Μαντέλα: Η δημιουργία ενός παγκόσμιου γεγονότος

 

Αιμιλία Σαλβάνου

 

Στην είδηση του θανάτου του Νέλσον Μαντέλα, ο Ντέηβιντ Κάμερον τον χαρακτήρισε ως έναν «πραγματικά παγκόσμιο ήρωα». Ο ίδιος άνθρωπος, στο τέλος της δεκαετίας του 1980, ανήκε σε έναν πολιτικό σχηματισμό που θεωρούσε τον Μαντέλα τρομοκράτη και εναντιωνόταν στην αποφυλάκισή του. Η είδηση του θανάτου του Μαντέλα γρήγορα κυριάρχησε σε όλα τα ειδησεογραφικά πρακτορεία και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Στήθηκαν αφιερώματα από παγκόσμιας εμβέλειας εφημερίδες (όπως η Telegraph, ο Guardian, το B.B.C. και το C.N.N.), υπήρχαν ζωντανές συνδέσεις με τις τελετουργίες που σχετίζονται με την κηδεία του στο Γιοχάννεσμπουργκ, όπου είχαν καταφθάσει για τον σκοπό αυτό επίσημες αποστολές σχεδόν από όλα τα κράτη, και η Google αφιέρωσε σχετικό λόγκο στην αρχική της σελίδα λίγες μόνο μέρες μετά τον θάνατό του, παραπέμποντας, μέσω ενεργού συνδέσμου, στην ιστοσελίδα του Αρχείου του Μαντέλα, με πλούσιο υλικό γύρω από τη ζωή και τη δράση του.1 Τις τελευταίες δεκαετίες, η ζωή και οι αγώνες του Μαντέλα αποτέλεσαν θέμα κινηματογραφικών παραγωγών του Χόλλυγουντ. Ανδριάντες του υπάρχουν στο Λονδίνο και στην Ουάσινγκτον, σε δύο χώρες που μέχρι πριν από λίγα μόλις χρόνια τον θεωρούσαν ανεπιθύμητο και επικίνδυνο.

Συμμετοχή στη μνήμη του νεκρού διεκδικούν διευρυμένες ομάδες, που ξεπερνούν γεωγραφικά, εθνικά και κοινωνικά σύνορα. Ο Μαντέλα εντάσσεται στη γενεαλογία των ριζοσπαστικών απελευθερωτικών κινημάτων, σε αυτήν της Αριστεράς, αλλά και σε αυτήν της νεοφιλελεύθερης μεταδημοκρατίας. Γίνεται σύμβολο στο οποίο κάθε ομάδα προβάλλει τις προσδοκίες της και του προσδίδει νόημα. Είναι ταυτόχρονα ο ριζοσπάστης νέος του 1960, το πάσχον υποκείμενο στα χρόνια της φυλακής, ο πολιτικός της συμφιλίωσης που έσωσε τη χώρα του από τον γκρεμό του εμφυλίου, το σύμβολο του αγώνα κατά του απαρτχάιντ. Και ως σύμβολο είναι παγκοσμιοποιημένο. Αλλά δεν ισχύει το ίδιο για όλα τα αφηγήματα που το νοηματοδοτούν. Φαίνεται πως υπερισχύει εκείνο που συνδέεται με τη συμφιλίωση και τη δημοκρατική μετάβαση στη Νότια Αφρική, ενώ τα υπόλοιπα υποβαθμίζονται σε σημείο που διατυπώνονται ανησυχίες για προσπάθειες ιστορικού αναθεωρητισμού. Η παγκοσμιοποιημένη μνήμη του Μαντέλα, αυτή για την οποία μιλούν οι ταινίες, τα μνημεία και οι πολιτικοί που κατέφθασαν για την κηδεία του, είναι η μνήμη του πολιτικού της συμφιλίωσης. Πώς έγινε όμως το πέρασμα από μια μνήμη ταυτισμένη με την αντίσταση κατά του απαρτχάιντ, ή έστω με το «πάθος», σε μια μνήμη που μιλά για συμφιλίωση και μη βία; Ποιες μνήμες γίνονται παγκόσμιες, μέσα από ποιους δρόμους και με ποιον τρόπο τις μεταμορφώνει αυτή η παγκοσμιοποίηση;

 

