Εθνικά Κέντρα Βιβλίου ή εθνική πολιτική για το βιβλίο και τη φιλαναγνωσία

 

Το βιβλίο και ο πολιτισμός σε όλες τις εκφάνσεις του είναι ο μόνος τρόπος
για να κρατήσουμε ζωντανή τη χώρα και την ελπίδα για το μέλλον

 

Άννα Καρακατσούλη

 

Σύμφωνα με τον ορισμό της UNESCO, μια «εθνική πολιτική για το βιβλίο» συνεπάγεται ή πρέπει να συνεπάγεται:

1. πολιτική δέσμευση για τη θεώρηση του βιβλίου ως οικονομικά στρατηγικού πολιτισμικού τομέα,

2. συνολική αντίληψη για την παραγωγή του βιβλίου ως αρθρωμένης αλυσίδας,

3. συναίνεση δημόσιου και ιδιωτικού τομέα για

- την ενίσχυση της λογοτεχνικής δημιουργίας,

- τη δημιουργία ενός φορολογικού και οικονομικού περιβάλλοντος ευνοϊκού για τον εκδότη και τις γραφικές τέχνες,

- την ενθάρρυνση του εμπορίου και της διανομής των βιβλίων με:

                 - προνομιακά ταχυδρομικά τέλη και απάλειψη των τελωνειακών δασμών,

                 - ενίσχυση των μηχανισμών διανομής, εκσυγχρονισμό των βιβλιοπωλείων και στήριξη των μικρών βιβλιοπωλών,

                 - υιοθέτηση κανόνων συμπεριφοράς και καλών εμπορικών πρακτικών,

                 - μέτρα για την προώθηση των εξαγωγών,

4. υιοθέτηση ενιαίου νομικού πλαισίου που θα περιλαμβάνει όλα τα μέτρα που αφορούν το βιβλίο,

5. δέσμευση για εκπαίδευση του ανθρώπινου δυναμικού σε όλα τα επαγγέλματα του βιβλίου.1

Στη χώρα μας, όπου η εθνική πολιτική για το βιβλίο δεν αποτέλεσε ποτέ θέμα ευρύτερου προβληματισμού ή προτεραιότητας, το βασικό ερώτημα που τέθηκε όταν ανακοινώθηκε η με συνοπτικές διαδικασίες κατάργηση του Ε.ΚΕ.ΒΙ. τον Ιανουάριο του 2013 ήταν σε τι μας είναι, αν μας είναι, χρήσιμο ένα εθνικό κέντρο για το βιβλίο. Η σχετική αρθρογραφία επικεντρώθηκε στις λειτουργίες που επιτελεί το Ε.ΚΕ.ΒΙ., πόσο σημαντικές είναι αυτές, γιατί και για ποιους, και μήπως μπορεί εντέλει να τις αναλάβει χωρίς απώλειες μια απλή διεύθυνση στο Υπουργείο Πολιτισμού (που στη συνέχεια καταργήθηκε και αυτό και απορροφήθηκε εντός του Υπουργείου Παιδείας).

Σύμφωνα με το καταστατικό του, το Ε.ΚΕ.ΒΙ. είναι Νομικό Πρόσωπο Ιδιωτικού Δικαίου μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα. Δημιουργήθηκε το 1994 από το Υπουργείο Πολιτισμού και Αθλητισμού με σκοπό τη χάραξη και την εφαρμογή ακριβώς αυτής της εθνικής πολιτικής για την προώθηση του βιβλίου που αναζητούμε εδώ. Στο Διοικητικό του Συμβούλιο εκπροσωπούνται τα θεσμικά όργανα των εκδοτών, συγγραφέων και μεταφραστών, βιβλιοθηκονόμων και βιβλιοπωλών, συνεργάζονται στενά για την εκπλήρωση των στόχων του Ε.ΚΕ.ΒΙ. και παρεμβαίνουν σε καίρια ζητήματα της πολιτικής του.

