Η μορφή του «εσωτερικού εχθρού» και τα πάθη της ελληνικής Αριστεράς

 

Σκέψεις με αφορμή το βιβλίο της Νένης Πανουργιά Επικίνδυνοι Πολίτες:
Η ελληνική Αριστερά και η κρατική τρομοκρατία (Καστανιώτης, 2013) 

 

Αθηνά Αθανασίου

 

Το βιβλίο της Νένης Πανουργιά Επικίνδυνοι πολίτες: Η ελληνική Αριστερά και η κρατική τρομοκρατία (εφεξής: ΕΠ) ανιχνεύει την ελληνική ιστορία της κρατικής τρομοκρατίας απέναντι στην Αριστερά. Παρακολουθεί τους τρόπους με τους οποίους η Αριστερά έγινε ο ιδεολογικός εχθρός του κράτους, και οι αριστεροί και οι αριστερές έγιναν εχθροί της κοινωνίας, παραδειγματικές μορφές πολιτικών απόβλητων αλλά και οριακής δυνατότητας. Η πρωτότυπη, αγγλόφωνη μορφή του βιβλίου, Dangerous Citizens: The Greek Left and the Terror of the State (Fordham University Press, 2009) τιμήθηκε με το Βραβείο Victor Turner για εθνογραφική γραφή από την Εταιρεία Ανθρωπιστικής Ανθρωπολογίας το 2011 και με το Βραβείο Edmund Keeley από την Εταιρεία Νέων Ελληνικών Σπουδών (Modern Greek Studies Association) την ίδια χρονιά.

Γράφοντας μια ιστορική ανθρωπολογία της κατασκευής του «εσωτερικού εχθρού», η συγγραφέας μάς προσφέρει ένα δοκίμιο για τη βιοπολιτική παραγωγή του ανθρώπου στο επίπεδο της πολιτικής υποκειμενικότητας. Εστιάζοντας στον οριακό πολίτη του οποίου η ζωή, το σώμα, ο νους, η πολιτική κυριότητα και ο νομικός ορισμός γίνονται πεδίο διαφιλονίκησης, εξουσίασης και ομηρίας, διερευνά τις διαδικασίες, ακόμη και τις πιο ανεπαίσθητες και αδιόρατες, μέσω των οποίων δημιουργήθηκε στα πρώτα χρόνια του 20ού αιώνα αυτή η ζώνη κινδύνου και παρα-νομίας που κατέληξε να εννοιολογείται ως «Αριστερά». Καταδύεται ερευνητικά και στοχαστικά στις πιο λεπτές πτυχές της εμπόλεμης περιοχής που είναι το υποκείμενο της ιστορίας, και ειδικότερα στην ίδια την υπαρξιακή συνθήκη τού να είσαι αριστερός και αριστερή, ή να «χαρακτηρίζεσαι» αριστερός και αριστερή, με όλες τις συνδηλώσεις αποπομπής από το πολιτικό σώμα, καθεστώτων εξαίρεσης, εξοριών, στιγματισμού, φυλακίσεων, θανατικών καταδικών, έκτακτων στρατοδικείων, και άλλων κυρώσεων που επιφυλάσσονταν στους «χαρακτηρισμένους» και απέβλεπαν δήθεν στο «κοινό καλό» αλλά και στο «δικό τους καλό».

Ο αριστερός ή η αριστερή δεν αποτέλεσαν μονάχα έναν πολιτικό κατηγορικό προσδιορισμό, αλλά και μια πολιτισμική κατηγορία που προσιδιάζει σε ό,τι συνιστά περιθώριο κατ’ αντιδιαστολή προς τη μεγάλη αφήγηση της εθνικοφροσύνης, της εθνικόφρονος ιδεολογίας και του «εθνικόφρονα πολίτη». Στο σώμα του επικίνδυνου στοιχείου και του εσωτερικού εχθρού που έγινε το αριστερό υποκείμενο στην Ελλάδα του 20ού αιώνα, η κρατική και εθνική εξουσία επεξεργάστηκε την καθιέρωση κανόνων υποκειμενοποίησης, που κινήθηκαν είτε στην καθυπόταξη εντός της χωρικής επικράτειας είτε στην εξορία ως μηχανισμό κατασκευής όσων απειλητικών περισσεύουν από το εθνικό σώμα. Ο Michel Foucault έχει δείξει την ειδική σχέση που έχει ο εμφύλιος πόλεμος με τη βιοπολιτική, κατά το ότι επιτελεί την παραγωγή ενός τύπου πολιτικού υποκειμένου, που είναι και δεν είναι πολίτης, που είναι και δεν είναι μέλος του έθνους, που είναι και δεν είναι άνθρωπος. Και που, πάνω απ’ όλα, επιτρέπει την αναστολή των θεμελιωδών αξιώσεων του αξιοβίωτου βίου σε συνθήκες έκτακτης ανάγκης (ΕΠ, σ. 119).

