θραύσματα, και όχι χρέη, είμαστε

 

Ο Γιάνης Βαρουφάκης και το πρότυπο του σκεπτόμενου υπουργού

Θάνος Ζαρταλούδης

 

Είμαστε θραύσματα και όχι χρέη, η ζωή μας δεν είναι η ζωή των δικαιωμάτων,
ως η άλλη όψη των υποχρεώσεων που δεν θα εκπληρωθούν ποτέ, αλλά της ελεύθερης χρήσης τους.
Γι’ αυτό τον λόγο, όμως, όλα γίνονται πιο σημαντικά, πιο δυναμικά και πιο υπεύθυνα, παρά το αντίθετο.

 

Είναι από τις φορές που αξίζει κανείς να σημειώσει την ιδιάζουσα εμφάνιση του σκεπτόμενου υπουργού. Ένας σκεπτόμενος υπουργός δεν είναι αίφνης και ένας καλός υπουργός, αλλά είναι τουλάχιστον ένας υπουργός που σκέφτεται και δεν κυβερνά ως απολιτικοποιημένος διαχειριστής· συνεπώς, διατηρεί πάντα έναν αριθμό δυνατοτήτων, χωρίς να τις περιστείλει εκ των προτέρων. Τι είδους δυνατότητες; Όχι προς τούτο ή εκείνο το εσχατολογικό ή άλλο περισσότερο μετριοπαθές τέλος, αλλά προς το Ευ ζην. Μία ζωή που δεν μπορεί να αποχωριστεί το πρόθεμά της και ένα πρόθεμα που αρνείται να αποχωριστεί τη ζωή. Πιθανόν, ο δυνάμει καλός υπουργός να έχει αντιληφθεί πως δεν υπάρχει κυρίαρχος αφέντης στη μεγαλειότητα του οποίου η υπουργία του οφείλει την ύπαρξή της ή τη νομιμοποίησή της. Τι γίνεται όμως με το Ευ-, αν δεν υπάρχει πρόγραμμα ή τέλος;

Από κάπου πρέπει να ξεκινήσει κανείς. Για παράδειγμα, σήμερα φαίνεται να παρουσιάζεται μια ευκαιρία να επιχειρηθεί ένας ριζικός ανασχεδιασμός και ένας σημαντικός αναστοχασμός κρίσιμων δομικών στοιχείων της ελληνικής κουλτούρας και κοινωνίας: παιδεία, τέχνες, πολιτισμική κληρονομιά, τουρισμός, γειτονιά (με τη χωρική, όσο και με την ευρύτερη ηθική της έννοια: ένας κοινοτικός τρόπος ζωής). Αφουγκράζεται κανείς υποσχόμενους ψιθύρους από ανθρώπους, οι οποίοι φαίνεται να μην αρέσκονται σε νεοφιλελεύθερες υποσχέσεις· και αυτό είναι αρκετά ελπιδοφόρο. Ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. βρίσκεται εντός αυτής της συγκυρίας. Αυτά είναι καλά νέα.

Επιπλέον, στον βαθμό που η σκέψη προϋποθέτει ερωτήσεις, η επιστροφή των τελευταίων είναι ευπρόσδεκτη και πολυαναμενόμενη· ειδικά, καθώς οι ερωτήσεις φαίνεται να λάμπουν με ιδιαίτερο τρόπο κάτω από τον ελληνικό ήλιο. Μια κυβέρνηση, η οποία ρωτά «Ποιό χρέος;», «Ποια μεταναστευτική πολιτική;», «Ποιό σύστημα πρόνοιας;», και η οποία δεν επαναπαύεται απλώς στο βολικό και μακροημερεύον, ήδη υπάρχον, συνονθύλευμα από προηγούμενα παραδείγματα διακυβέρνησης που προκαλούν παραισθησία, είναι μια προφανώς καταρχήν συμπαθής κυβέρνηση, η οποία εμπλέκεται και αφορά τη ζωή των ανθρώπων παρά τη δική της τάχα υπερβατική –όσο και μικροπολιτική– εικόνα. Ο συγχρονισμός των πολιτικών με τον τόνο που δίνει η πολυσχιδής πραγματικότητα θα μπορούσε να επανακτήσει όχι μια εφήμερη πολιτική εμπιστοσύνη αλλά έναν συνεχή δημιουργικό ρυθμό πίστης στους θεσμούς ως κοινά.