Αναλύοντας τα ανωτέρω έχουμε ως βασικούς συντελεστές του Εθνικού Κέντρου Βιβλίου, το κράτος και τους «κρίκους» της εκδοτικής αλυσίδας (εκδότες, συγγραφείς κ.λπ.). Κατά καιρούς καταλογίστηκε στο Ε.ΚΕ.ΒΙ. ότι δεν προβλεπόταν στο σχήμα του ενεργός ρόλος για τον τελικό αποδέκτη του ειδικού αυτού προϊόντος, του βιβλίου, τους αναγνώστες, αν και γύρω από αυτούς περιστρέφεται αναγκαστικά όλη η προβληματική ενός εθνικού κέντρου για το βιβλίο. Δεύτερο σημείο μεταξύ των επικρίσεων που διατυπώθηκαν ήταν ότι απουσίαζαν επίσης ουσιαστικές δράσεις για τη στήριξη και την ανάπτυξη των δημόσιων και δημοτικών βιβλιοθηκών, μολονότι δεν ήταν δική του επιλογή. Να υπενθυμίσουμε, άλλωστε, ότι το ζήτημα της επιλογής τίτλων για τις σχολικές βιβλιοθήκες αποτέλεσε την αφορμή για το βεβιασμένο κλείσιμο του Κέντρου. Θα επανέλθουμε σε αυτά τα ζητήματα αφού πρώτα δούμε ορισμένα παραδείγματα από την ευρωπαϊκή πρακτική.

 

Διεθνής πρακτική

Το γαλλικό αντίστοιχο, και μάλλον πρέπει να μιλάμε για πρότυπο, είναι το αρχαιότερο του είδους. Ιδρύθηκε αμέσως μετά τη λήξη του Β΄ Παγκοσμίου πολέμου, το 1946, ως Caisse nationale des lettres, με οικονομική αυτονομία χάρη σε έναν ειδικό φόρο επί των εκδόσεων. Αποστολή του ήταν να «στηρίζει και να ενθαρρύνει τη λογοτεχνική δραστηριότητα των Γάλλων συγγραφέων και να ενισχύει με επιχορηγήσεις, προκαταβολές και κάθε άλλον τρόπο την έκδοση ή την επανέκδοση από γαλλικές επιχειρήσεις λογοτεχνικών έργων που θεωρούνται σημαντικά». Το 1973 αντικαταστάθηκε από το Εθνικό Κέντρο Γραμμάτων πάντα υπό την επίβλεψη του Υπουργείου Πολιτισμού, και στους πόρους του προστέθηκαν τα έσοδα από τον φόρο επί της φωτοτυπικής ή άλλης αναπαραγωγής κειμένων, ενώ το 1993 μετονομάστηκε σε Εθνικό Κέντρο Βιβλίου. Το 2010 αναβαθμίζεται περαιτέρω καθώς αποκτά πρόεδρο πενταετούς θητείας, άλλον από τον διευθυντή γραμμάτων του υπουργείου. Στόχος του σήμερα είναι να στηρίζει με διάφορα μέσα και αναθέσεις όλους τους συντελεστές της αλυσίδας του βιβλίου (συγγραφείς, εκδότες, βιβλιοπώλες, βιβλιοθηκονόμους, οργανωτές λογοτεχνικών εκδηλώσεων) και να συμμετέχει ενεργά στην προβολή της γαλλόφωνης δημιουργίας. Ο ετήσιος προϋπολογισμός των δραστηριοτήτων του είναι 42 εκατ. ευρώ και απασχολεί 70 άτομα. Στο Διοικητικό του Συμβούλιο συμμετέχουν έξι εκπρόσωποι κρατικών φορέων, δεκαπέντε προσωπικότητες διακεκριμένες για τον ρόλο τους στις λογοτεχνικές δραστηριότητες ή στα επαγγέλματα του βιβλίου και ένας εκπρόσωπος των εργαζομένων. Άλλοι 200 ειδικοί (συγγραφείς, πανεπιστημιακοί, δημοσιογράφοι, ερευνητές, καλλιτέχνες, μεταφραστές, κριτικοί, εκδότες, βιβλιοπώλες, βιβλιοθηκονόμοι) στελεχώνουν τις 19 επιτροπές που μελετούν και εισηγούνται τα αιτήματα για δάνεια, υποτροφίες και επιχορηγήσεις σε εξειδικευμένους τομείς όπως Καλές Τέχνες και βιβλιοφιλία, κόμικ, ανθρωπιστικές επιστήμες, γαλλόφωνη λογοτεχνία στο εξωτερικό, παιδικό και νεανικό βιβλίο, ποίηση κ.λπ.2 Το 2006, κάνοντας τον απολογισμό των 60 χρόνων λειτουργίας, το γαλλικό Εθνικό Κέντρο Βιβλίου εξέδωσε έναν επετειακό τόμο παρουσιάζοντας επιλεκτικά 60 τίτλους από τους 18.000 που ενισχύθηκαν από το 1946.3

