ιστορίες κρυμμένες στην τεφροδόχο του Λόρκα

 

Έρωτες και έριδες, δημόσιες σχέσεις και πολιτική στράτευση
με πρωταγωνιστές ιερά τέρατα των γραμμάτων
και καταλύτη μια λογοτεχνική μετριότητα.

 

Θεόδωρος Γρηγοριάδης

 

«Η βιογραφία των καλλιτεχνών είναι η ιστορία της ικανότητας για μεταμόρφωση». Το μότο του Αντρέ Μαλρώ στην πρώτη σελίδα αυτού του βιβλίου είναι και το κλειδί για την ανάγνωσή του. Ο 38χρονος Περουβιανός Σαντιάγο Ρονκαλιόλο ανασυνθέτει τη ζωή του Ουρουγουανού συγγραφέα Ενρίκε Αμορίμ που έζησε στη σκιά μεγάλων λογοτεχνών και καλλιτεχνών, του Λόρκα, του Νερούδα, του Νταλί, του Τσάπλιν, οικειοποιούμενος ακόμη και τις στάχτες τους. Ο Αμορίμ άλλαζε προσωπεία όχι για να προσδώσει εναλλαγή στο έργο του αλλά για να προσεταιρίζεται ανθρώπους που θαύμαζε και ήθελε να συναναστρέφεται. Αυτή η μεταμόρφωση ωστόσο τον βόλευε για να καλύπτει τις προσωπικές του ανασφάλειες και κοινωνικές του ενοχές. Ο άνθρωπος όμως που καθόρισε την πορεία του υπήρξε ο Φεδερίκο Λόρκα.

Όταν ο Λόρκα επισκέφτηκε το Μπουένος Άιρες το 1933, ήταν ήδη γνωστός και αναγνωρισμένος ποιητής. Όμως παρασύρθηκε από τη δημοσιότητα και περιέφερε έναν φλύαρο και εγωκεντρικό εαυτό. Μέχρι και ο Μπόρχες απογοητεύτηκε από τη συμπεριφορά του κι έτσι κάπως ξεκίνησε και η έχθρα ανάμεσά τους. Ευρισκόμενος ακόμη στη Νότια Αμερική, ο Λόρκα επισκέφτηκε το Μοντεβίδεο όπου παιζόταν ένα θεατρικό του έργο. Ο Ενρίκε Αμορίμ, άγνωστός του μέχρι τότε, του ζήτησε να του σκηνοθετήσει μια ταινία μικρού μήκους. Ο Λόρκα δεν θα είχε αντίρρηση για μια τέτοια προβολή, τη δεκαετία του ’30 τα μέσα ενημέρωσης δεν είχαν τη σημερινή διάδοση. Ο Αμορίμ έκανε το παν να αξιοποιήσει τη γνωριμία τους, την «αδελφική τους αγάπη».

Δυστυχώς οι μετέπειτα βιογραφίες του Λόρκα ελάχιστο χώρο αφήνουν για τον Αμορίμ αφού για τον Λόρκα ο συνομήλικός του Ουρουγουανός υπήρξε ένας από τους εκατοντάδες «φίλους» που τον πλαισίωναν στα ταξίδια του. Οι φωτογραφίες στο παράρτημα του παρόντος βιβλίου (και αυτή του εξωφύλλου) αποδεικνύουν κάποιες προσωπικές τους στιγμές. Όμως κανείς δεν είναι σίγουρος για το βάθος και την ουσία της σχέσης τους. Ωστόσο, για τον Ενρίκε Αμορίμ, αυτός ήταν ο κανόνας της ζωής του. Καμιά εκδοχή της προσωπικής του ζωής δεν ίσχυε γιατί κι ο ίδιος τις αναιρούσε ανά πάσα στιγμή όπως τον βόλευε. Ήταν ένας μέτριος δημιουργός μανιακός της δημοσιότητας. Ένας Ζέλιγκ που μάλιστα εξαγόραζε την αυτοπροβολή του.