Επιπλέον, δεδομένου ότι οι ερωτήσεις απαιτούν κάποια παρρησία, είναι διπλά ευπρόσδεκτο να ακούγονται μερικές από τους νέους υπουργούς, που κάνουν δηλώσεις όλο και λιγότερης, κενής πολιτικής ρητορείας· και όχι, ως συνήθως, εκείνης του χειρίστου είδους, η οποία συνθέτει μανιφέστα γενίκευσης, ναυτίας, σλόγκαν, ύβρεων και κατασκευής πολιτικής καριέρας. Έναν λόγο στον οποίο εθιστήκαμε και τρέμουμε μήπως επιστρέψει. Ελπίζει κανείς πως όλο και περισσότεροι υπουργοί δεν φοβούνται μην αποτύχουν και πως δεν διστάζουν να αναλάβουν την προσωπική και πολιτική ευθύνη της εξουσίας που ασκούν. Αυτή η στάση θα συνιστούσε την ευ-πορεία, ακόμα και στην αποτυχία.

Αυτά ακριβώς τα στοιχεία θα μπορούσαν να βοηθήσουν, ειδικά όταν η μεγαλύτερη πρόκληση είναι εγγεγραμμένη στην ερώτηση «Ποια πολιτική οικονομία για την Ελλάδα (και την Ευρώπη);». Στο σημείο αυτό ο όρος πολιτική καθίσταται ουσιαστικά ισάξιος σε έμφαση με τον όρο οικονομία. Και έτσι οφείλει να είναι. Για να αναφερθούμε σε ένα απτό παράδειγμα, στον νέο υπουργό Οικονομικών της Ελλάδας Γιάνη Βαρουφάκη, βρίσκει κανείς (όπως φαίνεται για την ώρα τουλάχιστον) κάποια από τα παραπάνω χαρακτηριστικά και αυτά αποκαλύπτουν καταρχήν μια νοήμονα διαπραγμάτευση που έχει κάνει με τον θραυσματικό εαυτό του. Και είναι ανανεωτικό εξίσου και για τον ΣΥ.ΡΙΖ.Α. να ενεργοποιεί την αποφασιστική του συμμετοχή και συμβολή σε μία από τις αναμφίβολα πιο κρίσιμες στιγμές της ευρωπαϊκής πολιτικής σκακιέρας. Γιατί είναι γεγονός πως η πολιτική αποτελεί μια σκακιέρα. Πώς αλλιώς θα μπορούσε να είναι; Τουλάχιστον όμως στους λάτρεις του σκακιού είναι κοινώς αποδεκτό πως το καλύτερο παιχνίδι δεν είναι αναγκαία εκείνο που αναδεικνύει έναν νικητή. Είναι οι κινήσεις που μετρούν. Άραγε θα ήταν ποτέ δυνατόν η ευρωπαϊκή πολιτική σκακιέρα να παύσει αποφασιστικά να νοείται ως ένα πεδίο νίκης και ήττας;

Επιπροσθέτως, είναι σημαντικό να απόσχει κανείς από τη διθυραμβική προσωποκεντρική πολιτική, με την οποία τόσο οι Έλληνες όσο και άλλοι είναι εξοικειωμένοι. Είναι μια ατίθαση τραμπάλα αυτή η ελληνική ψυχή και έχουν όντως αλλάξει πολλά από την εποχή του Αριστοτέλη… Βάζοντας στην άκρη οποιαδήποτε ήδη εξυμνημένα (και γιατί όχι σε έναν βαθμό αξιόλογα) προσωπικά γνωρίσματα του σκεπτόμενου υπουργού (τα οποία αβαντάρουν, όσο και ίσως εμποδίζουν τον υπουργό οικονομικών, όπως συμβαίνει με κάθε άνθρωπο), η περίπτωση ενός μη πολιτικού ο οποίος τις περισσότερες φορές δεν μιλά ή έστω δεν φέρεται σαν συμβατικός πολιτικός είναι ένα απροσδόκητα θετικό βήμα στη σωστή κατεύθυνση της ανανέωσης της πολιτικής ζωής στην Ελλάδα και ίσως και αλλού. Το ότι ακούγεται ένας υπουργός να μιλά διατηρώντας μια αίσθηση επιχειρήματος και χωρίς το ακροατήριο να βιάζεται να εκκενώσει το στομάχι του ακούγοντας τον λόγο του, παραμένει μια γνήσια έκπληξη των τελευταίων μηνών. Ίσως στην πολιτική, όπως και στη ζωή, να πρέπει κανείς καταρχήν να ακούει το στομάχι του. Ειδικά όταν οι πολιτικοί λόγοι τις τελευταίες δεκαετίες έχουν γίνει αφόρητοι ή ξεκαρδιστικοί ή, για την ακρίβεια, και τα δύο.