Στους φορείς που στηρίζουν το γαλλικό βιβλίο θα πρέπει να προσθέσουμε το παλαιό Bureau International de l’Edition Française (B.I.E.F.)4 που δημιουργήθηκε το 1873 από τον Κύκλο του Βιβλίου (Cercle de la Librairie),5 της εργοδοτικής δηλαδή οργάνωσης των επαγγελματιών του βιβλίου, με ειδικό σκοπό την προώθηση του γαλλικού βιβλίου στο εξωτερικό. Το B.I.E.F. έχει σκοπό τη διευκόλυνση των εκδοτών στην προώθηση των εξαγωγών τους, την ανταλλαγή δικαιωμάτων και τη συμφωνία διεθνών συμπράξεων. Εκπροσωπεί τη γαλλική έκδοση στις διεθνείς εκθέσεις, εκδίδει και διακινεί θεματικούς καταλόγους σε διάφορες γλώσσες, εκδίδει περιοδικό με τις δραστηριότητές του (LaLettre), παρακολουθεί και αναλύει τις διάφορες εθνικές αγορές του βιβλίου και δημιουργεί δίκτυα των συντελεστών του βιβλίου μέσω επαγγελματικών ανταλλαγών, θεματικών συναντήσεων και σεμιναρίων.6 Διατηρεί, τέλος, γραφείο στη Νέα Υόρκη, το The French Publishers’ Agency, για τη διαπραγμάτευση πνευματικών δικαιωμάτων στην αγγλική γλώσσα και διαθέτει ειδικό αγγλόφωνο τμήμα που προωθεί τη μεταφορά γαλλικών βιβλίων στον κινηματογράφο («French Books into Films»).7

Στη Γερμανία συντονιστικό ρόλο μεταξύ ομοσπονδιακής κυβέρνησης, κρατιδίων και Ευρωπαϊκής Ένωσης για θέματα κουλτούρας έχει, από το 1981, το Deutsche Kulturrate.V.8 Το Γερμανικό Συμβούλιο για την Κουλτούρα λειτουργεί σαν κοινωφελής οργανισμός-ομπρέλα για 236 πολιτισμικές ενώσεις και οργανώσεις στη Γερμανία που καλύπτουν όλο το φάσμα της καλλιτεχνικής δημιουργίας, του βιβλίου και της λογοτεχνίας συμπεριλαμβανομένων. Οι επιτροπές που επεξεργάζονται τους επιμέρους τομείς αφορούν εργασιακά και ασφαλιστικά ζητήματα, θέματα καλλιτεχνικής εκπαίδευσης, διεθνείς σχέσεις και σχέσεις με την Ευρωπαϊκή Ένωση, ό,τι άπτεται των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης (ραδιόφωνο, εφημερίδες, διαδίκτυο), φορολογικά ζητήματα και ζητήματα πνευματικών δικαιωμάτων. Αναφορικά με την πολιτική για το βιβλίο, το Kulturrat λειτουργεί παράλληλα με ακόμη τρεις σχετικούς φορείς, α) τον οργανισμό της Διεθνούς Έκθεσης Βιβλίου της Φραγκφούρτης, της μεγαλύτερης και αρχαιότερης διοργάνωσης του είδους –ο πρώτος κατάλογός της τυπώνεται το 1564–,9 β) τα Γραφεία Προώθησης του γερμανικού βιβλίου στη Νέα Υόρκη,10 τη Μόσχα, το Νέο Δελχί και το Πεκίνο, και γ) τα κατά τόπους παραρτήματα του Ινστιτούτου Goethe. Ο ανώτερος θεσμός στη Γερμανία για θέματα πολιτισμού και μέσων επικοινωνίας είναι ο αρμόδιος Επίτροπος της Ομοσπονδιακής Κυβέρνησης (Β.Κ.Μ.) που, αναφορικά με το βιβλίο, επιλαμβάνεται της λογοτεχνίας, των βιβλιοθηκών και των αρχείων. Στόχοι του είναι η διάδοση του γερμανικού βιβλίου στο εξωτερικό, η παραγωγή και η χρηματοδότηση εκδόσεων και η προώθηση γερμανικών βιβλίων διεθνώς, ακόμη και μέσω δωρεών.11