Ο Ενρίκε Αμορίμ γεννήθηκε το 1900 στην πόλη Σάλτο. Γόνος γαιοκτημόνων, με πορτογαλικές ρίζες, μπορούσε να σπαταλήσει μια μεγάλη περιουσία για να πετύχει τους σκοπούς του. Τα γράμματα και οι τέχνες για την οικογένειά του παρέπεμπαν σε κάτι έκλυτο και αμφίσημο σεξουαλικά, πράγμα που δεν εμπόδισε τον Αμορίμ να ασχοληθεί αποκλειστικά με αυτά. Από την αρχή μιμείτο υφολογικά άλλους ποιητές όπως αργότερα θα μεταμφιεζόταν σε άλλους χαρακτήρες. Αργότερα, στο Μπουένος Άιρες, άρχιζε να δημοσιεύει λογοτεχνικά κείμενά του σε διαφορετικά έντυπα με πολλά ψευδώνυμα, ακόμη και γυναικεία. Για την καριέρα του δημιούργησε όχι μόνο διαφορετικές λογοτεχνικές περσόνες αλλά και επινοούσε πραγματικότητες, όπως τις «κιταντέρας», τις εξαθλιωμένες περιπλανώμενες πόρνες που έγιναν δημοφιλείς μέσα από τα διηγήματά του.

Στην περίπτωση του Λόρκα, ο Αμορίμ στόχευσε στην ομοφυλόφιλη πλευρά του Ισπανού αφού και ο ίδιος ο αναγνωρισμένος ποιητής εντρυφούσε σε έργα ομοφυλόφιλων όπως ο Γουίτμαν αλλά παρακολουθούσε και τη ζωή τους ή τα πάρτι τους όπως εκείνα του Αμερικανού ποιητή Χαρτ Κρέην. Σύμφωνα με τον Ρονκαλιόλο, κανείς δεν μπορούσε να προσδιορίσει τα αληθινά συναισθήματα του Λόρκα απέναντι στον Αμορίμ. Κάποια γράμματά του δεν βρέθηκαν ποτέ αφού και οι κληρονόμοι του προσπάθησαν να «προστατεύσουν» την υστεροφημία του ποιητή. Οπότε το να βασιστούμε στον Αμορίμ, για την τυχόν ερωτική τους σχέση, είναι σαν να βουτάμε νύχτα στο ποτάμι για να βρούμε το δαχτυλίδι που χάθηκε. 

 

Οι κομμουνιστές διανοούμενοι και ο Ουρουγουανός χαμαιλέοντας

Παρακολουθώντας όμως τον Αμορίμ, ο Ρονκαλιόλο καταφέρνει ταυτόχρονα να αποδώσει ανάγλυφα την ηλεκτρισμένη ατμόσφαιρα που κυριαρχούσε εκείνη την εποχή στην αριστερή ιντελιγκέντσια της Νότιας Αμερικής.

Πράγματι, μετά τον Λόρκα ο επόμενος στόχος του Ουρουγουανού ήταν ο Χιλιανός ποιητής Πάμπλο Νερούδα τον οποίο είχε γνωρίσει μαζί με τον Λόρκα. Ο Νερούδα ήταν γυναικάς και προσπάθησε να εμπλέξει τον Αμορίμ σε τρίο με μια ερωμένη του – κάτι που δεν απέδωσε πρακτικά. Αντίθετα, ο Αμορίμ συγγένεψε τελικά με τον αργεντινό Μπόρχες αφού παντρεύτηκε την εξαδέλφη του Εστέρ η οποία είχε επίγνωση της σεξουαλικής του ταυτότητας ή έστω της αμφιφυλοφιλίας του. Μπόρχες και Αμορίμ ταξίδεψαν μαζί αρκετές φορές, τουλάχιστον σαν σοφιστικέ διανοούμενοι. Σε ένα από τα μακρινά τους ταξίδια ο Μπόρχες εντυπωσιάστηκε τόσο πολύ από το τοπίο, ώστε άρχισε να αλλάζει και ο τρόπος της σκέψης και της γραφής του. Έκτοτε ο Αμορίμ θα εμφανιστεί ως χαρακτήρας σε μερικά διηγήματα του Μπόρχες. Ίσως αυτή να ήταν η πιο απρόσμενη δικαίωσή του στον χώρο της λογοτεχνίας, την οποία πάντως δεν πρόλαβε να τη δει όσο ζούσε.

