η Αθήνα σε δυο σπασμένες ρόδες

 

Χρήστος Χρυσόπουλος

 

Οι πόλεις ζουν όπως οι άνθρωποι. Μια πόλη, άλλωστε, δεν είναι τίποτα περισσότερο από μια αφαίρεση (ή αν, θέλετε, μια γενίκευση) για το πώς ζούμε όσοι την κατοικούμε. Γι’ αυτό οι πόλεις αρρωσταίνουν, χαίρονται, φτωχαίνουν ή αδιαφορούν, πονούν, ακόμα και μεγαλώνουν (περνούν από τον εφηβικό πυρετό στην ενηλικίωση, και από εκεί στη γήρανση) όπως και οι άνθρωποι. Κι έτσι, συμβαίνει πολλές φορές αυτό που αδυνατούμε να αντιληφθούμε για τον εαυτό μας, να το συναντήσουμε έκπληκτοι στους δρόμους. Αποκτάμε, τότε, μια εξίσου έκπληκτη συνείδηση που –παρότι συλλογική– μας μιλά σε δεύτερο ενικό πρόσωπο λέγοντας: «κοίτα πώς έγινες».

Η Αθήνα λέει εδώ και καιρό, με κάθε ευκαιρία, σε όλους, το ίδιο πράγμα: «κοίτα πώς φτώχυνες». Ή, μάλλον, λέει σε καθέναν από εμάς ξεχωριστά: «κοίτα τη φτώχεια σου». Γιατί, βεβαίως, δεν είμαστε όλοι το ίδιο φτωχοί. Ούτε είμαστε όλοι φτωχοί με τον ίδιο τρόπο. Η φτώχεια δεν περιορίζεται στα χρήματα. Ας μην πω περισσότερα. Όχι για κανέναν άλλο λόγο, αλλά μόνο και μόνο επειδή οι δρόμοι τον τελευταίο καιρό δείχνουν κάτι καινούριο (ή, ίσως, εγώ να το πρόσεξα τώρα τελευταία).

Αυτό που ήταν κάποτε η έκπληξη της απότομης πτώσης μας, το ξάφνιασμα που μας αφόπλιζε στερώντας ολοένα και περισσότερο, από ολοένα και περισσότερους, τους πόρους για να ζήσουμε όπως ζούσαμε, στερώντας πολύ συχνά τη χαρά, τη διάθεση ακόμα και την ελευθερία που δίνει η αμεριμνησία, εκείνη η έξαφνη αίσθηση της απώλειας, έχει τώρα μετατραπεί σε εμπεδωμένη απόγνωση. Ή έστω σε μια βεβαιότητα του αδιεξόδου.

Αυτό που κάποτε μας συντάρασσε, τώρα το γνωρίζουμε ως αναπόδραστη πραγματικότητα: ζούμε –όχι μοιραζόμενοι τα λίγα που μας απόμειναν– αλλά με ό,τι καταφέρνουμε να αρπάξουμε ο ένας από τον άλλον. Ζούμε μια ατέρμονη και διαρκή συρρίκνωση. Σαν να καταναλωνόμαστε εκ των έσω.

Η Αθήνα υποδεικνύει με τον τρόπο της αυτή τη νέα πραγματικότητα. Πρόκειται για κάτι που συνάντησα περπατώντας στους δρόμους. Κάτι που, ξάφνου, συνειδητοποίησα με την αίσθηση μιας νέας προφάνειας. Ανάμεσα στα φαντάσματα με τα δυο πόδια, στους ανθρώπους φαντάσματα που κινούνται στην πόλη, στους δρόμους στέκουν εκείνα τα αναρίθμητα, σκελετωμένα φαντάσματα με τις δυο ρόδες. Ακρωτηριασμένα από τη δική μας πείνα. Μεταφορές του νέου μας κανιβαλισμού. Χρειάζεσαι μια ρόδα; Άρπαξέ την. Ένα φανάρι σου λείπει; Κόψε τα καλώδια και πάρ’ το. Ενώ άλλα δίτροχα φαντάσματα μένουν τσαλακωμένα, χτυπημένα άσχημα, παρατημένα στα πεζοδρόμια. 

Όλοι αυτοί οι σκελετοί στέκουν σαν απόκοσμα σιδερένια σώματα ανάμεσά μας. Στέκονται με τις αποσαρκωμένες τους κνήμες καρφωμένες στην άσφαλτο. Με τα μηχανικά τους εντόσθια χυμένα στον δρόμο. Δεμένα ακόμη με αλυσίδες. Αυτά τα μηχανάκια που βρίσκουμε σπαρμένα παντού μας δείχνουν το πώς ζούμε. Μας υπενθυμίζουν τα δυο μας πόδια που τρέμουν. Μοιάζουν με τα αποφάγια της εξαχρείωσής μας.

Συγγνώμη που τα βλέπω τόσο άσχημα αυτά τα μεταλλικά κουφάρια. Η Αθήνα μοιάζει να στέκεται πάνω σε δυο ρόδες σπασμένες. Δεν μπορούμε πλέον να πάμε πουθενά.

files/chronosmag/themes/theme_one/faviconXronos.png

 

 

  ΧΡΟΝΟΣ 08 (12.2013)