Η παγκοσμιοποίηση της μνήμης

Η μνήμη είναι πάντοτε συλλογική, διαμορφώνεται δηλαδή μέσα σε μικρότερα ή μεγαλύτερα, βιωμένα ή φαντασιακά, πλαίσια του συνανήκειν. Από τον βιωμένο μικρόκοσμο της οικογένειας ή της παρέας ώς τη φαντασιακή κοινότητα του έθνους, η μνήμη διαμορφώνεται και μεταφέρεται μέσα σε πλαίσια συλλογικοτήτων. Στη νεωτερικότητα η ευρύτερη κοινότητα που την οργάνωνε ήταν το έθνος, το οποίο διαμόρφωνε τη συλλογική του μνήμη μέσα από την επεξεργασία της μνήμης των επιμέρους ομάδων που το συναπάρτιζαν – μια διαδικασία που εμπεριείχε λήθη, αφαιρετικότητα και αποσιωπήσεις.

Μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, η παγκοσμιοποίηση άλλαξε τα δεδομένα. Διαμορφώθηκε μια διεθνική δημόσια σφαίρα και μαζί της άλλαξαν και οι όροι διαμόρφωσης της μνήμης. Δεν αφορούσε πια αποκλειστικά τη συνεκτικότητα της εθνικής κοινότητας, αλλά καλούνταν να απαντήσει στις προκλήσεις της νέας εποχής για συνεργασίες και επικοινωνίες που έτεμναν και πολλές φορές υπερέβαιναν τα εθνικά σύνορα. Η κινητικότητα των ανθρώπων μέσα από τα μεταναστευτικά δίκτυα, η διαμόρφωση διεθνικών πλαισίων συνεργασίας σε όλους σχεδόν τους τομείς της ανθρώπινης δραστηριότητας και κυρίως η επανάσταση που επέφερε το διαδίκτυο στην επικοινωνία, διαμόρφωσαν το πλαίσιο ανάδυσης μιας παγκοσμιοποιημένης μνήμης και δημιούργησαν την ανάγκη διαπραγμάτευσης των όρων διαμόρφωσής της.

Σε αυτή τη νέα κουλτούρα, όπου η ευθύνη για τη μνήμη δεν αφορά την εθνική κοινότητα αλλά το «παγκόσμιο χωριό», κεντρική θέση κατέχει η απολογία για τις αδικίες του παρελθόντος και η συμφιλίωση. Ο 20ός αιώνας υπήρξε βαθιά τραυματικός, με αποικιοκρατία, δύο παγκόσμιους πολέμους, το Ολοκαύτωμα, γενοκτονίες… Οι ενοχές που οι εθνικές μνήμες αποσιωπούσαν ή έριχναν στη λήθη, επανεμφανίζονταν στο παγκοσμιοποιημένο πλαίσιο ως τραύματα μιας άλλης εθνικής μνήμης. Οι απολογίες, στο πλαίσιο αυτό, δεν συνιστούσαν μόνο αναγνώριση των τραυμάτων του άλλου και αποκατάσταση των αδικιών του παρελθόντος, αλλά και προσπάθεια διαχείρισης των ανισοτήτων που εμπεριέχονται στην ίδια την ιστορία της παγκοσμιοποίησης. Η έννοια της παγκόσμιας κληρονομιάς είναι μέρος ακριβώς αυτού του πλαισίου. Ούτε η κοινή μνήμη της παγκοσμιοποίησης ούτε η παγκόσμια κληρονομιά είναι θέματα που αφορούν την εξακρίβωση της ιστορικής αλήθειας. Αλλού είναι το ζητούμενο – στη συμφωνία πάνω σε ένα βασικό αφήγημα που να δίνει νόημα στο παρελθόν στο πλαίσιο του προσδοκώμενου μέλλοντος. Ζητούμενο, με άλλα λόγια, είναι να καταστεί το παρελθόν μέσω της μνήμης οικείο και διαχειρίσιμο, απαλλαγμένο από στοιχεία που επαναφέρουν στο παρόν τραύματα και διχασμούς.