Από την άλλη, στην κατεύθυνση της επαναπολιτικοποίησης της οικονομίας αξίζει να σημειωθεί μία δεύτερη, μεγαλύτερη πρόκληση· και αυτή δεν είναι απλώς η ανάδειξη του πολιτικού χαρακτήρα κάθε οικονομίας, η οποία χρήζει επάξια αυτή τη στιγμή έμφασης, αλλά επιπλέον η αποκάλυψη του ελέφαντα στο δωμάτιο, όπως λένε οι Αγγλοσάξονες, ο οποίος κείται κάτω από κάθε πολιτική οικονομία σαν μια φασματική τρίτη ξεχασμένη λέξη, εντός και παρά της φράσης πολιτική οικονομία: μια δίκαιη πολιτική οικονομία. Η δικαιοσύνη, η πολυδυσφημισμένη θεά, δεν θα μας επισκεφτεί ποτέ βέβαια. Η απόλυτη δικαιοσύνη παραμένει πάντα πέρα από μας, όχι όμως με την έννοια της αδυνατότητας ή της μεταφυσικής απολυτότητας (κάτι τέτοιο θα παρέμενε εξίσου ηγεμονικό). Η ανθρώπινη δικαιοσύνη, αντίθετα, θα πρέπει να εννοηθεί συμπεπλεγμένη με την έννοια της ίδιας της ύπαρξης: η δικαιοσύνη ως η κατάσταση θραυσματικής (και ποτέ απόλυτης) ορατότητας, η έκθεση του πώς της πολιτικής και κοινοτικής ζωής. Αν το ποσοστό της φτώχειας στη χώρα είναι υψηλό, μια δίκαιη πολιτική οικονομία δεν μπορεί να παραβλέψει ή να υποβαθμίσει το γεγονός (δεν έχει τίποτα να εκδικηθεί, σε τίποτα να ανεγείρει μνημείο· η δικαιοσύνη δεν αξιώνει τίποτε άλλο παρά την ορατότητα της ύπαρξης ως είναι). Η δικαιοσύνη σε αυτή την περίπτωση οφείλει να γίνει η πολιτική οικονομία των φτωχών. Αν από την άλλη οι θεσμοί σε κάποιες πτυχές τους είναι δυσλειτουργικοί, δεν μπορούν απλώς να ξανασερβιριστούν με κάποιο είδος ρητορείας-φούσκας (η οποία θα καταλήξει σε μια νέα καταχώριση στα αχανή αρχεία της μαύρης τρύπας της λεγόμενης διακυβέρνησης), αλλά θα πρέπει να εκτεθούν ως τέτοιοι, να γίνουν αντικείμενο κριτικής και δίκαιου κανονιστικού ανασχεδιασμού. Αν το σύστημα κοινωνικής πρόνοιας δεν είναι στην πράξη του επαρκώς κοινωνικό ούτε πρόνοιας, ας αποκαλυφθεί ως τέτοιο κ.ο.κ. Δεδομένου ότι μια τέτοια κατανόηση του πολιτικού ήταν αδιανόητη στην Ελλάδα τα προηγούμενα χρόνια, παρουσιάζεται τώρα μια ευκαιρία που ίσως να συγκροτεί περισσότερο έναν τρόπο ζωής σε πολιτικό, οικονομικό και υπαρξιακό επίπεδο παρά έναν ακόμα αέναα απομακρυσμένο τόπο, τον οποίο είθε να κατοικήσουμε.

