ένας προαναγγελθείς θάνατος

 

Αντί νόμου, περιγραφή σχεδίου για τη διαχείριση, εκποίηση και αλλοίωση αιγιαλού και παραλίας

 

Θάνος Ζαρταλούδης, Αθηνά Παπαναγιώτου

 
 

Το ατυχούς έκβασης σχέδιο νόμου για την Οριοθέτηση, διαχείριση και προστασία αιγιαλού και παραλίας οφείλει να κατανοηθεί και να αξιολογηθεί στο εννοιολογικό, κανονιστικό, αλλά και γενικότερα πολιτικοκοινωνικό του πλαίσιο. Το πλαίσιο δηλαδή που, όπως θα παρατηρηθεί στη συνέχεια, επιχειρεί  το σχέδιο νόμου να καταλύσει. Το σχέδιο αποτελεί την επιδιωκόμενη από τον νομοθέτη εξέλιξη της ρύθμισης κοινών χώρων, οι οποίοι ιστορικά αντιμετωπίζονταν από το δημόσιο και ιδιωτικό δίκαιο στη λογική της παραδοσιακής, χαλαρής προστατευτικής ρύθμισης. Ο λόγος για χώρους όπως οι αιγιαλοί και οι παραλίες και στοιχεία όπως η θάλασσα και τα ελεύθερα ρέοντα ύδατα, που θεωρούνται από την παραδοσιακή νομική θεωρία συνταγματικά προστατευόμενα (άρθρο 24 Σ), πράγματα εκτός συναλλαγής (άρθρο 967 επ. ΑΚ). Τα τελευταία είναι πράγματα τα οποία δεν επιδέχονται συναλλαγής μεταξύ ιδιωτών ή μεταξύ ιδιωτών και δημοσίου, και άρα δεν μπορούν να γίνουν αντικείμενα εμπράγματων δικαιωμάτων.

 

Η παραδοσιακή νομική κατοχύρωση των κοινών

Όσον αφορά το δημόσιο δίκαιο, τα παραπάνω στοιχεία θεωρούνται συνταγματικά κατοχυρωμένα αγαθά (άρθρο 24 Σ), απολαύσιμα στην κοινότητά τους από τον καθένα, ως απόρροια του δικαιώματος ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητάς του (άρθρο 5, παρ. 1 Σ). Μετά τη μεταρρύθμιση του ελληνικού Συντάγματος το 2001, η προστασία του φυσικού περιβάλλοντος μετατρέπεται σε υποχρέωση του κράτους και ανθρώπινο δικαίωμα (άρθρο 24, παρ. 1 Σ), από τα λεγόμενα σύμφωνα με τη συνταγματική θεωρία τρίτης γενιάς ανθρώπινα δικαιώματα ή δικαιώματα αλληλεγγύης. Σκοπός της συνταγματικής κατοχύρωσης τίθεται η προστασία του φυσικού περιβάλλοντος ως αγαθού αναγκαίου και αναπαλλοτρίωτου για την ανάπτυξη κάθε ανθρώπου, στη βάση μάλιστα της αειφορίας (άρθρο 24, παρ. 1 Σ), της μέριμνας δηλαδή που στοχεύει στη διαχρονική προστασία και κοινή απόλαυση του αγαθού και όχι στην ανάλωσή του. Η αφηρημένη αυτή στοχοθεσία εκλεπτύνεται στη συνέχεια από συνταγματικές επιταγές, όπως η υποχρέωση από το κράτος κτηματογράφησης (άρθρο 24, παρ. 2 Σ), ο πολεοδομικός σχεδιασμός υπό όρους προστατευτικούς για το περιβάλλον, την κοινότητα και την αειφορία (άρθρο 24 Σ), η έμφαση στην κοινοχρηστία (άρθρο 24 Σ), συγκροτώντας ένα ικανοποιητικό πλαίσιο συνταγματικής προστασίας.