Παράλληλα με την ιστορία του πώς το ελληνικό κράτος κατασκεύασε την κατηγορία των «επικίνδυνων πολιτών», η Νένη Πανουργιά μας προσφέρει την πρόκληση πολύτιμων ερωτημάτων που αφορούν την πολιτική της μνήμης και τη συνύφανσή της με την πολιτική της αμφισβήτησης: Πώς παραδίδεται στη μνήμη ή στην αμνησ(τ)ία το τραύμα της Ιστορίας; Πώς δίνεται λόγος στη μνημονική ανάκληση και τις σιωπές της; Τι σημαίνει να παραδίδεται στον λόγο η σιωπή; Με ποιο τίμημα και με ποιες απώλειες επιτελείται αυτή η συνθηκολόγηση; Ποιες μορφές λόγου, αφήγησης, αρχειοθέτησης, μετάφρασης και ανθρωπολογικής γραφής καθιστούν προσωρινά δυνατή ή αμετάκλητα αδύνατη τη δεξίωση της αντι-μνήμης; Τι είδους παραδόσεις, παραχωρήσεις, υποτροπές και αντιστάσεις ενέχονται στην εμμονή αυτού που χάθηκε να επιστρέφει και να στοιχειώνει το παρ-όν της γλώσσας και της συλλογικής, παρεμπίπτουσας μνήμης;

 

Φιλό-ξενη γλώσσα

Η εξιστόρηση του ελληνικού Εμφυλίου και της κρατικής καταστολής της Αριστεράς κατέχει μια ιδιαίτερη θέση στη γενεαλογία αυτής της ερωτηματοθεσίας και στο πεδίο που ορίζεται αβέβαια από εκείνο το «θέλω να πω για τη μεγάλη σιωπή» της Ελένης Βακαλό («Μοιρολόι», από τη συλλογή Θέμα και παραλλαγές, 1945) που τόσο εύστοχα επικαλείται η Νένη Πανουργιά (ΕΠ, σ. 115). Πρόκειται για ένα υστερόχρονο «θέλω να πω», ή ένα «πάει να πει», που δεν μας καλεί να υπερβούμε την περατότητα της γλώσσας, αλλά να την ενοικήσουμε διαφορετικά, από τη στρατηγική θέση μιας ορισμένης διαθεσιμότητας, έτσι ώστε να μπορέσει αυτή, η γλώσσα, να υποδεχτεί το άλλο –το ορισμένο ως άφατο και ακατονόμαστο– χωρίς να το προδώσει.

Προϊόν της εποχής της μαρτυρίας, αλλά ταυτόχρονα και έκκεντρο, κριτικό «πάρεργό» της, το βιβλίο αναμετριέται με τα βαθιά ερωτήματα, κάποια από αυτά ανήκουστα ακόμη, που αφορούν την περιπέτεια της ελληνικής Αριστεράς και την ανάδυση της κατηγορίας του αριστερού «επικίνδυνου πολίτη»: ερωτήματα που συμπαρασύρουν πολλαπλά ιδιώματα και σπαράγματα για τα αντιφρονούντα υποκείμενα, τον Εμφύλιο, τη δικτατορία, τα ξερονήσια και τα συρματοπλέγματα, αλλά και τις αστοχίες της εξουσίας, όπως και τους δεσμούς συγγένειας, τη φιλία, τη συλλογικότητα και την εξέγερση.

