πολιτισμική πολιτική και ιδιωτική πρωτοβουλία

 

 

Άννα Καρακατσούλη

 

Στον καιρό της κρίσης και της ταχείας υποχώρησης του κράτους από καίριους τομείς της κοινωνικής πολιτικής, σημαντικό τμήμα του πολιτισμού εκχωρείται στον ιδιωτικό τομέα. Μεγάλα κοινωφελή ιδρύματα αναλαμβάνουν να καλύψουν υποχρεώσεις που μέχρι σήμερα ενέπιπταν στις κρατικές αρμοδιότητες και να έλθουν αρωγοί σε ανάγκες της κοινωνίας προσφέροντας τη δική τους έτοιμη λύση στα προβλήματα. Η σύγχρονη αυτή εκδοχή του θεσμού των εθνικών ευεργετών του 19ου αιώνα μάς επιβάλλει να εξετάσουμε μια σειρά από παραδοχές και τους όρους κάτω από τους οποίους εφαρμόζεται.

Είναι κατ’ αρχήν σημαντικό να μην παραβλέπεται ότι τα κοινωφελή ιδρύματα δρουν σύμφωνα με το καταστατικό τους και λογοδοτούν αποκλειστικά στα διοικητικά τους συμβούλια. Δεν είναι υπόλογοι στην κοινωνία ούτε δεσμεύονται από τις κοινές υποχρεώσεις του δημόσιου τομέα αλλά διατηρούν την ελευθερία των επιλογών και των επιδιώξεών τους. Δεύτερον, οι μεγάλες δωρεές που μας απασχολούν κυρίως εδώ, η πεζοδρόμηση της Πανεπιστημίου από το Ίδρυμα Αλέξανδρος Σ. Ωνάσης και το νέο Κέντρο Πολιτισμού στο Φαληρικό Δέλτα από το Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος (Εθνική Βιβλιοθήκη, Εθνική Λυρική Σκηνή και πάρκο), δεν αποτελούν, παρά τις κατά καιρούς διαβεβαιώσεις, απλώς γενναιόδωρη προσφορά της υλικής υποδομής την οποία αδυνατεί να αντιμετωπίσει ο κρατικός προϋπολογισμός. Στην περίπτωση της πολεοδομικής παρέμβασης στην Αθήνα, βρισκόμαστε μπροστά σε μια πρόταση που θα αλλάξει το πρόσωπο του κέντρου της πόλης και κατά συνέπεια τη ζωή σε αυτή. Το Rethink Athens παρουσιάστηκε στην αρχή σχεδόν σαν αρχιτεκτονική άσκηση για μια αστική ουτοπία, στη συνέχεια όμως χαιρετίστηκε ως ολοκληρωμένος και προαποφασισμένος σχεδιασμός και εντάχθηκε οργανικά στο πρόγραμμα των εμπλεκόμενων υπουργείων και δημόσιων φορέων, ερήμην των πολιτών και χωρίς να έχει προηγηθεί δημόσια συζήτηση σχετικά με τις προτεραιότητες της πόλης και την ιεράρχηση των κοινωνικών και πολεοδομικών αναγκών της. Ήδη η Διεθνής Ένωση Αρχιτεκτόνων με ομόφωνο ψήφισμα του 122ου ετησίου Συμβουλίου της, που έγινε στις 19-20 Οκτωβρίου στο Πεκίνο, επισήμανε ότι για τη διαμόρφωση δημόσιων χώρων δεν είναι δυνατόν να διενεργούνται ιδιωτικοί διαγωνισμοί από ιδιωτικές επιχειρήσεις, όπως συνέβη για τον επανασχεδιασμό και τη διαμόρφωση της οδού Πανεπιστημίου στην Ελλάδα. Παρά το γεγονός ότι η ελληνική διαδικασία αγνοεί πλήρως τη σχετική συνθήκη UNESCO, σύμφωνα με την οποία μελέτες και έργα σε δημόσιους χώρους πρέπει να προκηρύσσονται και να ανατίθενται σύμφωνα με τις διεθνείς θεσμικές συμβάσεις και να αποτελούν το επιστέγασμα ανοικτών διεθνών θεσμικών διαδικασιών, αυτή προχωρεί κανονικά. Από την άλλη πλευρά, η πρόοδος των έργων στο κτιριακό σύμπλεγμα του Φαλήρου έφερε στο προσκήνιο νέες προοπτικές και σχέδια που είχαν μείνει στην αφάνεια. Ξεκίνησε αίφνης να ανακινείται με συνεντεύξεις παραγόντων του Ιδρύματος Νιάρχου το θέμα δανειστικού χαρακτήρα της μεταστεγασμένης Εθνικής Βιβλιοθήκης, κάτι που παρουσιάστηκε περίπου ως επαναστατικός εκδημοκρατισμός της γνώσης, θα αποτελούσε ωστόσο διεθνή πρωτοτυπία για τον μοναδικό θεματοφύλακα της εθνικής πολιτισμικής μας κληρονομιάς.1 Μετά τη γενική κατακραυγή, η αρχική ιδέα ανασκευάστηκε σε σχέδιο για διπλή βιβλιοθήκη στο ίδιο κτιριακό συγκρότημα, την παρακαταθήκη της Εθνικής Βιβλιοθήκης της Ελλάδος (Ε.Β.Ε.) μαζί με μια δανειστική βιβλιοθήκη «θεσμικά διακριτής».2 Λίγο αργότερα ανέκυψε το θέμα της ένταξης της Ε.Β.Ε. στο πρόγραμμα Future Library του Ιδρύματος Νιάρχος για την ψηφιοποίηση των συλλογών της, ένταξη που θεωρήθηκε περίπου αυτονόητη χωρίς να περιγράφονται πουθενά οι όροι της συνεργασίας και της χρήσης του ψηφιακού προϊόντος που θα προκύψει. Σε αυτό το θέμα δεν μπορούμε να αγνοούμε την τεράστια συζήτηση διεθνώς με αφορμή το αντίστοιχο κολοσσιαίο πρόγραμμα της Google για την ψηφιοποίηση του συνόλου των συλλογών των μεγαλύτερων βιβλιοθηκών του κόσμου.3 Η δηλωμένη πρόθεση της Google να καταστήσει προσιτά σε κάθε χρήστη του διαδικτύου βιβλία και πληροφορίες στα οποία δεν μπορούσε να έχει προηγουμένως πρόσβαση γρήγορα διαψεύστηκε με την προσεκτική μελέτη τής άνω των 200 σελίδων αρχικής συμφωνίας της εταιρείας με την Ένωση Αμερικανών Εκδοτών και την Εταιρεία Συγγραφέων. Κατά της συμφωνίας υποβλήθηκαν εκατοντάδες προσφυγές από βιβλιοθήκες και συγγραφείς από όλον τον κόσμο και τελικά απορρίφθηκε το 2011 από το δικαστήριο της Νέας Υόρκης λόγω της ενδεχόμενης παραβίασης των πνευματικών δικαιωμάτων των δικαιούχων, του μονοπωλιακού προνομίου που εξασφάλιζε στην Google, του άδηλου των μελλοντικών χρεώσεων για την πρόσβαση στα ψηφιοποιημένα βιβλία και της παραβίασης του απορρήτου των προσωπικών δεδομένων των χρηστών αφού ανά πάσα στιγμή το σύστημα θα ενημερωνόταν για το τι ακριβώς διαβάζει ποιος.4 Δεδομένου ότι η οικονομική δραστηριότητα του Κέντρου Πολιτισμού Ιδρύματος Στ. Νιάρχος έχει προϋπολογιστεί να αποφέρει έσοδα 160 εκατομμύρια ευρώ ετησίως, δημιουργούνται και στα καθ’ ημάς εύλογα ερωτήματα για τους όρους λειτουργίας και πρόσβασης σε αυτή την πολιτισμική ευωχία.5