Η συμβολική διαχείριση του θανάτου του Μαντέλα αποτελεί ένα ενδιαφέρον μονοπάτι που δείχνει ακριβώς αυτή τη διαδικασία μετατροπής μιας μνήμης που αφορά ένα ειδικό γεγονός σε κοινή, παγκοσμιοποιημένη μνήμη. Η κοινή μνήμη που διαμορφώνεται γύρω από τον θάνατο του Μαντέλα δεν αφορά το σύνολο της πολιτικής του σταδιοδρομίας, αλλά επικεντρώνεται στην πολιτική του δράση μετά την αποφυλάκισή του το 1990 και την εκλογή του ως προέδρου του A.N.C. (African National Congress – Αφρικανικό Εθνικό Κογκρέσο) το 1991. Το 1993 βραβεύτηκε μαζί με τον Φρεντερίκ Γουίλλεμ ντε Κλερκ με το Νομπέλ Ειρήνης «για τον ειρηνικό τερματισμό του απαρτχάιντ και για τη θεμελίωση μιας νέας δημοκρατικής Νότιας Αφρικής».2 Το κρίσιμο σημείο εδώ είναι η συμβολή του στη συμφιλίωση μεταξύ των κοινοτήτων στη Νότια Αφρική μάλλον παρά ο αγώνας του εναντίον του καθεστώτος. Οι πολιτικές του ικανότητες στη διαχείριση ενός διαιρεμένου παρελθόντος μάλλον παρά η ριζοσπαστική εναντίωση απέναντι σε ένα έντονα διχαστικό καθεστώς ανισότητας και εκμετάλλευσης. Την ίδια στιγμή όμως, άλλες πλευρές της πολιτικής του δραστηριότητας μένουν «θαμμένες» στη συλλογική μνήμη ομάδων, χωρίς να γίνονται καθολικές. Φαίνεται πως οι πολλαπλές εκδοχές της μνήμης αντιστοιχούν στις πολλαπλές εκδοχές του παρελθόντος, οι οποίες μπορούν κάλλιστα να συνυπάρχουν όταν το παρελθόν αυτό είναι παροντικό· επιβάλλεται όμως να πειθαρχήσουν κάτω από ενιαίο αφήγημα, όταν το παρελθόν πάψει να είναι παροντικό – όταν έρθει η ώρα να ιστορικοποιηθεί ώστε να πάψει να είναι απειλητικό.

 

Τα πολλαπλά παρελθόντα

Η κηδεία είναι μια τέτοιου είδους τελετουργία αναμέτρησης με το παρελθόν. Είναι συμβολικά η στιγμή εκείνη που καθίστανται ταυτόχρονα ορατά τα πολλαπλά παρελθόντα που συνδέονται με τη ζωή ενός ανθρώπου και τους επιβάλλεται ένα αφήγημα ώστε να γίνουν οικεία και κυρίως ελέγξιμα. Με άλλα λόγια, ώστε να βρουν οριστικά τη θέση τους στο παρελθόν, μακριά από και μη απειλητικά για τους ζωντανούς. Αυτή η πολλαπλότητα των παρελθόντων και η ταυτόχρονη ανάγκη για την επιβολή ενός οργανωτικού αφηγήματος που θα τα καθιστούσε «ακίνδυνα» διαφάνηκε πολύ καθαρά στην περίπτωση του Μαντέλα – όχι τόσο σε αυτά που ειπώθηκαν στους επικήδειους και τα αφιερώματα στον τύπο, αλλά κυρίως στον αντίλογο που αρθρώθηκε, στα παρελθόντα που εκλήφθηκαν ως αποσιωπημένα και αδικαίωτα.

Το κίνημα Abahlalibase Mjondolo που αναπτύχθηκε στις παραγκουπόλεις της Νότιας Αφρικής προεξήγγειλε διαδήλωση εναντίον του Αφρικανικού Εθνικού Κογκρέσου για να τιμήσει τη μνήμη του Μαντέλα. Σύμφωνα με το κίνημα αυτό, ο κοινωνικός λόγος του Μαντέλα για καταπολέμηση της φτώχειας και ίσα δικαιώματα έμεινε αδικαίωτος. Στη Νότια Αφρική μεγάλο ποσοστό του πληθυσμού ζει ακόμη και σήμερα σημαντικά κάτω από τα όρια της φτώχειας, σε μια κοινωνία όπου η γενικευμένη βία διαρρηγνύει συστηματικά τον κοινωνικό και αστικό ιστό. Η αλλαγή που επέφερε το τέλος του απαρτχάιντ είναι ότι στην ελίτ των λευκών προστέθηκε αυτή των μαύρων – αλλά για το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού η κατάσταση λίγο διαφοροποιήθηκε. Ο θυμός και η απογοήτευση συσσωρεύονται, όπως άλλωστε φάνηκε και από τις εκτεταμένες ξενοφοβικές ταραχές εναντίον μη ντόπιων Αφρικανών το 2008. Παρόμοια, αντίλογος διατυπώθηκε από αριστερούς διανοούμενους, που είδαν στον τρόπο με τον οποίο διατυπώθηκε το σχετικό με τον Μαντέλα αφήγημα έναν κίνδυνο ρεβιζιονισμού.

