αποδόμηση των προκατασκευασμένων, κοινά αποδεκτών σχημάτων

 

 

Οι αδυναμίες του ελληνικού καπιταλισμού
καθρεφτίζονται στην αντιμετώπιση των επαναπατριζόμενων Αιγυπτιωτών

Χρήστος Χατζηιωσήφ

 

Νομίζω δεν υπάρχει άλλη παροικία, άλλη ελληνική μεταναστευτική κοινότητα που να έχει σημαδέψει τόσο πολύ το χώρο και τις αντιλήψεις στον τόπο μας όσο η ελληνική κοινότητα στην Αίγυπτο. Οι Αιγυπτιώτες, τα μέλη αυτής της παροικίας, μέσω των συγγενικών δεσμών, των εμβασμάτων και των δωρεών συντηρούσαν ένα πυκνό δίκτυο σχέσεων που περιέκλειε ολόκληρο τον ελληνικό χώρο. Το Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο είναι το πιο γνωστό ορόσημο στο χώρο, αλλά υπάρχουν και πολλά άλλα λιγότερο γνωστά στην περιοχή της πρωτεύουσας, όπως η Αμπέτειος Σχολή των τυφλών, και πολλά περισσότερα, βρύσες, καμπαναριά, σχολεία κ.λπ. στους τόπους καταγωγής των Αιγυπτιωτών, ξεκινώντας από τη Λήμνο στα βόρεια και κατεβαίνοντας κατά μήκος της μικρασιατικής ακτής μέχρι τη Ρόδο και το Καστελόριζο, την Κάσο και στη στεριά, στα χωριά του Πηλίου, το Μέτσοβο και την Ήπειρο γενικότερα.

Η παρουσία όμως των Αιγυπτιωτών και της παροικίας τους δεν περιορίζεται μόνο στο χώρο και τις προσωπικές σχέσεις, αλλά έχει ριζώσει και στην ιδεολογία μας. Πάνω σε αυτές τις πυκνές σχέσεις ανάμεσα στους χώρους καταγωγής και τις παροικίες στήθηκαν ερμηνευτικά μοντέλα της εξέλιξης της ελληνικής κοινωνίας κατά το 19ο και το πρώτο μισό του 20ού αιώνα· το Εξάρτηση και Αναπαραγωγή του Κωνσταντίνου Τσουκαλά είναι το πιο γνωστό. Τα μοντέλα αυτά αφορούν κυρίως τους κοινωνικούς επιστήμονες. Το ευρύτερο κοινό –τουλάχιστον οι θεωρούμενοι μορφωμένοι, ας πούμε οι αναγνώστες των ένθετων του Σαββατοκύριακου στις εφημερίδες– έχει διαβάσει ή, συχνότερα, ακούσει για τον Καβάφη και πιο σπάνια για τον Τσίρκα, και μέσω αυτών των γνώσεων έχει σχηματίσει μια εικόνα για την παροικία των Αιγυπτιωτών που εντάσσεται μέσα στη γενικότερη αντίληψή τους για το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον της κοινωνίας μας.

Αυτή η πάνδημη οικειοποίηση της ιστορίας των Αιγυπτιωτών είναι που καθιστά την εργασία του Άγγελου Νταλαχάνη (Ακυβέρνητη Παροικία. Οι Έλληνες στην Αίγυπτο από την κατάργηση των προνομίων στην έξοδο 1937-1962, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης 2015) πολύτιμη όσο και επικίνδυνη. Πολύτιμη, γιατί μας επιτρέπει να ελέγξουμε αντιλήψεις και σχήματα για το παρελθόν που υιοθετήσαμε χωρίς να τα πολυεξετάσουμε είτε επειδή τα θεωρούμε κοινώς αποδεκτά είτε επειδή μας καθησυχάζουν καθώς κλειδώνουν ομαλά μέσα στη γενικότερη αντίληψή μας για την ελληνική ιστορία. Επικίνδυνο είναι το εγχείρημα του Άγγελου Νταλαχάνη γιατί η κριτική, δηλαδή η μεθοδική και πολυπαραγοντική μελέτη του παρελθόντος, μπορεί να οδηγήσει στην αποδόμηση των προκατασκευασμένων, κοινά αποδεκτών σχημάτων και να προκαλέσει έντονες ιδεολογικές αντιδράσεις. 