Στην Ισπανία επίσης, λόγω της ημιαυτονομίας των περιοχών της, το Υπουργείο Παιδείας, Πολιτισμού και Αθλητισμού έχει συντονιστικό ρόλο. Το Τμήμα για την Προώθηση του Ισπανικού Βιβλίου, της Φιλαναγνωσίας και της Λογοτεχνίας συγκεντρώνει ένα ιδιαίτερα ευρύ φάσμα αρμοδιοτήτων για τη χορήγηση αριθμού I.S.B.N., την καλλιέργεια της φιλαναγνωσίας με έμφαση στην παιδική ηλικία και σε ευπαθείς κοινωνικές ομάδες όπως ηλικιωμένοι, φυλακισμένοι, μετανάστες, άτομα με αναπηρία,12 την προώθηση της ισπανικής λογοτεχνίας στην Ισπανία και το εξωτερικό με επιχορηγήσεις, στήριξη των Λεσχών Ανάγνωσης και συμμετοχή σε εκθέσεις βιβλίου, την προβολή των Ισπανών συγγραφέων εντός και εκτός των συνόρων με τη διοργάνωση συναντήσεων, επετειακών εορτασμών και λογοτεχνικών δράσεων, το Κέντρο Τεκμηρίωσης για το Βιβλίο που εκπονεί στατιστικές, βάσεις δεδομένων και μελέτες για την εκδοτική δραστηριότητα και την παραγωγή στην Ισπανία, την απονομή των κρατικών λογοτεχνικών βραβείων, τη διοργάνωση εκθέσεων βιβλίου, την υλοποίηση προγραμμάτων για την εκμάθηση της ισπανικής γλώσσας από μετανάστες και την παρουσίαση, τέλος, ψηφιακών εκθέσεων σχετικά με το βιβλίο, την εικονογράφηση και τα λογοτεχνικά βραβεία.13 Οι 19 Αυτόνομες Κοινότητες έχουν αντίστοιχες αρμοδιότητες νομοθεσίας σε θέματα βιβλίου και φιλαναγνωσίας και για την προώθηση του βιβλίου και της λογοτεχνίας μέσω επιχορηγήσεων στην περιοχή τους. Ειδικότερα για την προώθηση της λογοτεχνίας προβλέπονται η απονομή λογοτεχνικών βραβείων, η διοργάνωση δραστηριοτήτων για τη λογοτεχνία στα σχολεία της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και στα πανεπιστήμια με επισκέψεις, διαλέξεις συγγραφέων και προγράμματα όπως το πρόσφατο «Γιατί να διαβάζουμε τους κλασικούς;», επετειακές εκδηλώσεις, λογοτεχνικές συναντήσεις σε συνεργασία με το ιστορικό Πανεπιστήμιο της Σαλαμάνκα με εκπροσώπηση όλων των γλωσσών της Ισπανίας, καθώς και εκδηλώσεις και δραστηριότητες στην Casa de America στη Μαδρίτη όπου προσκαλούνται συγγραφείς από την ισπανόφωνη Λατινική Αμερική.14 Ιδιαίτερη μέριμνα λαμβάνεται για τη διεθνή προβολή της ισπανικής λογοτεχνίας με την οικονομική ενίσχυση της συμμετοχής Ισπανών συγγραφέων και εκδοτών σε διεθνείς εκθέσεις, επισκέψεις σε ξένα πανεπιστήμια και τα κατά τόπους Ινστιτούτα Cervantes, την επιχορήγηση της μετάφρασης και έκδοσης Ισπανών συγγραφέων σε άλλες γλώσσες και τη λειτουργία διαδικτυακού κόμβου για τις Ισπανικές Σπουδές.15 Τέλος, στο υπουργείο υπάγεται το Παρατηρητήριο για τη Φιλαναγνωσία και το Βιβλίο που, από το 2007, παρακολουθεί σε μόνιμη βάση την κίνηση του βιβλίου, της ανάγνωσης και των βιβλιοθηκών. Το Παρατηρητήριο προτείνει επίσης μέτρα για τη βελτίωση της θέσης των λογοτεχνών και των δικαιωμάτων τους, στηρίζει το έργο των μεταφραστών και παρέχει τεκμηρίωση και αναλύσεις για την εκδοτική βιομηχανία, την προώθηση της φιλαναγνωσίας, τις βιβλιοθήκες και τη λογοτεχνική δημιουργία.16