Επιπλέον, αν η πολιτική ρητορεία και η εξουσιαστική διαχείριση είναι ένα ανάχωμα στο να καταστεί ορατό αυτό που υπάρχει, το άλλο εξίσου κρίσιμο εμπόδιο είναι η ίδια η θεαματική και κενή διαμεσολάβηση της ύπαρξης ως τέτοιας. Κάποτε ειπώθηκε πως η κοινωνική σχέση έχει η ίδια μετατραπεί σε θέαμα (Debord). Στην Ελλάδα αυτό έχει πραγματωθεί (όπως και στις περισσότερες χώρες), αλλά πρέπει να υπενθυμίσουμε πως οι παλιές καλές μέρες του καταναλωτισμού (ή της καταμέτρησης της φτώχειας ως υποκαταναλωτισμού) προχώρησαν ακόμα πιο πέρα: το θέαμα, που υποκαθιστά τις κοινωνικές σχέσεις, στην πραγματικότητα ήταν επίσης κενό (αναλωμένο). Μόνο που τώρα, αυτή η κενότητα έχει την ευκαιρία να εκτεθεί, όπως ακριβώς αυτή κείται μέσα σε ό,τι αποκαλείται εαυτός ή κοινότητα. Βέβαια ο κοινός μας κατακερματισμός δεν κατόρθωσε ποτέ να αντιπερισπάσει τη διαρκή, μεγάλη πράξη της κατανάλωσης. «Ευτυχισμένες μέρες». Όμως, τι και αν υπάρχει –μεταξύ άλλων– εδώ μία ευκαιρία να αντικρίσουμε τα θραύσματα από τα οποία συντελούμαστε και να μην τα παραβλέψουμε, να μην τα παραμερίσουμε;

Όταν καθετί, διαμεσολαβημένο όπως είναι, τείνει να ακυρώνει ακόμα και τον κατακερματισμένο θόρυβο μιας συνολικής κενότητας, εκείνο το βουητό που ακούει κανείς πίσω από μια μεσοτοιχία, τότε η ζωή κατανοείται σαν μια απλή φόρμα· μια ιστορία άξια μόνο ως αντικείμενο αφήγησης ή λήθης, κάθε φορά σύμφωνα με τη λογιστική διαχείρισης προμηθειών, η οποία διέπει τις «ευτυχισμένες μέρες». Όμως δεν είμαστε λογικές ή λογιστικές ιστορίες, ούτε μπορούμε να γίνουμε. Από θραύσματα είμαστε καμωμένοι, και τα χρέη μας δεν αναμένουν διαπραγμάτευση, (ή λύση), αλλά αντιμετώπιση του γίγνεσθαι της ζωής τους. Μια ζωή λογιστικά αρχειοθετημένη, επιδέξια, τάχα με προσθαφαιρέσεις, αποκρούει διαρκώς το αντίκρισμα του γίγνεσθαι. Η αποτυχία όμως καθαυτήν δεν είναι ένα πρόβλημα σε αναζήτηση λύσης, ούτε αξιώνει κάποια ηρωική έκθεση του εαυτού που θα μετανοήσει και θα συγχωρεθεί. Αντίθετα η αποτυχία είναι ένα παιχνίδι στη σύνθεση της ζωής. Ή μήπως δεν έχετε βιώσει ποτέ τη διάχυτη χαρά της αποτυχίας; Η αποτυχία θα μπορούσε να διαβαστεί όχι ως αμαρτία αλλά ως απο-τυχία (όχι ως απόκλιση από το τάχα πεπρωμένο). Πρέπει να μάθουμε από μια τέτοια αποτυχία· όχι με την έννοια μιας ακόμα μηδενιστικής τάσης που αποδέχεται οποιαδήποτε μοίρα, αλλά με εκείνη μιας ζωής εύ-πορης και πιο δύσκολης τελικά, επειδή ακριβώς ελεύθερα κάνει χρήση του εαυτού (Hölderlin).

Εκείνο που θα έχει περισσότερη αξία, αν αποτολμήσει κανείς να αποδεχθεί την ύπαρξη-ως-είναι, ως δικαιοσύνη (εκτός από την προσωπική πρόσκαιρη ευφορία που είναι πιο αναγκαία από ποτέ), είναι η αποκατάσταση της θραυσματικής ορατότητας, της δυνάμει κατάστασης των πραγμάτων. Τα κοινά άλλωστε, σε υπαρξιακό επίπεδο, πάντα μας εμπλέκουν αναγκαστικά στην εμπειρία των κοινών θραυσμάτων μας και αντίστροφα, δεν υπάρχει τέλος σε αυτό. 