Αυτή η συζήτηση σχετικά με τα παρελθόντα που προβάλλονται στην προσωπικότητα του Μαντέλα σχετίζεται άμεσα με τον τρόπο που εξελίχτηκε η ιστορία της Νότιας Αφρικής μετά την πτώση του καθεστώτος απαρτχάιντ και τις προσπάθειες να αποφευχθεί η ανάδυση της τραυματικής διχασμένης μνήμης του πρόσφατου παρελθόντος στο παρόν, με τη μορφή εμφυλίου πολέμου. Η προσπάθεια της Νότιας Αφρικής να γίνει εθνικό κράτος είναι μακρά και με πολλές στροφές – διαρκεί ουσιαστικά από τις αρχές του 20ού αιώνα, οπότε αποκτά την αρχική της κρατική οντότητα, έως σήμερα. Και αν η διαδικασία εθνογένεσης είναι ούτως ή άλλως περίπλοκη, στην περίπτωση της Νότιας Αφρικής η ανάγκη να την αντιμετωπίσουν μέσα σε συνθήκες αποικιοκρατίας που κλονίζεται η ίδια από συγκρούσεις ανάμεσα στα αποικιοκρατικά κράτη, περιέπλεκε περαιτέρω τα πράγματα. Η εθνογένεση εκεί πέρασε μέσα από συζητήσεις που αφορούσαν τον αφρικανισμό, τη négritude, τη συζήτηση για το πώς και αν θα συμβιώσουν διαφορετικές εθνότητες σε ένα ενιαίο κράτος. Αναπότρεπτα η συζήτηση πήρε πολιτικές διαστάσεις και συχνά συγκρουσιακό χαρακτήρα. Το καθεστώς του απαρτχάιντ μπορεί να ερμηνευτεί μόνο ως μέρος αυτής της διαδικασίας, ως κανονικότητα δηλαδή και όχι ως εξαίρεση στην ιστορία της Νότιας Αφρικής. Ήταν η θεσμοποίηση της προσπάθειας της ηγετικής τάξης του λευκού πληθυσμού να επιβάλει τη συνέχιση της αποικιοκρατικής εκμετάλλευσης του μαύρου πληθυσμού, βάζοντας φρένο στις συζητήσεις για τη δυνατότητα μετατροπής της Νότιας Αφρικής σε πολυεθνικό κράτος. Η πτώση του και η μετάβαση στη δημοκρατία έγινε μετά από διεθνείς πιέσεις αλλά και κλιμακούμενη βία στο εσωτερικό της χώρας, που κορυφώθηκε από τα μέσα της δεκαετίας του 1970 και έπειτα. Ήταν ακριβώς εξαιτίας αυτών των γενικευμένων συγκρούσεων που υπήρχαν φόβοι ότι τη μετάβαση στη δημοκρατία θα ακολουθούσε εμφύλιος πόλεμος. Μετά τη νίκη του A.N.C. στις εκλογές του 1994, οι προσπάθειες να αποφευχθεί ο εμφύλιος και να επέλθει συμφιλίωση μεταξύ των διαφόρων κοινοτήτων της Νότιας Αφρικής δεν αφορούσαν μόνο τις πολιτικές ή οικονομικές επιλογές αλλά εξίσου και τις πολιτικές διαχείρισης της μνήμης.