Τέλος, στην περίπτωση της Μεγάλης Βρετανίας η κρατική παρέμβαση στον τομέα του πολιτισμού χρονολογείται από το 1940. Τότε ιδρύθηκε ο πρώτος εθνικός θεσμός για τη στήριξη των τεχνών, το Council for the Encouragement of Music and the Arts (C.E.M.A.) που εξελίχθηκε στο Arts Council of Great Britain μετά τον πόλεμο, με χρηματοδότηση από χορηγίες και δημόσιους πόρους, και τέθηκε υπό την προεδρία του οικονομολόγου John Maynard Keynes. Εδραιώθηκε έτσι μια καινοφανής για τη φιλελεύθερη Μεγάλη Βρετανία αντίληψη ότι το κράτος πρέπει να αναλάβει υπεύθυνο ρόλο στην υποστήριξη των τεχνών ιδίως στην κρίσιμη για την εθνική ανασυγκρότηση μεταπολεμική εποχή. Σε αυτήν την πρώτη περίοδο, το Συμβούλιο ανταποκρινόταν κυρίως σε αιτήματα χρηματοδότησης καλλιτεχνών και ενίσχυε εγχώριες περιοδείες καλλιτεχνικών εκθέσεων και μουσικών εκδηλώσεων (π.χ. «Opera for All»). Η δραστική περικοπή του κρατικού προϋπολογισμού για τον πολιτισμό επί Margaret Thatcher οδήγησε το 1984 στη δημιουργία του Business Sponsorship Incentive Scheme για την αναζήτηση χορηγιών και ενισχύσεων από τον ιδιωτικό τομέα. Η νέα κυβέρνηση των Συντηρητικών, το 1992, ίδρυσε για πρώτη φορά ένα υπουργείο για τις τέχνες, τα μουσεία, τις βιβλιοθήκες, την πολιτιστική κληρονομιά, τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, τον αθλητισμό και τον τουρισμό, το Department of National Heritage που μετονομάστηκε σε Department for Culture, Media and Sport το 1997 από τους Εργατικούς. Ιδιαίτερα σημαντική ήταν η απόφαση για απόδοση στον πολιτισμό μέρους των εσόδων από το Εθνικό Λαχείο από τα μέσα της δεκαετίας του 1990. Στις προτεραιότητες των δράσεων του υπουργείου σήμερα κυριαρχούν περισσότερο ο κινηματογράφος, οι νέες τεχνολογίες και η προσαρμογή των βιβλιοθηκών στις νέες συνθήκες του ψηφιακού περιβάλλοντος.17 Η πρωτοβουλία για τα θέματα του βιβλίου είναι μάλλον ιδιωτική και ανήκει στην Publishers Association, την ιστορική κλαδική ένωση των εκδοτών που ιδρύθηκε το 1895. Η Publishers Association, που υπάγεται στο Υπουργείο Εμπορίου, λειτουργεί ως φορέας επιρροής προς την κυβέρνηση για την ενίσχυση του οικονομικού πλαισίου του βιβλίου, παρέχει συμβουλές και πληροφόρηση στα μέλη της για τη συμμετοχή σε εκθέσεις, θέματα πνευματικών δικαιωμάτων και καθοδήγηση σε ζητήματα τεχνολογικής καινοτομίας. Ο όρος publisher νοείται με την ευρεία του έννοια και δεν περιορίζεται στους εκδότες βιβλίου αλλά περιλαμβάνει επίσης τον ημερήσιο και τον περιοδικό τύπο, τη μουσική βιομηχανία και τους εκδότες ψηφιακών μέσων.18 Στον κρατικό τομέα ωστόσο παραμένει η μέριμνα για τη στήριξη και την ανάπτυξη των βιβλιοθηκών, από το 2011 μέσω του Arts Council.19