Η Πανουργιά ερευνά αφηγήσεις και σιωπές, μαρτυρίες και αποσιωπήσεις, ερωτήσεις και απαντήσεις ανιχνεύοντας πώς το υπο-κείμενο της κρατικής εξουσίας παράγεται ως ξένο, σημαδεμένο με τη σφραγίδα του επικίνδυνου. Και καθώς επικαλείται φαντάσματα που πλανώνται πάνω από το πολιτικό σώμα, και καθώς η ανθρωπολογική αφήγηση τους δανείζει σάρκα και οστά, η συγγραφέας επεξεργάζεται μια ανθρωπολογική γλώσσα που δεν συμμορφώνεται στις συμβατικές τυπολογίες των ερωτήσεων και των απαντήσεων. Όπως γράφει για τη Λίνα, εκείνη τη μυστηριώδη οικογενειακή φίλη και διαφορετική αριστερή:

Δεν κάνεις ερωτήσεις, δεν παίρνεις απαντήσεις, μένεις απλά εκεί, μ’ ένα φάντασμα θανάτου να πλανάται πάνω από την αγαπημένη, μεγάλη φίλη σου, που σε παίρνει στο σπίτι της, σου μαθαίνει γαλλικά, σου μαγειρεύει και σου δείχνει φωτογραφίες από τη ζωή της πριν την Αθήνα. (ΕΠ, σ. 167).

Αντί του μεθοδολογικού θετικισμού, η Νένη Πανουργιά δείχνει ότι ένας άλλος τρόπος είναι δυνατός· μια άλλη, φιλόξενη γλώσσα. Το να «μένεις απλώς εκεί», χωρίς ερωτήσεις και απαντήσεις, ισοδυναμεί με μια ανοιχτή και γενναιόδωρη ανάγνωση, τη μόνη πιστή ανάγνωση άλλωστε, με ένα άκουσμα που δεξιώνεται τη σιωπή των καιρών. Έτσι και τα Πάρεργα, το μετα-κείμενο που παρακολουθεί σαν σκιά το κυρίως κείμενο, αποτελεί έναν διαρκή και επίμονο υπομνηματισμό πολυφωνίας και κριτικής αβεβαιότητας.

 

Αρχεία της ελληνικής Αριστεράς στον «επικίνδυνο» τόπο της οικογένειας

Όπως αποτυπώνεται στην ποιητική ανθρωπογεωγραφία του βιβλίου, η εμπόλεμη αρένα όπου εκτυλίσσονται τα πάθη της ελληνικής Αριστεράς ως πεδίο παραγωγής «επικίνδυνων πολιτών» διαχέεται στις μύχιες πτυχές –ακόμη και στα ερείπια– μιας άλλης αρένας, φτιαγμένης κι αυτής από τα υλικά μιας αμφίλογης οικειότητας και ξενότητας, την οικογένεια. Το σώμα της μαρτυρίας και η αργοπορημένη χρονικότητα που το ορίζει διανοίγεται σε απροσδόκητες επισκέψεις που σημαδεύουν τον οικογενειακό τόπο ως τόπο των παιδικών φαντασμάτων, της έμφυλης κανονικοποίησης, των ανομολόγητων επιθυμιών και των κρυμμένων τραυμάτων: ο πλανόδιος βιβλιοπώλης, η αινιγματική Λίνα που «έμοιαζε με φάντασμα» και «είχε θάνατο στα χέρια της», η κόκκινη ρόμπα της αριστερής μητέρας, η επίσκεψη του θείου –υψηλόβαθμου αξιωματικού στην Ασφάλεια– την ημέρα της 21ης Απριλίου στο πατρικό σπίτι για να ανακοινώσει την απαγόρευση κυκλοφορίας, η οικογενειακή τελετουργία μύησης στις ειδήσεις της Deutsche Welle.

Η ενσώματη υποκειμενικότητα δίνεται στη γλώσσα, αποδίδεται μέσω της γλώσσας, αλλά δεν είναι αναγώγιμη στη γλώσσα. Τα φαντάσματα που έρχονται, απρόσκλητα ή όχι, στην αφήγηση της Νένης Πανουργιά, αυτές οι πολλαπλές και μοναδικές φωνές από χρόνια επιτόπιας έρευνας αρχειακής, βιβλιακής και συμμετοχικής, είναι ίχνη μιας διαδικασίας παραγωγής ορίων εντός του λόγου. Είναι όλα όσα μέσα στο αρχείο του Εμφυλίου αντιστέκονται στις όποιες απόπειρες να καθηλώσουν το νόημά του. Έτσι, μέσα από την εργασία του ίχνους που μας προσφέρει η συγγραφέας, γινόμαστε μάρτυρες του πώς παράγονται, αλλά και πώς μετατοπίζονται, τα όρια του λόγου και του «εκτός λόγου»/«εκτός νόμου».

