσωτερική διαπάλη, μπορεί να επιφέρει το αίσθημα της αποκλίνουσας ετερότητας. Όπως όμως διατύπωσε ο Ντεκάρτ, «ενώ εγώ ήθελα να σκεφτώ έτσι, ότι όλα ήταν ψεύτικα, έπρεπε αναγκαστικά, εγώ που το σκεφτόμουν, να είμαι κάτι».19 Κάθε φορά που η γραφή ασκεί τη λειτουργία της και οι σχέσεις ετερότητας-ταυτότητας μεταβάλλονται, το σκαριμπικό ποιητικό Εγώ αυτοαναλύεται και αναπροσδιορίζεται κλείνοντας τον κύκλο που το ίδιο άνοιξε. 

files/chronosmag/themes/theme_one/faviconXronos.png

 

 

  ΧΡΟΝΟΣ 12 (04.2014)