 

Συμπεράσματα

Συνοψίζοντας αυτή την επισκόπηση μπορούμε να πούμε ότι όσο και αν μια εθνική πολιτική για το βιβλίο ακολουθεί τον γενικό ορισμό της UNESCO που είδαμε στην αρχή, το επίθετο «εθνική» διατηρεί όλη τη βαρύτητά του. Το βιβλίο συνιστά βασική συνιστώσα στη διαμόρφωση της εθνικής ταυτότητας και τη διατήρηση της εθνικής κληρονομιάς ενός λαού με αποτέλεσμα κάθε χώρα, ανάλογα με την ιστορική φυσιογνωμία της, τους πόρους που διαθέτει και την ιεράρχηση των αναγκών της, να διαμορφώνει το δικό της μοντέλο για τον χειρισμό των πολλαπλών θεμάτων του βιβλίου. Ο ομοσπονδιακός ή όχι χαρακτήρας, η ύπαρξη περισσότερων γλωσσών, η γενικότερη αντίληψη για τον ρόλο του κράτους, οι ηγεμονικές φιλοδοξίες μιας κουλτούρας είναι παράγοντες που παρεμβαίνουν στην πολιτική για το βιβλίο γενικότερα και στο στήσιμο ενός Εθνικού Κέντρου για το Βιβλίο πιο ειδικά.

Στην ελληνική περίπτωση, με δεδομένη τη χρόνια απουσία κρατικής μέριμνας για το βιβλίο και τη φιλαναγνωσία, το Ε.ΚΕ.ΒΙ. κλήθηκε να καλύψει πολλά κενά υποδομής πριν παρέμβει ενεργά στη χάραξη μιας εθνικής πολιτικής για το βιβλίο.

Η εκπόνηση ειδικών μελετών και δημοσκοπήσεων για την αγορά του βιβλίου στην Ελλάδα, η πραγματοποίηση και η ανάλυση μετρήσεων για τις αναγνωστικές συνήθειες, τα οικονομικά των εκδοτικών επιχειρήσεων, την ελληνική βιβλιαγορά και, πιο πρόσφατα, το ψηφιακό βιβλίο αποτελούν βασική, όσο και πολύτιμη, έρευνα στον κλάδο.

Επίσης, δεν μπορεί να αποτιμηθεί το πολύ σημαντικό έργο της καταγραφής των νέων εκδόσεων στη βάση δεδομένων της Βιβλιονέτ που είναι αναντικατάστατο εργαλείο δουλειάς για εκδότες και βιβλιοπώλες αλλά και η μόνη πηγή για την ετήσια παραγωγή του ελληνικού βιβλίου αφού η Εθνική Βιβλιοθήκη αδυνατεί επί σειρά ετών να ανταποκριθεί σε καίριους στόχους της αποστολής της και να συντάξει την Εθνική Βιβλιογραφία.