Το 1936, και ενώ είχε δημιουργήσει μια εύθραυστη οικογένεια και είχε αποκτήσει μια κόρη, ο Αμορίμ ταξίδεψε στην Ισπανία για να συναντήσει τη μεγάλη του αγάπη. Εκεί, στη διάρκεια ενός περιπάτου, θεώρησε ότι κάποιος τους παρακολουθούσε και τους κρυφάκουγε και ότι εξαιτίας αυτής της συζήτησης συνέλαβαν αργότερα τον Λόρκα. Είχε επιλέξει για τον εαυτό του έναν νέο ρόλο: αυτόν του υπαίτιου για τον θάνατο του ποιητή. Τότε περίπου, μετά την αποτρόπαιη δολοφονία του Λόρκα από τους φρανκιστές στις αρχές του ισπανικού εμφυλίου (1936), και όταν η είδηση του θανάτου του εξαπλώθηκε στον κόσμο, ενώ αγνοείτο η ακριβής θέση που θάφτηκε, ο συντετριμμένος Αμορίμ άρχισε να ριζοσπαστικοποιείται πολιτικά. Ήθελε να νιώσει το δράμα της μοναξιάς και το κενό που άφησε πίσω του ο ποιητής. «Είχε ανάγκη να πείσει τον κόσμο, ή τουλάχιστον, τον εαυτό του». Και θα αποζητούσε πλέον να ιδιοποιηθεί τη μνήμη του Λόρκα για όσο τουλάχιστον ζούσε ο ίδιος. 

Στα χρόνια που ακολούθησαν, ο Αμορίμ άρχισε να εργάζεται στο Χόλλυγουντ ως σεναριογράφος και παράλληλα προσπαθούσε να εκδώσει τα έργα του, όμως χωρίς επιτυχία. Τότε ήταν που στράφηκε πιο σοβαρά στην πολιτική, εγκαταλείποντας παράλληλα τη χολιγουντιανή αίγλη. Ήταν εκατομμυριούχος αλλά εντάχθηκε στο κομουνιστικό κίνημα, αφού και άλλοι καλλιτέχνες των οποίων ζήλευε τη δόξα είχαν σχηματίσει στους κόλπους του μια πολιτιστική ελίτ. Και δεν δίστασε να πάρει θέση για τα δικαιώματα του προλεταριάτου, χωρίς ωστόσο να καταφέρει να προκαλέσει τον ενθουσιασμό του Κόμματος. Όπως σημειώνει ο Ρονκαλιόλο, «… ο Αμορίμ δεν θα έφτανε ποτέ στη γη της επαγγελίας του Κόμματος: κομμουνιστής και εκατομμυριούχος, ομοφυλόφιλος και παντρεμένος, συγγραφέας σε όλα τα στιλ και φίλος με όλες τις ομάδες, ο Ουρουγουανός χαμαιλέοντας, όσο συμπαθητικός κι αν ήταν, δεν διέθετε την ιδιότητα που περισσότερο εκτιμούσαν οι σύντροφοί του: τη συγκρότηση».

Όταν κάποια στιγμή ο Νερούδα βρέθηκε καταζητούμενος, ο Αμορίμ φρόντισε να εμπλακεί και πάλι διοχετεύοντας πληροφορίες ότι ο ποιητής κρυβόταν στο σπίτι του, στο Σάλτο. Παράλληλα, μεμφόταν τον Νερούδα για τη μεγαλομανία του και τον υπονόμευε διαρκώς στα παρασκήνια. Κι όσο οι φήμες για την απόκρυψη του Νερούδα αποκτούσαν ρεαλιστική υφή, τόσο ο Αμορίμ συνέχιζε να ζει στον στρόβιλο των φαντασιώσεών του. Ακάθεκτος προσερχόταν σε διεθνή συνέδρια διανοουμένων, ελπίζοντας να βρεθεί κοντά στον Πικάσσο. Ένας απλός χαιρετισμός του Πικάσσο σήμαινε αδελφική φιλία για τον Αμορίμ που τελικά τον έπεισε και τον ζωγράφο να γυρίσουν μια ταινία μικρού μήκους.