Η μορφή του εσωτερικού εχθρού που σηματοδοτεί το αρχείο της μνήμης του Εμφυλίου αφορά τόσο την οριοθέτηση του λόγου από το έτερόν του όσο και τη διχοστασία εντός της τάξης του λόγου. Το αρχείο, μας έχει μάθει ο Foucault, είναι «ο νόμος εκείνου που μπορεί να ειπωθεί».1 Γι’ αυτό και χρειαζόμαστε πάντα, ξανά και ξανά, μια αρχαιολογία της σιωπής, μια αρχαιολογία του ανείπωτου και του ακατονόμαστου: εκείνου που επιμολύνει τη διάταξη του λόγου καθώς αναδύεται ερήμην της ως ενδόμυχος κίνδυνος ή εσωτερικός εχθρός.

 

«Κομμουνίστρια ή πόρνη;» Η αριστεροφροσύνη ως μίασμα

Στην Ελλάδα, ο όρος επικίνδυνα και ύποπτα άτομα αρχικά διατυπώθηκε κατά τη μεταξική δικτατορία του 1936 για να δηλώσει τους/τις φορείς λοιμωδών νόσων αλλά και τα δεδηλωμένα μέλη της Αριστεράς και τους/τις συγγενείς τους. Η Νένη Πανουργιά αναλύει πώς, δυνάμει αυτών των συνεκδοχών, ο όρος γίνεται μέρος του λόγου: μιας τάξης του λόγου, ταυτόχρονα και αδιάρρηκτα ιατρικού και νομικοπολιτικού, που παράγει τη μορφή του επικίνδυνου αριστερού ως αντικείμενο διαχείρισης, πειθάρχησης, κατατρεγμού, βασανισμού, εκκαθάρισης, εξορίας και πειθαρχικής αναμόρφωσης. Οι ιατρικές μεταφορές εμπέδωναν τους αριστερούς και τις αριστερές στο συλλογικό φαντασιακό όχι μόνο ως φορείς ανατρεπτικών «κοινωνικών φρονημάτων» αλλά και ως βιολογικό κίνδυνο για την ασφάλεια της χώρας. Για το κράτος, η αριστεροφροσύνη ήταν ένα μίασμα που μεταδιδόταν, παραδειγματικά δε μέσα από την εξ αίματος συγγένεια, κάτι σαν κληρονομική κατάρα.

Το 1948 η Αμερικανίδα φιλόλογος Hazel Barnes ταξίδεψε στη Θήρα για να επισκεφτεί τον αρχαιολογικό χώρο. Στο νησί συνάντησε τυχαία έναν παλιό γνωστό της που είχε εξοριστεί εκεί. Όταν ο χωροφύλακας της ζήτησε να περιγράψει τον χαρακτήρα της επίσκεψής της στον εκτοπισθέντα κομμουνιστή, της έδωσε δύο εναλλακτικές διαθέσιμες κατηγορίες: είτε ως κομμουνίστρια είτε ως πόρνη. Εκείνη αποκρίθηκε «πόρνη» και ο χωροφύλακας έγραψε στην επίσημη διοικητική αναφορά του ότι ο τάδε δέχτηκε επίσκεψη από μια πόρνη (ΕΠ, σ. 62). Ήταν άραγε αυτή η απόκριση της Αμερικανίδας περιηγήτριας μια ιδιοποίηση της ταυτότητας της πόρνης προκειμένου να αποφευχθεί η τρομαχτική και στιγματισμένη ταυτότητα της κομμουνίστριας, ή μήπως μια εσκεμμένη επιχείρηση χλευαστικής περιφρόνησης της εξουσίας; Δεν θα το μάθουμε ποτέ, αλλά η Πανουργιά μας δίνει την πολύτιμη δυνατότητα να στοχαστούμε πάνω στο ερώτημα. Το δίλημμα, πάντως, της Hazel Barnes έφερε στη μνήμη μου μια κινηματογραφική ταινία από τη δική μου, αντι-ηρωική, εποχή ενηλικίωσης, τη Ρεβάνς (σκηνοθεσία Νίκος Βεργίτσης, 1983) και τη σκηνή όπου ο Δημήτρης Πουλικάκος λέει: «Τρία πράγματα μου έλεγε ο παππούς μου να μη γίνω: κομμουνιστής, πούστης και χασικλής. Έγινα και τα τρία. Ε ρε γκίνια…»

