ο κατοπτρικός λογοκριτής

 

Παρατηρήσεις για το επιχείρημα της λογοκρισίας στην πρόσφατη πολιτική περίοδο

Θεόφιλος Τραμπούλης

[Συντομευμένη εκδοχή της εισήγησης που θα παρουσιαστεί το Σάββατο 19 Δεκεμβρίου στο συνέδριο
«Λογοκρισίες στην Ελλάδα», 17-19 Δεκεμβρίου, στο Κέντρο Τεχνών του Δήμου Αθηναίων,
Βασιλίσσης Σοφίας, Πάρκο Ελευθερίας.]

 

Στο κέντρο της αντίληψής μας για τη λογοκρισία βρίσκεται η γκρίζα και γκροτέσκα μορφή του λογοκριτή. Στην ιστορική και παραδοσιακή του εκδοχή, εντός, ας πούμε, ενός απολυταρχικού καθεστώτος ή παλαιότερων μορφών δημοκρατικής συγκρότησης, ο λογοκριτής είναι η καλύτερη ενσάρκωση, η κορύφωση της γραφειοκρατικής οργάνωσης του κράτους, εκείνος που αρνείται κατεξοχήν την υποκειμενικότητα, γιατί αρνείται το λόγο και τιμωρεί τη γνώμη του ατόμου. Ο λογοκριτής εξασφαλίζει πως οι μηχανισμοί της κυριαρχίας θα λειτουργούν χωρίς αμφισβητήσεις και εξάρσεις σε μια μονότονη κανονικότητα. Υπάρχει κάτι παράδοξο στον λογοκριτή: εξαιτίας της θέσης του, βρίσκεται διαρκώς εκτεθειμένος σε ό,τι έχει καθήκον να απαγορεύει στους άλλους. Αυτός θα διαβάσει πρώτος το κήρυγμα του αιρεσιάρχη από το οποίο προστατεύει τους πιστούς, αυτός θα αποκτήσει πρόσβαση στη γνώση από την οποία απειλούνται οι προκαταλήψεις του καθεστώτος, θα καταλάβει τις ρωγμές στην προπαγάνδα της εξουσίας την οποία επιχειρεί η σάτιρα και θα δει πρώτος και κατά μόνας τις περιπτύξεις του ερωτογραφήματος που προκαλεί τα χρηστά ήθη. 

Σήμερα που πιστεύουμε πως μιλάμε από τη θέση μιας φιλελεύθερης και ανοιχτής κοινωνίας, που ελπίζουμε πως έχει οριστεί ένας κενός από θεολογία και επίσημη ιδεολογία χώρος, οποιαδήποτε προσπάθεια περιστολής του λόγου προέρχεται, θεωρούμε, από δύο πηγές: είτε από κάποιον εξωτερικό εχθρό, όπως είναι οι φανατικοί ισλαμιστές, είτε από επιβιώματα του παρελθόντος που ακόμη ψυχορραγούν ή, σε μια πιο δυστοπική τους εκδοχή, ανασυντάσσονται για να επανακτήσουν τη ζοφερή τους εξουσία. Θα ήταν θέμα μιας άλλης ανάλυσης γιατί αυτές οι μορφές, τόσο του θρησκευόμενου φονταμενταλιστή όσο και του νοσταλγού της ευταξίας, του απόστρατου αξιωματικού, του μισαλλόδοξου κληρικού ή του κεκαρμένου χρυσαυγίτη, είναι παράδοξες και γκροτέσκες εξίσου με τον παραδοσιακό λογοκριτή, κάτι που πάνω από όλα είχαν καταλάβει οι σχεδιαστές του Charlie Hebdo. Γκροτέσκες, βέβαια, αλλά όχι λιγότερο επικίνδυνες, το αντίθετο, ακόμη περισσότερο επικίνδυνες, γιατί είναι γκροτέσκες και παραμορφωμένες σε μια πολιτική συνθήκη ταραχής, δυσαρμονίας και μίσους. Εδώ θα αρκεστούμε σε τρεις επισημάνσεις που θα πρέπει να έχουμε υπόψη μας μιλώντας σήμερα για τη λογοκρισία. Αντλώντας επιχειρήματα από την πρόσφατη ελληνική επικαιρότητα, δείχνουν πόσο ανεπαρκής είναι η διπλή διχοτομία: από τη μια μεταξύ ενός καθεστώτος ελεύθερης διακίνησης των ιδεών και ενός τάχα σκοτεινού αναχρονιστικού φαντάσματος που επιχειρεί να ορίσει γνώσεις και γνώμες που δεν μπορούν να ειπωθούν· και από την άλλη, μεταξύ ενός λογοκριτή, οργανικού φορέα μιας γραφειοκρατικής εξουσίας, και ενός δυνητικά ελεύθερου ατόμου το οποίο έχει λόγο που απειλείται διαρκώς από την εξουσία του πρώτου.