Ο κίνδυνος αυτός επιτείνεται καθώς ο συγγραφέας επέλεξε να μελετήσει την περίοδο που προηγήθηκε της μαζικής εξόδου από την Αίγυπτο, τη φάση δηλαδή της ιστορίας των Αιγυπτιωτών που δεν έχει συμβάλει στην κατασκευή των κοινότοπων ιστορικών σχημάτων. Είναι μια περίοδος που έχει να παρουσιάσει λιγότερα μεγαλεία και περισσότερες αγωνίες και αγώνες. Πρόκειται για τα χρόνια 1937-1962, κατά τα οποία η παροικία βρίσκεται αντιμέτωπη με την επιτάχυνση της διαδικασίας του σχηματισμού του αιγυπτιακού έθνους-κράτους, στην οποία μπορούσε να απαντήσει με την προσαρμογή-αφομοίωση ή με τη μετεγκατάσταση σε άλλη χώρα. Η διαμόρφωση του αιγυπτιακού έθνους-κράτους κατά τις δεκαετίες του 1950 και του 1960 αποτελεί τμήμα της παγκόσμιας κίνησης της αποαποικιοποίησης. Καθώς η Ελλάδα δεν διέθετε αποικίες γίνεται υπόρρητα δεκτό ότι υπήρξε θεατής αυτής της διαδικασίας. Ακόμα και το Κυπριακό της ίδιας εποχής αντιμετωπίζεται κυρίως σαν μια ύστερη έκφανση του ελληνικού αλυτρωτισμού. Η ιστορία των Αιγυπτιωτών, μετά το τέλος των διομολογήσεων το 1937, μας προκαλεί να ξανασκεφτούμε το πώς συνδέεται η ελληνική με την παγκόσμια ιστορία.

Η κρίσιμη αυτή περίοδος μελετάται με βάση τα κείμενα που παρήγαγε η ηγεσία της παροικίας στην Αλεξάνδρεια και το Κάιρο και την αλληλογραφία του ελληνικού υπουργείου εξωτερικών και άλλων κυβερνητικών οργάνων. Στα 7 κεφάλαια του βιβλίου παρουσιάζονται τα κοινωνικά και οικονομικά χαρακτηριστικά της παροικίας που μπορούσαν να κατευθύνουν προς τη μία ή την άλλη κατεύθυνση τόσο τις συλλογικές όσο και τις προσωπικές απαντήσεις στη διαδικασία της οικοδόμησης του αιγυπτιακού έθνους-κράτους. Στο κέντρο της παρουσίασης βρίσκονται οι επαγγελματικές δραστηριότητες και η εκπαίδευση των Αιγυπτιωτών. Στο μέτρο που οι πρώτες θίγονταν από τα μέτρα εθνικοποίησης της αιγυπτιακής κυβέρνησης υπαγόρευαν στους πάροικους ένα φάσμα δυνητικών απαντήσεων, ενώ η παιδεία τους καθόριζε τις πραγματικές δυνατότητες που είχαν για να υλοποιήσουν τις επιλογές τους. Η εικόνα που προκύπτει από την ανάγνωση του βιβλίου είναι αυτή μιας κοινότητας ταξικά διαιρεμένης, αλλά περιορισμένης στο σύνολό της σε επαγγέλματα του τριτογενή τομέα και ιδεολογικά απρόθυμης να προετοιμασθεί για να ανταποκριθεί στην πολιτική της επιβολής της αραβικής γλώσσας στη διοίκηση και την οικονομία. Κάτω από αυτές τις συνθήκες, η έξοδος, η μετεγκατάσταση στην Ελλάδα ή σε κάποια τρίτη χώρα, αποτέλεσε για τους περισσότερους τη μόνη εφικτή λύση. Σε αυτό το σημείο, η παρέμβαση της ελληνικής κυβέρνησης σε συνεργασία με την παροικιακή ηγεσία ήταν κρίσιμη, σε μία πρώτη φάση για την προσπάθεια προσαρμογής στις νέες συνθήκες που διαμορφώνονταν στην Αίγυπτο και τελικά για τον προσανατολισμό του ρεύματος της εξόδου.

