επιτελεστικότητα και διαφορά. Performativity / Differ-a-nce

 

Σκέψεις για την περιχαράκωση στην «αυθεντικότητα»
και την αυτονόμηση του έργου τέχνης

 

Χρήστος Χρυσόπουλος

 

Την τελευταία διετία είχα την τύχη να παρακολουθήσω στην Αθήνα την πολύ ενδιαφέρουσα θεατρική προσαρμογή (adaptation) ενός πρόσφατου βιβλίου μου. Επρόκειτο για τη νουβέλα Ο βομβιστής του Παρθενώνα (Καστανιώτης, 2011). Η παράσταση αυτή παρέχει την αφορμή για να διατυπωθούν μερικές σκέψεις για τη σχέση του λογοτεχνικού κειμένου με τη θεατρική πράξη, για τη σχέση του πρωτοτύπου (original) με το παράγωγο (derivative), καθώς και για τη θέση του συγγραφέα απέναντι στην οικειοποίηση του έργου του από μια ομάδα άλλων δημιουργών (σκηνοθέτης, ηθοποιοί κ.ά.).

 

Το βιβλίο

Στον Βομβιστή ως βιβλίο η αφήγηση ξεκινά με έναν μακροσκελή μονόλογο του «ήρωα» που ονομάζεται μόνο με τα αρχικά Χ.Κ. Ο δράστης Χ.Κ. από τις πρώτες σελίδες του έργου δεν αργεί να αποκαλύψει τις μεσσιανικές προθέσεις του. Αμφισβητεί την «καθιερωμένη» ομορφιά του Παρθενώνα, τον βασανίζει αφάνταστα η φοβερή αναντιστοιχία του κλασικού μνημείου προς την –κατά τον ίδιο– σύγχρονη βαβέλ που απλώνεται στα πόδια του ιστορικού λόφου. Η δομή του έργου συνεχίζεται με μαρτυρίες ανθρώπων που σχετίζονται με τη βομβιστική επίθεση κατά του βράχου, δημοσιεύματα που εξιστορούν το χρονικό της επιτυχημένης ανατίναξής του, καθώς και με την παράθεση ποικίλων τεκμηρίων, ανάμεσά τους και μία επαναστατική προκήρυξη. Τότε εμπλέκεται στην αφήγηση και ένα ιστορικό πρόσωπο: ο ελάσσων ποιητής Γιώργος Γ. Μακρής, γνωστός σε διάφορους λογοτεχνικούς κύκλους κατά τη δεκαετία του ’50, ο οποίος, σύμφωνα με μαρτυρίες του γνωστού εκδότη Λεωνίδα Χρηστάκη, ευθύς μετά την Απελευθέρωση, στις 17 Νοεμβρίου 1944 συνέταξε μία προκήρυξη της οργάνωσης-φάντασμα Σύνδεσμος Αισθητικών Σαμποτέρ Αρχαιοτήτων που έγραφε: «Πρώτη καταστροφή ορίζεται η ανατίναξη και η τέλεια κατεδάφιση του Παρθενώνα που μας έχει κυριολεκτικώς πνίξει». Το βιβλίο κλείνει με τη μαρτυρία ενός στρατιώτη που συμμετείχε στην –υπό αδιευκρίνιστες συνθήκες– εκτέλεση του Χ.Κ. και επιστεγάζεται από τη φράση του Τζόρτζιο Αγκάμπεν: «Η βεβήλωση του αβεβήλωτου είναι το καθήκον της γενιάς που έρχεται».

 

Η παράσταση «Παρθενώνας»