Τα παραπάνω οδηγούν αναγκαία στις ιδιότητες εκείνων… που δεν έχουν ποτέ γυμνές, λογιστικές ιδιότητες. Ενώ το θάρρος, η ορατότητα, ο στοχασμός και η διερώτηση, η καινοτομία και κάποια αγαπητική ελπίδα είναι εγγενή στοιχεία του κοινού αγαθού (το οποίο το ίδιο δεν μπορεί παρά να είναι θραυσματικό), στον αντίποδά τους βρίσκεται η ανελέητη απόπειρα απαλοιφής αυτών των στάσεων της ύπαρξης: η διαπραγμάτευση, η συγχώνευση, ο συμβιβασμός, η τιμωρία μάς είπαν είναι τα μονάκριβα αγαθά της κρίσης. Για εκείνους όμως που αναδεικνύουν τα παραπάνω ως απόλυτη προτεραιότητα… λαμβάνουν την αλήθεια που τους αξίζει, όπως θα το έθετε και ο Deleuze. Όχι. Δεν υπάρχει ανάγκη, ούτε δικαιολογία, ποτέ, στραγγαλισμού της ζωής. Αντιθέτως, ας τολμήσουμε να το πούμε, δεν υπάρχει καμία κρίση. Καμία κρίση δεν πρέπει, παραμερίζοντας την ύπαρξή των πραγμάτων ως είναι, να καταδικάσει την απόκριση της δικαιοσύνης.

Έτσι τα πράγματα γίνονται πιο δύσκολα, αλλά ταυτόχρονα πιο σημαντικά, πιο υπεύθυνα και πιο δυναμικά. Σίγουρα θα πρέπει να γίνει διαπραγμάτευση (αν και με περίσκεψη και πραγμάτευση), συμβιβασμός (ωστόσο με δυναμικές συμφωνίες, όσο και συγκρούσεις), και νόμοι (όμως ατελείς, ώστε να υπόκεινται σε δυνάμει αξιακή εξέλιξη και επιείκεια) κ.ο.κ.. Αξίζει να θυμάται κανείς πως οι νόμοι, με τη γενικότερη έννοια, σκοπεύουν πάντα να συγκροτήσουν την ελευθερία των ανθρώπων που έχουν υποκειμενικοποιηθεί, μόνιμα τάχα, εντός των ανελεύθερων δεσμών τους. Μία ελευθερία λοιπόν, η οποία από ειρωνεία μπορεί να κατανοηθεί μόνο ως μια συλλογική, μα εξίσου μόνιμη, απουποκειμενικοποίηση (Agamben). Όταν η καταργητικότητα, η δυνατότητα επαναπροσδιορισμού, σιωπά, τα συντάγματα και οι νόμοι μετατρέπονται σε ένα στυγνό εργαλείο, ένα νεοφιλελεύθερο μουσείο ελευθεριών και δικαιωμάτων, που αξιώνει να γίνει ο κοινός παρονομαστής της ζωής του κενού. Ο νεοφιλελευθερισμός αγαπά το κενό και το στηρίζει με κάθε μέσο. Είμαστε όμως θραύσματα και όχι χρέη, η ζωή μας δεν είναι η ζωή των δικαιωμάτων, ως η άλλη όψη των υποχρεώσεων που δεν θα εκπληρωθούν ποτέ, αλλά της ελεύθερης χρήσης τους. Γι’ αυτόν τον λόγο όλα γίνονται πιο σημαντικά, πιο δυναμικά και πιο υπεύθυνα, παρά το αντίθετο. Το δικαίωμα πραγματώνεται μόνο όταν καθίσταται ζωντανό, όχι απλώς μια φασματική ζωή που αναμένει ευγνώμων την απαράμιλλη, αέναα μετατεθειμένη στο μέλλον, πραγμάτωσή της. Καμία ύπαρξη, ποτέ, δεν πρέπει να υποφέρει έτσι τη ζωή, μια ζωή η οποία δεν μπορεί να βιωθεί παρά μόνο στο μέλλον (και η οποία θα πρέπει να τιμωρείται εις το όνομα της γύμνιας και της αδυναμίας της). Ας ελπίσουμε πως η ώς τώρα συμπαθής ελληνική κυβέρνηση θα καταστεί ικανή να εκθέσει το (υπαρξιακά ιδωμένο) ακυβέρνητο, την καταργητικότητα, ιδιαίτερα στο εσωτερικό της, αλλά και σε κάποιες έστω κομβικές στιγμές της πολιτικής ζωής. Εδώ, συνεπώς, η μόνη ελπίδα είναι πως ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α., κάποιες φορές τουλάχιστον, θα επιτύχει όσο και θα αποτύχει καλώς.

Μετάφραση-Επιμέλεια: Αθηνά Παπαναγιώτου

 files/chronosmag/themes/theme_one/faviconXronos.png

  ΧΡΟΝΟΣ 24 (04.2015)