Επιπρόσθετα και πιο ειδικά, σύμφωνα με την κλασική διάκριση του Αστικού Κώδικα, ο οποίος τέθηκε σε ισχύ στο ελληνικό κράτος το 1946, τα εκτός συναλλαγής πράγματα διακρίνονται σε δύο κατηγορίες, τα κοινά σε όλους και τα κοινόχρηστα πράγματα.1 Και οι δύο πιο πάνω κατηγορίες, το σύνολο δηλαδή των εκτός συναλλαγής πραγμάτων, θεωρούνταν γενικά ανεπίδεκτα εκμετάλλευσης και προοριζόμενα για κοινή χρήση. Στην πρώτη κατηγορία εντάσσονται στοιχεία όπως η θάλασσα και ο ατμοσφαιρικός αέρας, τα οποία δεν επιδέχονται εξουσίασης και περιορισμού. Στη δεύτερη κατηγορία των πραγμάτων κοινής χρήσης, ή αλλιώς κοινοχρήστων, ανήκουν ενδεικτικά οι αιγιαλοί, οι παραλίες, τα ποτάμια, οι λίμνες και οι όχθες τους, πράγματα τα οποία είναι δεκτικά περιορισμού και φυσικής εξουσίασης, αλλά παραμένουν συνειδητά από τον νομοθέτη σε κατάσταση κοινοχρηστίας και άρα υπό καθεστώς ειδικής και απαραίτητης προστασίας. Τα κοινόχρηστα πράγματα ανήκουν μεν κατά κυριότητα στο δημόσιο (άρθρο 968 ΑΚ), προορίζονται όμως για κοινή χρήση και μονάχα εξαιρετικά και εφόσον η παραπάνω κοινή χρήση δεν παρακωλύεται, μπορούν να παραχωρηθούν προς εκμετάλλευση (άρθρο 970 ΑΚ). Η κοινή χρήση και απόλαυση των παραπάνω πραγμάτων, χωρίς εμπόδια ιδιωτικών δικαιωμάτων, εκπορεύεται από το δικαίωμα της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας κάθε πολίτη (άρθρο 57 ΑΚ και άρθρο 5 Σ).

Το παραπάνω χαλαρό ρυθμιστικό πλαίσιο φαίνεται να προέκυψε με στόχο την προστασία του κοινού χαρακτήρα των εκτός συναλλαγής πραγμάτων, τη διαφύλαξη της απρόσκοπτης απόλαυσής τους από κάθε φυσικό πρόσωπο και όχι την εξαντλητική ρύθμιση των δημόσιων αυτών χώρων και στοιχείων, όσον αφορά τους τρόπους, τα μέσα και τους χρόνους αυτής της χρήσης. Παράδοξα, ο σκοπός του πιο πάνω πλέγματος ρυθμίσεων ήταν η παραμονή των εκτός συναλλαγής πραγμάτων, εκτός ρύθμισης και η απόλαυσή τους σε αυτό το αρρύθμιστο καθεστώς από τον καθένα και καθοιονδήποτε τρόπο, ο οποίος δεν αλλοιώνει τη δυνατότητα κοινής χρήσης τους. Κρίσιμη είναι βέβαια η διάκριση της χαλαρής ρύθμισης από την οριοθέτηση. Η ελλιπής οριοθέτηση και καταγραφή των πραγμάτων εκτός συναλλαγής, όπως η καθυστέρηση κτηματογράφησης των δημόσιων ακινήτων, εξέθετε, όπως και αποδείχτηκε, σε κίνδυνο τα εκτός συναλλαγής πράγματα. Μία τέτοια οριοθέτηση θα πραγμάτωνε ουσιαστικά τη συνταγματική κατοχύρωση των εκτός συναλλαγής πραγμάτων και της κοινοχρηστίας ως δικαιώματος.