Η πρώτη επισήμανση σχετίζεται με τις θεωρίες λογοκρισίας που, ακολουθώντας τον Φουκώ, έχουν αναπτύξει την τελευταία εικοσαετία συγγραφείς, όπως η Τζούντιθ Μπάτλερ και η Γουέντι Μπράουν. Σύμφωνα με τις θεωρίες αυτές, σιωπή και λόγος βρίσκονται σε μια διαρκή διαλεκτική σχέση. Κάθε σιωπή είναι η ίδια σημαίνων λόγος και καθετί που λέγεται αποσιωπά κι αυτό με τη σειρά του ό,τι δεν έχει λεχθεί. Περισσότερο ακόμη και από τη ρητή εξουσία που λογοκρίνει ό,τι της αντιτίθεται, οξύτητα και αποτελεσματικότητα στην κατασκευή της κυριαρχίας έχει το σύστημα που εγγράφεται στο υποκείμενο και ελέγχει την παραγωγή του λόγου στην πηγή της. Δεν είναι απλώς η αυτολογοκρισία, η οποία σε κάποιο βαθμό είναι συνειδητή και σκόπιμη. Είναι κυρίως αυτό που το ίδιο το υποκείμενο αντιλαμβάνεται ως λεκτό αλλά και ως δυνατόν να λεχθεί. Ό,τι κάθε φορά ξενίζει ως αδιανόητο, ό,τι κινητοποιεί μηχανισμούς που συχνά μας φαίνονται λογοκριτικοί, εγγράφεται σε ένα κυρίαρχο πλέγμα λόγων, ιδεών και συμβόλων που σε άλλες περιστάσεις φαντάζει απόλυτα αποδεκτό, αν όχι φυσικό, φυσικοποιημένο. Τα παραδείγματα της ελληνικής επικαιρότητας αφθονούν. Η λογοκρισία στο ομοφυλόφιλο φιλί του Κλείσε τα μάτια του Χριστόφορου Παπακαλιάτη ή του Downton Abbey δεν είναι απλώς συντονισμένη με τα σιελογόνα κηρύγματα του ανεκδιήγητου Αμβρόσιου· απηχεί και την αμηχανία για τη σεξουαλικότητα που διατρέχει το πολιτικό φάσμα, από την κεντροδεξιά έως την ΑΝΤΑΡΣΥΑ και το ΚΚΕ, όταν δηλώνει πως «δεν έχει σημασία τι κάνει ο καθένας σπίτι του, αρκεί να μην το δηλώνει δημοσίως», ή τις αντιλήψεις για την ορθή κατασκευή του φύλου, που λανθάνουν σε διατυπώσεις όπως «δεν με ενδιαφέρει αν ο Χ ήταν γκέι, ήταν τεράστιος άντρας». Η δίωξη εναντίον του γερμανού ιστορικού Χάινς Ρίχτερ δεν είναι ανεξάρτητη από τον ιδεότυπο του Κρητικού, που έχει αποτελέσει τη σχεδόν εθνοτουριστική αφήγηση από την εποχή του Ζορμπά και φτάνει μέχρι το viral βίντεο του τραγουδιού «Να σταθώ στα πόδια μου» του Λεωνίδα Μπαλάφα. Η περίπτωση της απαγόρευσης της ιστοσελίδας του Παστίτσιου είναι άμεσα συνδεδεμένη με την υποδοχή του Ιερού Φωτός από τα Ιεροσόλυμα το Πάσχα. Συμβαίνει ριζικά και το αντίθετο: η ενθουσιώδης κριτική υποδοχή της συλλογής διηγημάτων Γκιακ του Δημοσθένη Παπαμάρκου δεν οφείλεται μόνον στις αδιαμφισβήτητες λογοτεχνικές αρετές του συγγραφέα αλλά και στην αίσθηση ελευθερίας που αναδύει η αφηγηματική ρήξη με τα στερεότυπα της εθνικής αφήγησης περί Μικρασιατικής Καταστροφής, ιδίως αν αναλογιστούμε την αγωγή που κατέθεσαν οι κληρονόμοι του Φώτη Κόντογλου για το εξαίρετο Αϊβαλί του Soloup. 