Η περίεργη αυτή σχέση καλλιτεχνών και Κομμουνιστικού Κόμματος διαπερνά τον 20ό αιώνα. Το κόμμα χρησιμοποίησε καλλιτέχνες και εκείνοι έβρισκαν καταφύγιο σε αυτό αντιδρώντας στις συλλήψεις και τις διώξεις χωρίς απαραίτητα να έχουν βαθιά επίγνωση της πολιτικής ή των υποχρεώσεών τους. Ταυτόχρονα όμως έθεταν σε κίνδυνο και την ατομικότητά τους – όχι πάντοτε προς όφελος της τέχνης. Στρατευμένοι ή όχι οι καλλιτέχνες αυτής της περιόδου άσκησαν πάντως πολιτική ακόμη και «άθελά» τους.

 

Συγγραφική ακροβασία μεταξύ πραγματικότητας και μυθοπλασίας

Όταν το 1950 ο Ενρίκε Αμορίμ απελάθηκε από την Αργεντινή, κανείς δεν έδωσε και πάλι σημασία. Ποιος ξέρει αν συνειδητοποιούσε ότι εξαγόραζε μονίμως την παρουσία του δίπλα σε άλλους, μη κερδίζοντας τελικά ούτε μία αναφορά στα απομνημονεύματά τους. Και όχι μόνο αυτό, αλλά ο Νερούδα έγραψε στον Μάριο Βάργκας Λιόσα: «Πάντα θα υπάρχει ένας Ουρουγουανός για να σου τα σπάει, σε οποιοδήποτε μέρος». Οι τελευταίες του προσπάθειες να λάμψει στο Παρίσι προσχωρώντας στους κύκλους του Αραγκόν απέτυχαν. Δεν τον ήθελαν, σχεδόν τον περιφρονούσαν και όσο άλλαζε ο κόσμος και τα σύμβολά του, ο Αμορίμ δεν έβρισκε θέση πουθενά. Έσβησε το 1960 και, παρά τα σαράντα του βιβλία, η λογοτεχνική του εμβέλεια παραμένει θολή. Το τελευταίο του «μεγάλο έργο» ήταν ο τύμβος που έχτισε στο Σάλτο για τον αγαπημένο του Λόρκα το 1953 θάβοντας στη βάση του μια τεφροδόχο. Τον παρουσίασε με μια τελετή που θύμιζε θεατρικό δρώμενο, αλλά κανείς δεν είδε ποτέ τις στάχτες του ποιητή ούτε πιστοποιήθηκε το περιεχόμενο της τεφροδόχου. Το μνημείο μπορεί να το επισκεφτεί κανείς και σήμερα, αλλά οι απορίες παραμένουν το ίδιο αναπάντητες. 

Ο Σαντιάγο Ρονκαλιόλο επισκέφτηκε το μνημείο του Λόρκα αλλά επίσης δεν έβγαλε κανένα συμπέρασμα. Όταν του ανατέθηκε να γράψει τη βιογραφία του Ενρίκε Αμορίμ αντιλήφθηκε και αυτός ότι είχε να αντιπαλέψει με την πραγματικότητα και τις μυθοπλασίες του Αμορίμ. Η δουλειά του Ρονκαλιόλο είναι εξουθενωτική, καθώς είχε πολλές πηγές να διασταυρώσει. Η συγγραφική του σφραγίδα φαίνεται κυρίως στον τρόπο που ξεδιπλώνει την ιστορία του Αμορίμ, χωρίς να την παρουσιάζει σαν ένα αμιγώς βιογραφικό κείμενο. Τις λίγες φορές που παρεμβαίνει προσωπικά, με διαλόγους και περιδιαβάσματα στους τόπους όπου έζησε ο Αμορίμ, αποδεικνύεται το κέφι του γι’ αυτή τη δουλειά. Από τα πρώτα κεφάλαια δείχνει να έχει προδιαγράψει τον χαρακτήρα του Ουρουγουανού – άλλωστε τίποτε δεν οδηγούσε σε μια αναθεώρηση. Γι’ αυτό και ο Αμορίμ παραμένει μια μελαγχολική φιγούρα, ένας άνθρωπος που αντιπάλεψε τη δόξα των άλλων χωρίς να κατορθώσει να πάρει έστω και ένα κομματάκι, ακόμη και από τη σκιά τους.