 

Η κατασκευή της μνήμης της Νότιας Αφρικής

Μέχρι το 1994 η «μνήμη» της Νότιας Αφρικής, όπως τουλάχιστον φαινόταν στις αναπαραστάσεις της στον δημόσιο χώρο και στα μουσεία, ήταν κυρίως η μνήμη των λευκών κατοίκων της, με την παρουσία των μαύρων να περιορίζεται στα μουσεία εθνογραφίας. Μετά το 1994 ξεκίνησε μια προσπάθεια να γίνει ορατή και η μνήμη των άλλων κοινοτήτων και να προωθηθεί μια πιο ισορροπημένη εκπροσώπησή τους, ως μέρος της διαδικασίας συγκρότησης της νέας Νότιας Αφρικής. Η αλλαγή της ονοματοθεσίας στους δημόσιους χώρους, οι ιστοριογραφικές αναζητήσεις, τα μουσεία και τα μνημεία που δημιουργήθηκαν την περίοδο αυτή είναι όλα μέρος αυτής της διαδικασίας. Ουσιαστικά επρόκειτο για μια αναδιαπραγμάτευση της ιστορικής κουλτούρας, κατά τρόπο που να αντικατοπτρίζει το πολιτικό εγχείρημα της εποχής. Το δίκτυο των μουσείων που αφορούσαν το πρόσφατο παρελθόν της χώρας είναι από τα χαρακτηριστικότερα δείγματα της προσπάθειας αυτής. Μουσεία και μνημεία όπως το Museum Africa στο Γιοχάννεσμπουργκ, το «Ματωμένο Ποτάμι», το Μουσείο Hector Peterson στο Σοβέτο αφιερωμένο στη ματωμένη εξέγερση του 1976, το Μουσείο Μαντέλα (που ουσιαστικά έχει μετατρέψει σε τόπους μνήμης μέρη που πέρασε τη ζωή του ο Αφρικανός ηγέτης) και το Μουσείο του Απαρτχάιντ αποτελούν όλα μέρος αυτής της προσπάθειας αναδιαπραγμάτευσης της μνήμης.

Ωστόσο έχει διατυπωθεί και ο αντίλογος: από το αφήγημα των μουσείων αυτών απουσιάζει η συμβολή των λευκών που συμμετείχαν στον αγώνα εναντίον του απαρτχάιντ. Απουσιάζουν επίσης όψεις της ιστορίας που αφορούν κοινωνικές ή φυλετικές συγκρούσεις ανάμεσα στους μαύρους κατοίκους. Αναπαραστάσεις της καθημερινότητας επίσης. Και οι κοινωνικές διαστάσεις της σύγκρουσης πέρα από τις ρατσιστικές. Το αφήγημα είναι εν πολλοίς ευθύγραμμο και αφορά τον ρατσιστικό διαχωρισμό που επέβαλε το απαρτχάιντ – έναν διαχωρισμό που είχε ξεπεραστεί με την πτώση του απαρτχάιντ και τη συμφιλίωση. Αλλά η συμφιλίωση, όπως άλλωστε υπαινισσόταν και το αφήγημα της ιστορικής κουλτούρας, είχε βασιστεί κυρίως στη λήθη του παρελθόντος – όχι στην απόδοση δικαιοσύνης. Οι Επιτροπές Αλήθειας δεν απέδιδαν δικαιοσύνη για τις αδικίες του παρελθόντος, αλλά στηρίζονταν στη λογική της γενικευμένης συγχώρεσης που θα επέφερε τη συμφιλίωση. Και είναι αυτό το πρότυπο της συμφιλίωσης που τα μουσεία προσπαθούν να προεκτείνουν και να επιβάλουν στο παρελθόν.

Με αυτή την έννοια, οι επώδυνες μνήμες του παρελθόντος έχουν μείνει έξω από το καινούριο αφήγημα της Νότιας Αφρικής – και συνεπώς έξω και από το μουσείο. Γιατί, πώς θα μπορούσαν να μπουν στο μουσείο οι κοινωνικές διεκδικήσεις του αγώνα εναντίον του απαρτχάιντ, όταν οι ανισότητες αυτές εξακολουθούν να διχάζουν τον πληθυσμό στη νέα κατάσταση; Πώς να μιλήσει κανείς για τις συγκρούσεις μεταξύ του μαύρου πληθυσμού, όταν η βία ακόμη αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα της χώρας;