Η συνεργασία δημόσιου και ιδιωτικού τομέα σε χαλεπές εποχές επιβάλλεται από τις αντίξοες συνθήκες και μπορεί να κινητοποιήσει πόρους και δυνατότητες πέρα από το στενό δεσμευτικό πλαίσιο του δημόσιου λογιστικού. Αυτή η συνεργασία όμως δεν πρέπει να τελείται με άνισους όρους φιλανθρωπίας όπου η ελληνική Πολιτεία αποδέχεται οτιδήποτε της προσφέρεται εκχωρώντας με συνοπτικές διαδικασίες ανεκτίμητους πόρους και πολιτισμική κληρονομιά. Το είδαμε στην πιο ωμή εκδοχή του στην παράκαμψη της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας και την ανάθεση κρίσιμων αρμοδιοτήτων της στη Γενική Γραμματεία Στρατηγικών και Ιδιωτικών Επενδύσεων προκειμένου να αίρονται ταχύτερα τα «εμπόδια» της αρχαιολογικής έρευνας και να διευκολύνονται οι επενδυτές. Ούτε μπορεί να λειτουργεί ως άλλοθι για το κράτος προκειμένου να αποσυρθεί από τομείς, ο δημόσιος χαρακτήρας των οποίων είναι στενά συνυφασμένος με τη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος στη νεωτερική εποχή, όπως η παιδεία ή το περιβάλλον. Ο δωρητής έχει αναμφισβήτητα τον πρώτο λόγο στη διάθεση της δωρεάς του. Στην κλίμακα όμως των παραπάνω έργων, η αποδοχή της και οι όροι της είναι ζήτημα που αφορά άμεσα το κοινωνικό σύνολο ώστε να διασφαλίζεται το δημόσιο συμφέρον των τωρινών όσο και των επερχόμενων γενεών.

files/chronosmag/themes/theme_one/faviconXronos.png

 

 

  ΧΡΟΝΟΣ 13 (05.2014)