 

Το πλέγμα των νεότερων ρυθμίσεων ως πλήρης επαναπροσδιορισμός των κοινών

Σταδιακά και κυρίως με τον νόμο 2971/2001, ο οποίος τόσο σε επίπεδο ορισμών όσο και σε επίπεδο περιεχομένου ρυθμίσεων προοικονόμησε το επίμαχο σχέδιο νόμου, ο σκοπός και το καθεστώς των παραπάνω χώρων και στοιχείων μετατοπίζεται. Με τον νόμο 2971/2001 ρυθμίζεται λεπτομερέστερα η δικαιοδοσία του κράτους να παραχωρεί προς εκμετάλλευση αιγιαλούς και παραλίες (άρθρο 13 επ. Ν. 2971/2001). Η εξέλιξη αυτή, όχι τυχαία, πραγματοποιείται παράλληλα με ένα διαφοροποιημένο επανορισμό των παραπάνω στοιχείων. Στοιχεία των εκτός συναλλαγής πραγμάτων μεταπίπτουν σε εντός συναλλαγής πράγματα. Για παράδειγμα, οι παλαιοί αιγιαλοί προσδιορίστηκαν ως ιδιωτική περιουσία του ελληνικού δημοσίου (άρθρο 2, παρ. 5, Ν. 2971/2001) και άρα ελεύθερα εκμεταλλεύσιμη, εντός συναλλαγής ιδιοκτησία.2 Ταυτόχρονα έννοιες απομακρύνονται σταδιακά από τη συνήθη σημασία τους. Για παράδειγμα, η παραλία από ζώνη παράλληλη στον αιγιαλό, όπου το επιτρέπει η γεωγραφία του εδάφους, τείνει να σημαίνει μια κάθετη ζώνη πρόσβασης στον αιγιαλό, όποτε αυτή κρίνεται απαραίτητη. Βαθαίνοντας αυτή την πορεία υπερρύθμισης, χώρων που στοιχειοθετούσαν τον δημόσιο χώρο και την κοινή χρήση και ως τέτοια παρέμεναν αρρύθμιστα, όπως και μετατόπισης των συνήθων ορισμών, το σχέδιο νόμου για την Οριοθέτηση, διαχείριση και προστασία αιγιαλού και παραλίας θεμελιώνει μια επικίνδυνη εποχή για την παράκτια γεωμορφολογία, την κοινή χρήση, την κοινότητα και τον ίδιο τον κανονιστικό λόγο.

Χαρακτηριστικά είναι τα πρώτα άρθρα του σχεδίου, τα οποία θέτουν τους σχετικούς ορισμούς. Η παραλία, όπως σημειώθηκε πιο πάνω, συνιστά μια ζώνη ξηράς, η οποία προστίθεται στον αιγιαλό όταν είναι αναγκαία για την επικοινωνία της ξηράς με τη θάλασσα (άρθρο 1, παρ. 2 σχεδίου νόμου). Δεδομένου του απροσδιόριστου χαρακτήρα αυτής της αναγκαιότητας, όπως άλλωστε και κάθε προστατευτικού για την κοινοχρηστία και το περιβάλλον όρου του σχεδίου νόμου, η γεωγραφία των παράκτιων περιοχών επιδιώκεται να μετατραπεί όχι απλώς σε ένα ασυνεχές πεδίο, όπου λίγοι θα έχουν πρόσβαση με αγοραίους όρους, αλλά σε ένα πεδίο από εκμεταλλεύσεις, στο οποίο θα αποκλείεται, εξ ορισμού, η κοινή χρήση, τουλάχιστον στην ουσία της. Η παραλία από κοινόχρηστο αγαθό μετατρέπεται σε μια εργαλειακή και εμπορικά εκμεταλλεύσιμη ζώνη πρόσβασης στη θάλασσα, ακαθόριστου μάλιστα πλάτους, το οποίο δεν μπορεί να υπερβαίνει τα πενήντα μέτρα (άρθρο 5, παρ. 1 σχεδίου νόμου). Παρόμοια ρυθμίζονται οι παρόχθιες ζώνες των ποταμών και των λιμνών.