Η Νότια Αφρική είναι ακόμη και σήμερα μια βαθιά διχασμένη χώρα. Η πτώση του απαρτχάιντ δεν έφερε την προσδοκώμενη βελτίωση των συνθηκών ζωής για την πλειονότητα του πληθυσμού, αφήνοντας ανεκπλήρωτο το όνειρο μιας δικαιότερης διάδοχης κατάστασης. Σε αυτή τη συνθήκη, τα μουσεία και η επαναδιαπραγμάτευση της ιστορίας δεν μπορούν να τακτοποιήσουν το παρελθόν ιστορικοποιώντας το. Δεν είναι αυτός ο στόχος και ούτε θα ήταν πειστικά σε ένα τέτοιο εγχείρημα. Αποτελούν μάλλον μέρος μιας διαδικασίας επανεκπαίδευσης του πληθυσμού στη δημοκρατική κοινωνία που θέλουν να δημιουργήσουν. Με αυτή την έννοια, η διαχείριση του παρελθόντος είναι κατεξοχήν πολιτικό ζήτημα, αφού μέσα από αυτήν καταβάλλεται συστηματική προσπάθεια, σε επίπεδο έθνους, να δημιουργηθεί ένα αφήγημα στο οποίο μπορούν να συμφωνήσουν οι σύνοικες κοινότητες, αφήνοντας τις υπάρχουσες αντιθέσεις στη λήθη. Η εμπειρία του παρελθόντος στο Μουσείο του Απαρτχάιντ είναι χαρακτηριστική σε αυτή την κατεύθυνση. Είναι το μουσείο το οποίο ο επισκέπτης, ανάλογα με το «εισιτήριο» που θα διαλέξει στην είσοδο, το βιώνει από την πλευρά του λευκού ή του μαύρου κατοίκου κατά την περίοδο του απαρτχάιντ. Ωστόσο, όποιο κι αν διαλέξει κανείς, και μέσα από διαφορετικές πορείες, η εμπειρία που αποκομίζει από αυτή την επίσκεψη είναι η λύτρωση από ένα τραυματικό παρελθόν. Σε αυτό ακριβώς το αφήγημα της λύτρωσης και της συμφιλίωσης εντάσσεται ως σύμβολο ο Μαντέλα, ως ο κατεξοχήν αρχιτέκτονας της δημοκρατικής μετάβασης – εξού και η μετατροπή των χώρων που έζησε σε τόπους μνήμης, μέρη μιας διαδικασίας επαναδιαπραγμάτευσης της συμβολικής γεωγραφίας της χώρας.

 

Μύθος και Ιστορία

Η μυθοποίηση του Μαντέλα υπερβαίνει την εθνική ιστορία της Νότιας Αφρικής. Η αναγωγή του σε σύμβολο καθολικά αποδεκτό σε παγκόσμιο επίπεδο μπορεί να κατανοηθεί μόνο αν ενταχθεί στο ευρύτερο αφήγημα που αναγάγει την επαναδιαπραγμάτευση των τραυματικών και διχαστικών παρελθόντων στη βάση της απολογίας και της συμφιλίωσης (και όχι της δικαιοσύνης) ως κεντρική πολιτική επιταγή της εποχής. Ο λόγος του Ομπάμα στην επικήδεια τελετουργία του Μαντέλα είναι αποκαλυπτικός στην κατεύθυνση αυτή: «Δεν θα δούμε όμοιο του Νέλσον Μαντέλα ξανά. Αλλά επιτρέψτε μου να πω στους νέους της Αφρικής, και στους νέους σε όλον τον κόσμο, ότι μπορείτε να κάνετε το έργο της ζωής του δικό σας». Ο Ομπάμα συνέκρινε τον Μαντέλα με τον Μαχάτμα Γκάντι, τον Μάρτιν Λούθερ Κινγκ Τζούνιορ, τον Αβραάμ Λίνκολν, εντάσσοντάς τον σε μια γενεαλογία ιστορικών προσώπων που συνέβαλλαν στην αποφυγή συρράξεων και προώθησαν μεταρρυθμίσεις στην κατεύθυνση της συμφιλίωσης και της ενότητας (έχοντας καταστεί όλοι μέρος της παγκόσμιας ιστορικής κληρονομιάς και της μιας παγκοσμιοποιημένης ιστορικής κουλτούρας). Η προσήλωση στη μη βία και τη δικαιοσύνη, ο συνδυασμός ορθολογισμού και επιμονής, οραματισμού και πολιτικών δεξιοτήτων, η συμφιλίωση αποτελούν κεντρικά στοιχεία που συνθέτουν το κοινώς αποδεκτό αφήγημα.