Με αφορμή το βιβλίο Ο βομβιστής του Παρθενώνα και το ανέκδοτο κείμενο Αποικία του Γιώργου Λαγουρού, η θεατρική ομάδα «Ορχήστρα των Μικρών Πραγμάτων» συνέθεσε μια καλειδοσκοπική παράσταση devised theater στην οποία οι συντελεστές διαμόρφωσαν εξαρχής ένα «νέο τοπίο» για το βιβλίο. Όπως εξηγεί ο σκηνοθέτης της παράστασης Χρήστος Θεοδωρίδης: «Ξεκινήσαμε με αυτά τα δύο κείμενα και στη συνέχεια ασχοληθήκαμε με διάφορα κείμενα Ελλήνων και ξένων λογοτεχνών. Προσθέταμε και απορρίπταμε συνέχεια υλικό. Αρχίζοντας από την ιστορία ενός νέου που αποφασίζει να βάλει βόμβα στον Παρθενώνα, γιατί θεωρεί ότι μόνο έτσι μπορεί να προχωρήσει η κοινωνία, τα πρόσωπα της παράστασης ξεδιπλώνουν προσωπικές και κοινωνικές στιγμές τους, προσπαθώντας να αφήσουν πίσω τα “σύμβολα” του παρελθόντος. Ο χώρος είναι χωρισμένος σε δύο νοητά μέρη, ένα σαλόνι και ένα πεδίο κοινωνικής δράσης, με τα ντραμς του Νίκου Παπαβρανούση να χωρίζουν και να ενώνουν τις δύο καταστάσεις. Είναι σαν να μπαίνεις σε ένα μουσείο. Υπάρχει πολύ συγκεκριμένη δομή, αλλά έκανα πολύ λεπτό τον συσχετισμό, γιατί με ενδιαφέρει περισσότερο αυτό που ο άλλος θα αισθανθεί πριν αρχίσει να καταλαβαίνει. Βασικό στοιχείο της παράστασης είναι η αλλαγή. Αυτή που ο καθένας πρέπει να κάνει πρώτα μέσα του και μετά στην κοινωνία που ζει. Γι’ αυτό και στην παράσταση δεν έχει κρατηθεί μια γραμμική αφήγηση της ιστορίας του Βομβιστή αλλά μια ευρύτερη δομή. Με ενδιαφέρει περισσότερο να θέσω ερωτήματα και όχι να δώσω απαντήσεις με αυτή την παράσταση. Με απασχολεί πολύ αυτό το θέμα, υπάρχουν στιγμές που, αν δεν σκέφτεσαι και αν προσπαθήσεις να είσαι λίγο διαφορετικός, προχωράς. Κάποιες άλλες στιγμές καταλαβαίνεις ότι δεν γίνεται. Μόνο αν καταφέρεις να συνθέσεις τα υλικά σου και να εστιάσεις στον εαυτό σου, μπορεί να βγει κάτι. Αν καταλάβουμε ότι είμαστε όλοι μαζί».1

 

Η σχέση «πρωτότυπου - παράγωγου» (original - derivative)

Όπως γίνεται εμφανές, η χρήση του κειμενικού υλικού από τον Βομβιστή του Παρθενώνα είναι στη συγκεκριμένη περίπτωση εξαιρετικά απείθαρχη προς το πρωτότυπο. Ο σκηνοθέτης Χρήστος Θεοδωρίδης όχι μόνο αναδιέταξε τα αποσπάσματα από το βιβλίο σύμφωνα με τη δική του σύλληψη, αλλά προέβη σε ένα μοντάζ στο οποίο περιλήφθηκαν κείμενα άλλων συγγραφέων, καθώς και παρεμβάσεις των ίδιων των ηθοποιών. Πέραν αυτού, το περικείμενο του βιβλίου άλλαξε άρδην, τόσο χρονικά όσο και χωρικά.

Νά, λοιπόν, μια περίπτωση που η «παράσταση» (staging) του βιβλίου κατασκεύασε ένα εξ ολοκλήρου νέο περιβάλλον, μέσα στο οποίο μάλιστα τοποθετήθηκε εμπρόθετα η συγγραφική πρόθεση του αρχικού συγγραφέα (όπως αναφερόταν στο δελτίο Τύπου: «Η παράσταση βασίζεται στο έργο του Χρήστου Χρυσόπουλου Ο βομβιστής του Παρθενώνα»).

Τι σημαίνει αυτή η πρακτική για το πρωτότυπο έργο; Σε ποιον βαθμό μπορεί να πει κανείς ότι ο Βομβιστής του Παρθενώνα περιέχεται στην παράσταση Παρθενώνας;

Το κλασικό σχήμα για τις θεατρικές προσαρμογές, σύμφωνα με το οποίο το βιβλίο είναι το αυθεντικό «πρωτότυπο» και το θεατρικό έργο είναι «παράγωγο» αυτού (και κρίνεται ως τέτοιο), είναι στις μέρες μας καθ’ ολοκληρίαν ξεπερασμένο. Η αυθεντικότητα του κειμένου ελέγχεται ακόμη και στο επίπεδο του πρωτότυπου έργου, καθόσον –ήδη από τον μπαρτιανό «θάνατο του συγγραφέα»– η γραφή αναγνωρίζεται ως παλίμψηστο. Από το «σημείο μηδέν της γραφής» (που ορίζεται από τον Ρολάν Μπαρτ ώς το σημείο επαφής του μολυβιού με το χαρτί) ώς την ανάγνωση στα χέρια του πλέον αφοσιωμένου αναγνώστη, το κείμενο επανεγγράφεται διαρκώς σύμφωνα με το εκάστοτε πλαίσιο υποδοχής (βιωματικό, πολιτισμικό, αισθητικό κ.ά.), την ταυτότητα του παραλήπτη (έμφυλη, ταξική, γλωσσική κ.ά.) και τις περιστάσεις (εκδοτικές, συγκυριακές κ.ά.).