Ταυτόχρονα, ως προσδιοριζόμενος από το ίδιο το σχέδιο νόμου προορισμός κοινόχρηστων πραγμάτων, όπως οι αιγιαλοί, οι παραλίες, οι όχθες των ποταμών και των λιμνών και οι παρόχθιες ζώνες, τίθεται η ελεύθερη και ακώλυτη επικοινωνία της ξηράς με τη θάλασσα, τον ποταμό ή τη λίμνη (άρθρο 2, παρ. 3 σχεδίου νόμου). Το σχέδιο νόμου αποτρέπει την κοινοχρηστία και μετατρέπει τα στοιχεία που την εξυπηρετούν σε εργαλειακά ακίνητα, τα οποία είτε χρήζουν εκμετάλλευσης, είτε πρακτικά καταλήγουν σε αυτήν εξασφαλίζοντας τη στοιχειώδη ρυμοτομία των επικείμενων δομών που θα αλώσουν την παράκτια περιοχή της χώρας. Ομοίως ρυθμίζεται η δυνατότητα παραχώρησης θαλάσσιας περιοχής (άρθρο 13 σχεδίου νόμου), ενώ, όπως σημειώθηκε, η θάλασσα –όπως και ο ατμοσφαιρικός αέρας– παραδοσιακά σύμφωνα με τη νομική θεωρία δεν ανήκουν κατά κυριότητα στο δημόσιο, αλλά γίνονται δεκτά ως ανεπίδεκτα εξουσίασης, κοινά για όλους πράγματα στα οποία το δημόσιο διατηρεί απλώς κυριαρχικά δικαιώματα.

Η δυνατότητα εκμετάλλευσης, υπό συγκεκριμένους όρους και χωρίς να ακυρώνεται η κοινοχρηστία τέτοιας σημασίας αγαθών, δεν είναι εξ ορισμού το πρόβλημα. Το πρόβλημα είναι η αλλοίωση, αν όχι ακύρωση, του κοινόχρηστου χαρακτήρα των πραγμάτων αυτών ως κοινωνικών αγαθών. Ο τρόπος που προκρίνεται από το σχέδιο νόμου για την εκμετάλλευση των αιγιαλών, παραλιών, θαλασσών, λιμνών, ποταμών, οχθών ποταμών και λιμνών και παρόχθιων ζωνών θα μπορούσε υποθετικά να συνοψιστεί σε ένα και μόνο άρθρο:

Επιτρέπεται η παραχώρηση εκτός συναλλαγής πραγμάτων ύστερα από απόφαση της σχετικής επιτροπής και με καθορισμό εύλογου ανταλλάγματος. Οι μη καταβάλλοντες το απαραίτητο αντάλλαγμα, τιμωρούνται με διοικητικά πρόστιμα.

 