Τέλος, οι δράσεις του Ε.ΚΕ.ΒΙ. στον τομέα της φιλαναγνωσίας με τα προγράμματα για τα σχολεία και τις Λέσχες Αναγνωστών για τους ενήλικες ήταν οι μόνες συστηματικές και οργανωμένες παρεμβάσεις που διαθέταμε για τη διάδοση και την εδραίωση αναγνωστικών συνηθειών.20 Περιορισμοί στη χρηματοδότηση και παλινωδίες στην πολιτική του υπουργείου δεν επέτρεψαν την ουσιαστική και συνεπή προώθηση του ελληνικού βιβλίου στο εξωτερικό. Προγράμματα επιχορήγησης της μετάφρασης νεοελληνικής λογοτεχνίας εξαγγέλλονταν αλλά αθετούσαν τις οικονομικές υποχρεώσεις τους, όπως και υποτροφίες προς μεταφραστές, νεοελληνιστές και συγγραφείς έμεναν χωρίς συνέχεια.

Ο κατακερματισμός των αρμοδιοτήτων μεταξύ Ε.ΚΕ.ΒΙ., Υπουργείων Πολιτισμού, Παιδείας και Εσωτερικών και Τοπικής Αυτοδιοίκησης αναφορικά με τις βιβλιοθήκες, δημόσιες, σχολικές ή δημοτικές, επίσης δυσχεραίνει έως αναιρέσεως τη δυνατότητα αποτελεσματικής δράσης και επιβάλλει τη ριζική αναθεώρηση του τρόπου που αντιμετωπίζεται η πρόσβαση στο βιβλίο.

Κατά συνέπεια, ένα μελλοντικό Ε.ΚΕ.ΒΙ. θα έπρεπε κατά τη γνώμη μας να συνεχίσει αφενός το έργο υποδομής που έχει ξεκινήσει με τη Βιβλιονέτ, τις βάσεις δεδομένων και τις έρευνες της ελληνικής βιβλιαγοράς, τη μοναδική Βιβλιολογική Βιβλιοθήκη του καθώς και τα προγράμματα στα σχολεία και να αναπτύξει τον υποστηρικτικό ρόλο του προς βιβλιοθήκες και ερευνητές. Σε αυτό το τελευταίο πλαίσιο, θα προσθέταμε και μια επιπλέον δράση, εκείνη της συστηματικής διάσωσης, συγκέντρωσης, ταξινόμησης και διάθεσης στην έρευνα αρχειακού υλικού γύρω από το βιβλίο, δηλαδή αρχείων εκδοτών, συγγραφέων, μεταφραστών, εικονογράφων, τυπογράφων κ.λπ. που σήμερα καταστρέφονται μέσα στη γενική αδιαφορία με αποτέλεσμα να χάνουμε ανεπιστρεπτί ένα αναντικατάστατο κομμάτι της εθνικής πολιτισμικής μας ιστορίας. Το διεθνές προηγούμενο υπάρχει στο γαλλικό I.M.E.C. που λειτουργεί από το 1988 ως μια ευέλικτη δομή που συνδυάζει τη συντήρηση, την καταγραφή και τη διάθεση των τεκμηρίων στην έρευνα ταυτόχρονα με την εξασφάλιση μιας προνομιακής σχέσης του αρχικού κατόχου με το αρχειακό υλικό που καταθέτει στο Ινστιτούτο Μνήμης της Σύγχρονης Έκδοσης.21

Πιστεύουμε, ωστόσο, ότι προέχουν δράσεις που θα συμβάλουν στην αντιμετώπιση της παρούσας κρίσης που πλήττει τον χώρο του βιβλίου ως ζωντανό κομμάτι της ελληνικής κοινωνίας και οικονομίας. Εκτιμούμε ότι η σοβαρότερη πρόκληση βρίσκεται στην ανάπτυξη του αναγνωστικού κοινού στο οποίο απευθύνεται το ελληνικό βιβλίο. Είναι γνωστό –και από τις έρευνες του ίδιου του Ε.ΚΕ.ΒΙ.– ότι οι συστηματικοί αναγνώστες είναι μειοψηφία στη χώρα μας, άρα είναι ένα μέγεθος που μπορεί να μεγαλώσει και να αποτελέσει, μαζί με τις δημόσιες βιβλιοθήκες, την πιο φυσική και άμεση διέξοδο για την ελληνική εκδοτική παραγωγή με πολλαπλά οφέλη και όχι μόνο από οικονομικής σκοπιάς. Η άλλη οδός για την τόνωση της ζήτησης είναι η διερεύνηση διεξόδων πέρα από την εγχώρια αγορά.