Η τέχνη θέλει έμπνευση και ταλέντο. Αν τα κατέχεις, είναι φανερά και επιβάλλονται. Η οικονομική ευμάρεια και οι δημόσιες σχέσεις απλώς ξοδεύουν το πορτοφόλι και την ψυχή. Αν είναι να κρατήσουμε κάτι από την περίπτωση του Αμορίμ δεν είναι καν ότι θα μπορούσε να είχε υπάρξει εραστής του Λόρκα, αλλά ότι δεν μπορούσε να αγαπήσει και να αποδεχτεί τον εαυτό του. Ο πλούτος του δεν εξισωνόταν με τα συναισθήματά του. Ίσως είναι από τα πρώτα παραδείγματα του πιο μανιακού καριερίστα και δημοσιοσχεσίτη του 20ού αιώνα. Η βιογράφησή του έχει ενδιαφέρον και μόνο από το γεγονός ότι ζωντανεύει όλες εκείνες τις προσωπικότητες με τις οποίες ήθελε να μοιάσει. Γι’ αυτό και ο Ουρουγουανός εραστής διαβάζεται σαν μια μεγάλη περιπλάνηση στην ιστορία του 20ού αιώνα και την τέχνη της, με αναφορές σε καλλιτέχνες και πολιτικά κινήματα χωρίς να κολακεύει κανέναν.

Ο Ρονκαλιόλο γράφει με την ασφάλεια του αναγνωρισμένου συγγραφέα ο οποίος ξέρει να χρησιμοποιεί και την τεχνική του new journalism. Είναι χαρακτηριστικά τα προηγούμενα μυθιστορήματά του Ο κόκκινος Απρίλης και Αναμνήσεις μιας κυρίας καθώς και η μονογραφία Η τέταρτη ρομφαία με τις μαρτυρίες των πρωτεργατών του αντάρτικου κινήματος Φωτεινό Μονοπάτι. Στα ελληνικά κυκλοφορεί ακόμη το οικογενειακό μυθιστόρημά του Ντροπή (όλα σε μετάφραση Μαργαρίτας Μπονάτσου, εκδόσεις Καστανιώτης). Εγκατεστημένος εδώ και μια δεκαετία στη Βαρκελώνη, ο Ρονκαλιόλο γράφει στα ισπανικά, μια γλώσσα στην οποία έχουν γράψει μεγάλοι Ευρωπαίοι και Λατινοαμερικανοί συγγραφείς και η οποία διαβάζεται όλο και περισσότερο. Αν άκουγε ο Αμορίμ από τον τάφο του, τα καλά λόγια που έχουν ήδη εκφράσει ο Μάριο Βάργκας Λιόσα και ο Κάρλος Φουέντες στον βιογράφο του από το Περού, θα φρόντιζε ακόμη και ως φάντασμα να τον ακολουθεί παρακαλώντας τον να του γράψει ένα καλό μυθιστόρημα, να γίνει ένας ακριβοπληρωμένος ghost writer για λογαριασμό του.

Τη μετάφραση του βιβλίου έκανε από τα ισπανικά ο Κώστας Αθανασίου, έμπειρος μεταφραστής που βραβεύτηκε με το Athens Prize of Literature 2011 για τη μετάφραση του μυθιστορήματος Ο άνθρωπος που αγαπούσε τα σκυλιά του Λεονάρδο Παδούρα και με το ίδιο μυθιστόρημα βρέθηκε την ίδια χρονιά στην τελική λίστα για το Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνικής Μετάφρασης.

files/chronosmag/themes/theme_one/faviconXronos.png

 

 

  ΧΡΟΝΟΣ 04 (08.2013)