Οι παραπάνω σκέψεις δεν σημαίνουν ότι δεν υπάρχει ένα σημείο πέραν του οποίου θα μπορούσαμε να μιλήσουμε ακόμα και για «κακομεταχείριση» (abuse) ενός κειμένου. Η υπόδειξη αφορά τη συνείδηση ότι τα διακριτά όρια υπάρχουν, αλλά είναι ρευστά και ότι η «διαφορά» (differ-a-nce) υπεισέρχεται δραστικά σε κάθε απόπειρα αναπαραγωγής του κειμενικού λόγου.

 

Η ενδυνάμωση (empowerment) των δημιουργών

Το αποτέλεσμα, λοιπόν, κρίνεται από τη σχέση εξουσίας ανάμεσα στους δημιουργούς. Εν προκειμένω στη σχέση συγγραφέα-σκηνοθέτη.

Η προσωπική μου γνώμη είναι ότι κάθε έτερη χρήση ενός κειμένου (όπως είναι μια θεατρική διασκευή) οφείλει να προβάλλει ξεκάθαρα τη διαφάνεια (visibility) του δημιουργού της. Συνεπώς, ο σκηνοθέτης δικαιούται –και οφείλει– να εγγράφει εμφανώς το προσωπικό του καλλιτεχνικό ίχνος στο παλίμψηστο που φέρει το όνομα του αρχικού δημιουργού (του συγγραφέα που υπογράφει το αφετηριακό υλικό). Η ελευθερία αυτή ενδυναμώνει και τον συγγραφέα και τον σκηνοθέτη, επιτρέποντας να διαφανεί όχι μόνο η καλλιτεχνική επάρκεια του καθενός, αλλά και κάτι πολύ πιο σπουδαίο. Κάτι που είναι και η ουσιαστικότερη ανταμοιβή από τέτοια εγχειρήματα: η ενδυνάμωση (empowerment) του δημιουργού.

Η ελευθερία επιτρέπει στον σκηνοθέτη να ξεδιπλώσει την επινοητικότητά του και να δοκιμάσει τη δεξιότητά του στο να αντλεί νέα, ανοίκεια νοήματα από το έργο που επιλέγει να επεξεργαστεί.

Στον συγγραφέα η ελευθερία θα επιτρέψει να αναδειχτεί ο βαθμός στον οποίο το κείμενό του επιδέχεται επάλληλες αναγνώσεις. Επίσης, θα φέρει στην επιφάνεια έναν πιθανό νοηματικό πλούτο που ακόμα και ο ίδιος δεν γνώριζε ότι υπάρχει ανάμεσα στις λέξεις που έγραψε.

 

Συμπέρασμα – Ένα κάλεσμα

Η σύμπραξη των δημιουργών πρέπει να είναι ένα πεδίο ελευθερίας για την καλλιέργεια της τέχνης. Η περιχαράκωση στην «αυθεντικότητα» είναι –τους μετανεωτερικούς καιρούς που ζούμε– φενάκη. Το έργο τέχνης σε κάθε περίπτωση αυτονομείται. Καθίσταται ένα εργαλείο στην εργαλειοθήκη εκείνων που θα επιλέξουν να το χρησιμοποιήσουν.

Ως συγγραφέας αφήνω τα βιβλία μου ελεύθερα (σχεδόν ορφανά) στα χέρια όποιου θελήσει να τα ανοίξει. Περιμένω με περιέργεια να δω τι θα μπορέσει να κάνει με αυτά. Περιμένω με αγωνία να διαπιστώσω πόσο γερό είναι αυτό το εργαλείο που μπόρεσα να φτιάξω. Πόσα πράγματα μπορεί να κάνει. Κι ας αλλάξουν όλα: το όνομά του, τα μέρη του, οι αρμόσεις και τα υλικά του.

Όπως λέει και ο Ρολάν Μπαρτ, «ο γραφέας δεν έχει πια μέσα του πάθη, κέφια, αισθήματα, εντυπώσεις, αλλά το απέραντο εκείνο λεξικό απ’ όπου αντλεί μια γραφή».2 Το λεξικό αυτό πρέπει διαρκώς να εμπλουτίζεται. Γιατί από αυτό θα προκύψει η επόμενη γραφή.

 

 

 

files/chronosmag/themes/theme_one/faviconXronos.png

 

 

  ΧΡΟΝΟΣ 07 (11.2013)