Η παραπάνω υπόθεση βοηθά τη συνολική κατανόηση ενός σχεδίου νόμου εξαιρετικά πολύπλοκου, περιπτωσιολογικού και περιγραφικού, το οποίο περισσότερο αφηγείται τις συμφωνίες που έχουν γίνει για την εκχώρηση του μεγαλύτερου παράκτιου τμήματος της χώρας παρά ρυθμίζει κανονιστικά και αναγκαία αφηρημένα, προστατεύοντας την κοινοχρηστία και το περιβάλλον. Οι αιγιαλοί, οι όχθες, οι ποταμοί και οι λίμνες, οι παραλίες και οι παρόχθιες ζώνες, όπως και τμήματα της θάλασσας, είναι δυνατόν να παραχωρηθούν προς εκμετάλλευση σε ιδιώτες, αφού οριοθετηθούν από ειδικές επιτροπές ύστερα από μια διαδικασία της οποίας τα ακριβή στάδια και κριτήρια δεν προσδιορίζονται (άρθρο 10 επ. σχεδίου νόμου). Επιπλέον δεν προβλέπεται έλεγχος των χρήσεων των εκμεταλλεύσεων από το δημόσιο, ενώ σε κάποιες περιπτώσεις επιτρέπεται η καθοριστική επέμβαση στο φυσικό περιβάλλον, η οποία θα επιφέρει την ανεπίστρεπτη αλλοίωσή του. Χαρακτηριστική είναι η πρωτοφανής δυνατότητα που δίνει το σχέδιο νόμου υπό τον τίτλο ειδικές περιπτώσεις παραχώρησης, σύμφωνα με την οποία επιτρέπεται η παραχώρηση τμημάτων της θάλασσας και η επιχωμάτωσή τους από την όμορη τουριστική εκμετάλλευση, εφόσον η τελευταία ανήκει στις λεγόμενες Στρατηγικές επενδύσεις (άρθρο 13, παρ. 5 σχεδίου νόμου).3 Στους στρατηγικούς επενδυτές δίνεται το δικαίωμα επιχωμάτωσης 5 τετραγωνικών μέτρων ανά συντηρούμενη στην εκμετάλλευσή τους κλίνη. Παρόμοια το σχέδιο νόμου επιτρέπει την προσάμμωση αιγιαλών για την εξυπηρέτηση των λουομένων (άρθρο 13, παρ. 2 σχεδίου νόμου), την τοποθέτηση πλωτών εξεδρών και την κατασκευή θαλάσσιων πάρκων (άρθρο 13, παρ. 1 σχεδίου νόμου), την τοποθέτηση ομπρελών και καθισμάτων, την κατασκευή προσωρινών κατασκευών για τη λειτουργία αναψυκτηρίων και αθλοπαιδιών (άρθρο 11, παρ. 1 σχεδίου νόμου). Το εμβαδόν, οι όροι και το ακριβές αντάλλαγμα των παραπάνω χρήσεων δεν προσδιορίζεται. Παρά τον τίτλο του, το σχέδιο νόμου για την Οριοθέτηση, διαχείριση και προστασία αιγιαλού και παραλίας δεν θέτει ούτε καν αδρά ένα προστατευτικό πλαίσιο για τα κοινόχρηστα στα οποία αναφέρεται.

 

Όχι ρύθμιση, απλώς περιγραφή

Τη διαχειριστική και αντικοινωνική αφήγηση της ανέκκλητης καταστροφής του φυσικού περιβάλλοντος, της ολοκληρωτικής αλλοίωσης της κοινοχρηστίας και της συναλλακτικής αντιμετώπισης των εκτός συναλλαγής πραγμάτων ολοκληρώνει η νομιμοποίηση των αυθαιρέτων με την καταβολή του αντίστοιχου ανταλλάγματος (άρθρο 15 σχεδίου νόμου). Η τελευταία αυτή πρόβλεψη αναδεικνύει την προσβολή των συνταγματικά κατοχυρωμένων δικαιωμάτων απόλαυσης και χρήσης, χωρίς εμπράγματες ή ενοχικές αξιώσεις, του φυσικού πλούτου (άρθρα 5 και 24 Σ). Εκείνοι που προσβάλλουν την κοινοχρηστία και καταπατούν τα κοινά, δεν αντιμετωπίζονται από την πολιτεία ως προσβολείς δικαιωμάτων, αλλά ως απλοί οφειλέτες διοικητικών προστίμων (άρθρο 18 σχεδίου νόμου). (Κατ’ ειρωνεία με παρόμοιο τρόπο –διοικητικού προστίμου– με τους ιδιοκτήτες αυθαίρετων πολυτελών κατοικιών αντιμετωπίζονται ελεύθεροι κατασκηνωτές, οι οποίοι χρησιμοποιούν αιγιαλούς και παραλίες όχι ως νομείς, κάτοχοι ή κύριοι των κοινοχρήστων αλλά ως πραγμάτωση του δικαιώματός τους στην κοινή χρήση για σύντομα χρονικά διαστήματα και με ελάχιστες συγκριτικά επιπτώσεις στο φυσικό περιβάλλον.) Τόσο ο νόμος όσο και η ανομία τίθενται έτσι υπό καθεστώς μόνιμης διαχείρισης και όχι αξιακής, δικαϊκής εξέτασης. Αιτία αυτής της αντιμετώπισης είναι ακριβώς το διακύβευμα της πολιτικής που ακολουθείται με ιδιαίτερη ένταση την τελευταία τετραετία: η είσπραξη οικονομικών ανταλλαγμάτων από την εκχώρηση υποτιμημένων δημόσιων αγαθών. Η διαχείριση αυτή πραγματοποιείται είτε υπό την ανάγκη μιας κρίσης είτε στο όνομα της ανάπτυξης.