Ένα καλό βιβλίο, ένα καλό ιστορικό βιβλίο μας μαθαίνει πράγματα και επιπλέον μας βάζει να προβληματιστούμε πάνω σε τάσεις και συμπεριφορές γενικότερης ισχύος. Το βιβλίο του Άγγελου Νταλαχάνη το κάνει και είναι και γι αυτό ένα καλό ιστορικό βιβλίο. Ένα παράδειγμα: οι ελληνικές κυβερνήσεις αποκαλύπτονται να προσπαθούν να αποτρέψουν τον «επαναπατρισμό» των Αιγυπτιωτών, εκτός αν έφερναν σημαντικά κεφάλαια. Για το ελληνικό κράτος μετά τον Εμφύλιο οι Αιγυπτιώτες είτε ως διανοούμενοι με προοδευτικές ιδέες είτε ως δυνητικοί άνεργοι αποτελούσαν απειλή για το εσωτερικό status quo. Πρόκειται εδώ για μια πολιτική που επικαθορίζεται από το συγκεκριμένο μετεμφυλιοπολεμικό κλίμα; Πρόκειται για την ελληνική εκδοχή της γενικότερης διεθνούς τάσης επιφύλαξης απέναντι στον επαναπατρισμό των ομογενών, όπως αφήνεται να εννοηθεί σε ένα σημείο του βιβλίου; Ή πρόκειται για μια σταθερά του ελληνικού καπιταλισμού, της απροθυμίας, περισσότερο από την αδυναμία, του άρχοντος κοινωνικού συνασπισμού να λειτουργήσει ως πραγματικός καπιταλιστικός σχηματισμός και να εκμεταλλευτεί την εγχώρια εργατική δύναμη, ακόμα και όταν αυτή είναι υψηλών επαγγελματικών προδιαγραφών; Η προπαγάνδα που διεξάγεται σήμερα από το ημιεπίσημο εγχώριο δημοσιογραφικό όργανο των «θεσμών» υπέρ της μετανάστευσης του εγχώριου επιστημονικού δυναμικού, ακόμα και με την αποδοχή ότι στα σχετικά δημοσιεύματα περιέχεται μεγάλη δόση επιπολαιότητας, με κάνει να κλείνω προς την άποψη της σταθεράς στη συμπεριφορά του ελληνικού καπιταλισμού. Η στενόκαρδη αντιμετώπιση των επαναπατριζόμενων Αιγυπτιωτών από τα τελωνεία και τις τράπεζες κατά την εξαργύρωση ποσών σε αιγυπτιακές λίρες θα μπορούσε να ειδωθεί σαν ένα διαχρονικό ζευγάρωμα της γραφειοκρατικής στενοκεφαλιάς με την αδυναμία του ελληνικού καπιταλισμού.

Το βιβλίο υποθάλπει και μια δεύτερη κατηγορία προβληματισμών σχετικά με την ιστοριογραφική λειτουργία. «Δεν είμαι Αιγυπτιώτης», δηλώνει ο Άγγελος Νταλαχάνης με την πρώτη φράση του βιβλίου. Για τον ιστορικό, η διευκρίνηση αυτή έχει μικρή μόνο σημασία. Αν επρόκειτο να υπάρχει σχέση εμπάθειας του ιστορικού με το αντικείμενό του, τότε το πεδίο δράσης των ιστορικών θα έτεινε να εκλείψει. Προκειμένου όμως για μια ιστορική εμπειρία που πολλοί από τους οποίους την έζησαν βρίσκονται ακόμα ανάμεσά μας, τότε ο ιστορικός διατρέχει τον κίνδυνο τα πορίσματα της έρευνάς του να έρθουν αντιμέτωπα με τη βιωμένη ή την παραδεδομένη μνήμη, με αυτό που ο ίδιος χαρακτηρίζει στερεότυπα στην πρώτη σελίδα του βιβλίου. Ας ελπίσουμε ότι είναι δυνατός ο διάλογος ανάμεσα στους φορείς της μνήμης και τους ιστορικούς. Βέβαια, είναι ζήτημα ιστορικής παιδείας, και κατά παράδοξο τρόπο στην ιστορικόπληκτη κοινωνία μας υπάρχει έλλειμμα ιστορικής παιδείας.

Σε επικουρία αυτών που φυλάσσουν τη μνήμη, μπορεί να σπεύσουν, χωρίς να το πολυκαταλάβουν, αυτοί που δογματικά υποστηρίζουν την ιστορία από τα κάτω, την ιστορία των δρώντων υποκειμένων ως μια ανώτερη μορφή ιστοριογραφίας. Τα δρώντα υποκείμενα στο βιβλίο δεν είναι μόνο οι διπλωμάτες, οι υπουργοί και η ηγεσία της παροικίας. Ο κοσμάκης της παροικίας παρεμβαίνει είτε έμμεσα –με την παρουσίαση των επιλογών του–, είτε άμεσα –μέσα, για παράδειγμα, από τα επιστολικά δελτάρια που έστελναν οι μετανάστες στην Αυστραλία στον υπεύθυνο του τμήματος μετανάστευσης του Ελληνικού Εμπορικού Επιμελητηρίου Αλεξανδρείας. Ο συγγραφέας –παρόλο που δείχνει ότι οι Έλληνες δεν εκδιώχθηκαν από τον Νάσερ, όπως θέλει η μνήμη μερικών και το γενικότερο στερεότυπο– είναι αρκούντως ευαίσθητος ιστορικός για να τονίσει ότι «η σοσιαλιστική πραγματικότητα» της νασερικής περιόδου υπήρξε «εφιαλτική» για τους επιχειρηματίες. Η εργασία του, προσεκτική και μεθοδική, μας προσφέρει το στέρεο πλαίσιο της ιστορίας της κρίσιμης περιόδου της παροικίας πριν την έξοδο, μέσα στην οποία θα μπορούσαν να ενταχθούν και να αξιολογηθούν οι επιμέρους αναμνήσεις, οι οποίες, χωρίς αυτό το πλαίσιο, με την αντιφατικότητά τους, θα ακύρωναν η μία την άλλη.

files/chronosmag/themes/theme_one/faviconXronos.png

  ΧΡΟΝΟΣ 34 (2.2016)