H δεύτερη επισήμανση θα ήθελε να μεταθέσει ένα μέρος της συζήτησης για τη λογοκρισία από αυτούς που την ασκούν σε όσους ισχυρίζονται πως πλήττονται από αυτήν ή, με καλύτερη διατύπωση, να εισαγάγει στη συζήτηση έναν ακόμη παράγοντά της, ο οποίος συνήθως μας διαφεύγει: εκείνον που αντιτίθεται στη λογοκρισία. Συνήθως, δηλαδή, θεωρούμε πως απέναντι στη λογοκρισία και τα συμφέροντά της βρίσκεται ένας ανιδιοτελής και καμιά φορά ηρωικός υπερασπιστής της ελευθερίας του λόγου, ένας άγρυπνος φρουρός των αρχών του δυτικού κανόνα, χωρίς συμφέροντα και έξεις. Αυτό δεν είναι ακριβές. Ίσως το καλύτερο παράδειγμα για να καταλάβουμε τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί η αντιλογοκριτική θέση ως επιχείρημα φορτισμένο από τα κοινωνικά χαρακτηριστικά ενός δρώντος υποκειμένου είναι το αρχετυπικό παράδειγμα της σύγχρονης ελληνικής λογοκρισίας, το παράδειγμα του Outlook. Στην ιστορική και πολιτική αυτή ανάλυση, οι ρόλοι του υπουργείου Πολιτισμού, των φορέων που κατήγγειλαν το έργο του Thierry DeCordier, του Γιώργου Καρατζαφέρη, του αρχιεπίσκοπου Χριστόδουλου, του Μιλτιάδη Έβερτ, του επιμελητή της έκθεσης έχουν επαρκώς αναλυθεί. Όσοι πάλεψαν εναντίον της λογοκρισίας μένουν, ωστόσο, εκτός προοπτικής. Δεν ήταν όμως κι αυτοί ενεργοί παράγοντες σε πολλά πεδία, στο ακαδημαϊκό, το εικαστικό, το πολιτικό; Η κίνησή τους δεν διέθετε συμφέροντα εντός του πεδίου τους; Ιδίως αν αναλογιστεί κανείς πως οι επιθέσεις εναντίον του επιμελητή για υποταγή στην κρατική λογοκρισία είχαν διαδεχθεί οξείες κριτικές που είχαν διατυπωθεί πριν ακόμη τη λογοκρισία και αφορούσαν τις επιλογές του στη συγκρότηση της έκθεσης ή στον πολιτικό ρόλο που ήθελε ο ίδιος να διαδραματίσει. Με άλλα λόγια, το επιχείρημα της λογοκρισίας ήταν μέρος μιας κριτικής αντιπαράθεσης εντός του πεδίου, η οποία, αρχικά, δεν αφορούσε καθόλου τη λογοκρισία.

Η τρίτη και τελευταία επισήμανση είναι σχετική με την προηγούμενη. Αφορά κυρίως, αλλά όχι αποκλειστικά, τον τρόπο με τον οποίο αρθρώθηκε το επιχείρημα της λογοκρισίας στην περίοδο της πολιτικής πόλωσης την τελευταία πενταετία. Αυτός που καταγγέλλει τη λογοκρισία ασκεί πολιτική τόσο όσο και ο λογοκριτής. Ανήκουν συμμετρικά στο ίδιο πεδίο. Για παράδειγμα, η κριτική που ασκήθηκε σε ορισμένες γελοιογραφίες του Δημήτρη Χαντζόπουλου ή του Γιάννη Καλαϊτζή, σε απόψεις της Σώτης Τριανταφύλλου, ακόμη και στην τύχη του συνθήματος «Je suis Charlie», αντιμετωπίστηκε ως προσπάθεια τάχα φίμωσης και άσκησης λογοκρισίας. Η πολεμική εναντίον κειμένων, εικόνων και δηλώσεων αποδομήθηκε ως ζντανοφική υπερβολή ή, από την άλλη πλευρά, ως ακροκεντρώα επιθετικότητα. Σε έναν ταραγμένο πολιτικό και κοινωνικό χώρο που πάσχιζε να επιβεβαιώσει τη δημοκρατική κανονικότητά του, το επιχείρημα της λογοκρισίας αρθρώθηκε επιχειρώντας να ακυρώσει την πολιτική αντιπαράθεση, θυμίζοντας κατοπτρικά τη λειτουργία της λογοκρισίας στην παραδοσιακή της μορφή: εκεί, ένας γκρίζος και γκροτέσκος μεγάλος λογοκριτής επιχειρεί να εμποδίσει οποιονδήποτε λόγο διαταράσσει την κανονικότητα της κυριαρχίας· εδώ πολλαπλασιασμένοι σμικρυμένοι φύλακες της δημοκρατικής πολυφωνίας καταγγέλλουν κάθε κριτικό λόγο που επιβεβαιώνει την πολυπλοκότητα του πολιτικού λόγου.

files/chronosmag/themes/theme_one/faviconXronos.png

  ΧΡΟΝΟΣ 32 (12.2015)