Ανεξάρτητα από το περιεχόμενο, εκείνο που στερείται το σχέδιο νόμου για την Οριοθέτηση, διαχείριση και προστασία αιγιαλού και παραλίας για να μπορεί κανείς να συμμετάσχει σε ουσιαστική διαβούλευση για την προσαρμογή των ρυθμίσεών του είναι ο ίδιος ο κανονιστικός λόγος. Όπως υπονοήθηκε ήδη, πέρα από οποιαδήποτε άλλη ειδικότερη πολιτική ή κοινωνική προσέγγιση και κριτική, το σχέδιο εξαντλείται σε μια νομοτεχνικά απαράδεκτη περιπτωσιολογία, η οποία δεν καταλύει απλώς το καθεστώς των αιγιαλών, των παραλιών και των λοιπών εκτός συναλλαγής πραγμάτων, αλλά περιγράφει το παράκτιο και το παρόχθιο τοπίο της Ελλάδας με βάση επενδυτικές συμφωνίες, σχέδια και διευκολύνσεις. Ο κανόνας δικαίου οφείλει να είναι μια ανοικτή δυνατότητα και όχι μια προαποφασισμένη πλήρως διαταγή. Η περιγραφικότητα του σχεδίου νόμου παραβλέπει την ίδια την κανονιστική, αναγκαία αφηρημένη, φύση της αξιακής νομικής προστασίας. Οι όροι εκμετάλλευσης, τα κριτήρια, τα τεχνικά χαρακτηριστικά τους, τα ανταλλάγματα παραχώρησης, παραμένουν ασαφή και στη δικαιοδοσία σχετικών, απροσδιόριστων, επιτροπών. Τελικά το ίδιο το νομοθετικό σώμα μετατρέπεται πλέον σε μια διαχειριστική επιτροπή, η οποία δεν οργανώνει και κανονίζει την ποιότητα ζωής των πολιτών σύμφωνα με τους νόμους, την κοινωνική συναίνεση και το Σύνταγμα, αλλά ανακοινώνει και περιγράφει τους προειλημμένους τρόπους με τους οποίους εκχωρεί ακόμα και πράγματα που δεν μπορούν να ανήκουν, γιατί έχουν τεθεί εξ ορισμού εκτός συναλλαγής.

 