Το προβαλλόμενο ως κυρίαρχο και κοινώς αποδεκτό αφήγημα δεν αποσκοπεί, στο πλαίσιο αυτό, στην απόδοση δικαιοσύνης μέσω της αναγνώρισης των πολλαπλών φωνών του παρελθόντος. Δεν είναι ανάγκη να ακουστούν όλες οι φωνές (ούτε καν επιθυμητό) παρά μόνο να χωρέσουν. Έχει περισσότερο τη λειτουργία μετατροπής του παρελθόντος σε μύθο. Ο μύθος, στο πλαίσιο αυτό, δεν πρέπει να κατανοηθεί ως «μη πραγματικό» αλλά ως μια ιδιαίτερη σχέση με το παρελθόν. Είναι τόσο ευρύς (μέσω της αφαιρετικότητάς του) που μπορεί να καταστεί οικείος, διευκολύνοντας την ταύτιση μαζί του, και ταυτόχρονα τόσο κανονιστικός που επιβάλλει στους ταυτιζόμενους το αφήγημά του.

Το Αρχείο του Μαντέλα, στο οποίο παρέπεμπε η Google καθιστώντας το αυτοστιγμεί επισκεπτέο από δισεκατομμύρια χρηστών εκείνη την ημέρα, επιτελεί ακριβώς αυτή τη λειτουργία της διευκόλυνσης της ταύτισης μέσα από το οπτικοακουστικό υλικό που δίνει προσωπικό τόνο σε διαφορετικές πλευρές της ζωής, της προσωπικότητας και της δράσης του Μαντέλα. Εξοικειώνοντας και καθιστώντας τον επισκέπτη συμμέτοχο στην παιδική του ηλικία, τις δυσκολίες της, την ένταξη στον αγώνα κατά του απαρτχάιντ, τη ζωή στη φυλακή, την αποφυλάκιση και την πολιτική του δράση μετά το 1994, τη σχέση του με τα παιδιά κ.λπ., καθιστά κάποια πτυχή τουλάχιστον του σχετικού παρελθόντος οικεία, υπερβαίνοντας τους εθνικούς, κοινωνικούς ή γεωγραφικούς περιορισμούς. Ταυτόχρονα, επιβάλλει, και μέσω της εξοικείωσης, το κανονιστικό πρόταγμα της συμφιλίωσης, του πολιτικού αποτελέσματος της οποίας αποτελεί άλλωστε θεσμό το ίδιο το αρχείο.

Με αυτή την έννοια, ο μύθος δεν αναφέρεται στο παρελθόν αλλά στο παρόν. Συμπυκνώνει το παρελθόν κατά τρόπο που εκφέρει νόημα σχετικό με τις ανάγκες του παρόντος. Και στην περίπτωση του μυθοποιημένου Μαντέλα, η πολιτική παρακαταθήκη είναι η προσωπική ευθύνη για την ανάληψη δράσης προς τη συμφιλίωση (σε αυτό το συμβολικό πλαίσιο και η χειραψία Ομπάμα-Κάστρο στο περιθώριο της τελετής). Ωστόσο, όσο χρήσιμη κι αν είναι η λειτουργία του μύθου για τη διαμόρφωση μιας παγκοσμιοποιημένης εκδοχής της μνήμης και όσο κι αν αποτελεί διακριτή σχέση με το παρελθόν στενά συνυφασμένη με την πολιτική, οι φωνές που δεν βρήκαν τη θέση τους σε αυτήν δεν είναι εύκολο να ικανοποιηθούν χωρίς τουλάχιστον αναγνώριση. Η εξισορρόπηση ανάμεσα στη δικαιοσύνη απέναντι στο παρελθόν και την ανάγκη οικοδόμησης του μέλλοντος, ανάμεσα στη μνήμη και τη λήθη, εξακολουθούν να είναι από τα πιο δύσκολα αινίγματα (και ζητούμενα ταυτόχρονα) της ιστορίας.

  

 

 

files/chronosmag/themes/theme_one/faviconXronos.png

 

 

  ΧΡΟΝΟΣ 08 (12.2013)