Θα πρέπει δηλαδή να εξασφαλιστούν τα μέσα ώστε το Εθνικό Κέντρο Βιβλίου να αναλάβει δυναμικά και υπεύθυνα το έργο της προβολής του ελληνικού βιβλίου στο εξωτερικό όχι μόνο μέσω της συμμετοχής σε διεθνείς εκθέσεις αλλά και με την επιχορήγηση μεταφράσεων, με υποτροφίες σε ξένους μεταφραστές της ελληνικής, με την προβολή του ελληνικού βιβλίου στη διεθνή κινηματογραφία.

Η απορρόφηση του Ε.ΚΕ.ΒΙ. από το Ελληνικό Ίδρυμα Πολιτισμού, έναν θεσμό με προσανατολισμό στην «προβολή του ελληνικού πολιτισμού και τη διάδοση της ελληνικής γλώσσας σε ολόκληρο τον κόσμο», όπως αναφέρεται στην ιστοσελίδα του22 αλλά ουσιαστικά με προβληματική στόχευση από την αρχή, θα μπορούσε κανείς καλοπροαίρετα να δεχτεί ότι υπηρετεί τον δεύτερο στόχο, αν και υπολείπεται σοβαρά του πρώτου. Οι επιλογές όμως των προσώπων δημιουργούν βάσιμες ανησυχίες για τη συνέχεια. Και κυρίως, το Ε.Ι.Π. είναι από καιρό και το ίδιο ένας τραγικά υποχρηματοδοτούμενος φορέας, έκθετος ως προς τις διεθνείς του δεσμεύσεις, του οποίου το Διοικητικό Συμβούλιο παραιτήθηκε ηχηρά τον Φεβρουάριο του 2012, χωρίς να αντικατασταθεί έκτοτε, αναφέροντας ότι «Δεν μπορούμε να ανεχθούμε τον εξευτελισμό της Ελλάδος στο εξωτερικό με εξώσεις και παντοειδείς προσβολές για ασυνέπεια προς στοιχειώδεις υποχρεώσεις». Ο νέος «ισχυρός βραχίονας στήριξης και προβολής του πολιτισμού της χώρας στη διεθνή κοινότητα», κατά δήλωση του αρμόδιου υπουργού, είναι παράλυτος εξαρχής. Θεωρούμε την κίνηση αυτή προφανώς προσχηματική και αποκαλυπτική της φθοράς στην οποία η κυβερνητική πολιτική καταδικάζει όχι μόνο το βιβλίο αλλά και τον πολιτισμό γενικότερα.

Για εμάς ο πολιτισμός σε όλες τις εκφάνσεις του, το βιβλίο δηλαδή, αλλά και η μουσική, το θέατρο, ο χορός και οι εικαστικές τέχνες, αποτελούν ζωτικές δημιουργικές δυνάμεις του τόπου και προτεραιότητα που πρέπει να στηριχτεί με αποφασιστική και ειλικρινή δέσμευση. Είναι ο μόνος τρόπος για να κρατήσουμε ζωντανή τη χώρα και την ελπίδα για το μέλλον.

 

Το κείμενο αυτό ήταν η εισήγηση της Α. Καρακατσούλη στην ημερίδα με θέμα «Ο ρόλος των θεσμών – η αναγκαιότητα ενός Εθνικού Κέντρου Βιβλίου» που διοργάνωσε ο Τομέας Πολιτισμού και η Ομάδα Βιβλίου του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. στις 22.1.2014 στο Θέατρο του Νέου Κόσμου.

 

files/chronosmag/themes/theme_one/faviconXronos.png

 

 

  ΧΡΟΝΟΣ 09 (01.2014)