Από την αξιακή κυβερνεία στην εξαιρετική διαχείριση

Η περιγραφική μορφή του σχεδίου νόμου συναντάται όλο και πιο συχνά πλέον στη νομοθετική πράξη και ανήκει σε ένα είδος διακυβέρνησης, το οποίο έχοντας αξιολογήσει με δικά του κριτήρια πως διανύει μια περίοδο εξαιρετική, δεν λειτουργεί με αφηρημένα, εκ των προτέρων τεθειμένα αξιολογικά κριτήρια, αλλά ανακοινώνει κατά περίπτωση τις αποφάνσεις του με κείμενα που υποτίθεται ότι διαθέτουν τον χαρακτήρα της apriori τεθειμένης ρύθμισης. Το σχέδιο νόμου για την Οριοθέτηση, διαχείριση και προστασία αιγιαλού και παραλίας ήταν μία εκ των υστέρων περιγραφή, ένας προαναγγελθείς θάνατος. Τα χαρακτηριστικά του προδίδουν μία διαχειριστική και όχι κανονιστική αξιακή προστασία και οριοθέτηση. Αυτή κατανοείται στο γενικότερο νεοφιλελεύθερο μοντέλο αστικής δημοκρατίας, όπου η βασική ποιότητα της εξουσίας είναι η μετατροπή της πολιτικής και κοινωνικής φύσης της κυβερνείας σε μια διαχειριστική και απολιτική διευθέτηση. Το διαχειριστικό είδος διακυβέρνησης υπό καθεστώς κρίσης δεν κρίνει, δεν κυβερνά, αλλά υποδύεται πως κυβερνά ενώ διαγγέλλει, εκποιεί, χειρίζεται και καταστέλλει.

Τελικά, εκείνο που οφείλει να αξιώνει η κοινότητα, όσον αφορά τη ρύθμιση των εκτός συναλλαγής πραγμάτων, δεν είναι ένα προστατευτικό νομοθέτημα, το οποίο θα φροντίζει το περιβάλλον και θα εγγυάται την κοινοχρηστία. Το πλαίσιο αυτό ήδη υπάρχει και είναι ικανό να πλαισιώσει ρυθμιστικά τα αναγκαία μέτρα (κτηματογράφηση, κατεδάφιση αυθαιρέτων, δραστηριοποίηση ελεγκτικών μηχανισμών). Η αληθινά προστατευτική πρόταση είναι η μη περαιτέρω ρύθμιση. Το νεωτερικό δίκαιο κατά μία σημαντική παράδοση τείνει να οργανώνει και να ρυθμίζει νομικά σημαντικές έννομες σχέσεις και να αφήνει αρρύθμιστες εκείνες οι οποίες για τον οποιονδήποτε λόγο δεν κρίνει πως το αφορούν. Η εξαντλητική οργάνωση ενός πεδίου όπως ο δημόσιος χώρος, το οποίο οφείλει, για να παραμένει κοινό στη χρήση, να παραμένει ανοικτό σε όλες τις δυνατές τροπικότητες εκείνων που θα πραγματώσουν την κοινοχρηστία, είναι λάθος κατεύθυνση, ακόμα και αν γίνεται λόγος για ένα νομοθέτημα αγαθό στις προθέσεις του. Με άλλα λόγια, η κοινή χρήση εξ ορισμού δεν μπορεί να είναι προαποφασισμένη και περιγραμμένη χρήση.

Η έννοια του δημόσιου χώρου και της κοινοχρηστίας έχει αλλοιωθεί αν όχι μεταλλαχθεί εξ ολοκλήρου στην ουσία της. Η περιγραφόμενη εκποίηση των κοινών έχει ξεκινήσει πολύ νωρίτερα στη νομική και πολιτική ιστορία της Δύσης, και αυτή η πορεία είναι ιδιαίτερα δύσκολο να αποτραπεί. Αυτή είναι μία πραγματική κρίση, στην οποία καλούμαστε να απαντήσουμε αυτόνομα και συλλογικά. Πραγματική σε σχέση με την επικαλούμενη κρίση στο πλαίσιο της οποίας οι κυβερνήσεις υποδύονται πως κυβερνούν τάχα επίπονα αλλά αναγκαία. Υποδύονται όχι απλώς επειδή ετεροκαθορίζονται από εξωτερικές δυνάμεις, αλλά επίσης επειδή η ίδια η έννοια της πολιτικής αποδεικνύεται υπό ένα συνεχιζόμενο καθεστώς κρίσης μία απολιτική και αντικοινωνική διαχείριση εξαιρέσεων και όχι μια αξιακή, πολιτική και συνταγματική κυβερνεία

files/chronosmag/themes/theme_one/faviconXronos.png

  ΧΡΟΝΟΣ 17 (09.2014)