Οι ολισθήσεις νοημάτων, ονομάτων και μιασμάτων, οι οποίες δομούν την κατασκευή της αριστεροφροσύνης ως στιγματισμένη ταυτότητα, αποκαλύπτουν μια στενή σχέση ανάμεσα στον πολιτικό, τον ιατρικό και τον ηθικό λόγο. Μια συνέργεια που εκλογικεύει και νομιμοποιεί τη βία της αναμόρφωσης με βάση την παραδοχή ότι το κράτος προφυλάσσει το πολιτικό σώμα από τα επικίνδυνα «ξένα σώματα», ενώ οι πολιτικοί αντιφρονούντες εκτοπίζονται στον χώρο μιας επάρατης μιαρότητας που επιτάσσει τη θεραπευτική, αναμορφωτική παρέμβαση. Είναι χαρακτηριστικός, από αυτή την άποψη, ο λόγος του δικτάτορα Γ. Παπαδόπουλου –«έχω οπωσδήποτε απόφασιν να θεραπεύσω τον ασθενή διά της εγχειρήσεως»– αλλά και όλη η ρητορεία περί «γύψου».

 

Επικίνδυνα «αντεθνικοί»

Αυτοί οι επικίνδυνοι, οι «αντεθνικοί» του Νίκου Πουλαντζά, απωθήθηκαν στα ξερονήσια της εξορίας, στους τόπους όπου συντελέστηκε, μαζί με την εθνική αναμόρφωση και επανένταξη, η οριοθέτηση του «ανθρώπου» που αξίζει να είναι εθνικός πολίτης από εκείνον που, όπως όριζε η αιτιολογική έκθεση του νόμου 4229/1929 (Ιδιώνυμο), θέτει «εν κινδύνω την ασφάλειαν της κοινωνίας» και αποτελεί «κίνδυνον διά την ησυχίαν των πολιτών». Στο ειδικό στρατόπεδο εγκλεισμού, η ανθρώπινη ζωή θεσμίζεται στο όριό της: στην ανεπιθύμητη και απογυμνωμένη μορφή της που επιτρέπει την αναστολή των αξιώσεων της ζωής. Η πολιτική αποπομπή και ο εγκλεισμός των «αντεθνικών» στοιχείων στα όρια του εθνικού χώρου επιχειρούσε να υλοποιήσει, όπως δείχνει η Νένη Πανουργιά απηχώντας τον Νίκο Πουλαντζά, την εσωτερίκευση των συνόρων μέσα στον εθνικό χώρο, καθιστώντας, έτσι, δυνατή την εννοιολόγηση του «εσωτερικού εχθρού».

«Το βασανιστήριο της πέτρας έγινε στη Μακρόνησο ένα μάθημα εθνικιστικής ιστορίας», γράφει η Νένη Πανουργιά (ΕΠ, σ. 133). Μέσω της κατασκευής αντιγράφων αρχαίων κατασκευών θα αναμορφώνονταν οι κομμουνιστές και οι κομμουνίστριες, και θα μετατρέπονταν σε εθνικόφρονες χριστιανούς. Στον «νέο Παρθενώνα» της Μακρονήσου (αν όντως έτσι είχε αποκαλέσει ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος τη Μακρόνησο, πράγμα που αμφισβητείται2), σφυρηλατήθηκε μια μορφή εξουσίας θεμελιωμένη στη συναρμογή εθνικής διαπαιδαγώγησης, πειθαρχημένης διαβίωσης και θεραπευτικής επίδρασης της εργασίας. Και πάλι αγωγή και θεραπεία σε στρατηγική συμμαχία. Ή, όπως το έθεσε άλλωστε ο Κωνσταντίνος Τσάτσος, μετέπειτα πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας: «Εις την Μακρόνησον την καταδίωξιν υποκαθιστά η αγωγή, η έξις, η θεραπεία» (Μπουρνάζος, 2000, ΕΠ, σ. 134). Γι’ αυτό και ο Σύνδεσμος Αισθητικών Σαμποτέρ Αρχαιοτήτων, με προκήρυξη στις 18 Νοεμβρίου 1944, καλούσε σε καταστροφή του Παρθενώνα (σ. 149). Έγραφε ο Μανόλης Αναγνωστάκης: «Όλο και πιο γυμνά / Όλο και πιο άναρθρα. […] Αντί για την πόλη η πέτρα / Αντί για το σώμα το νύχι» (Συνέχεια 3, 1962).

 

Γραφή του πένθους και της φιλίας

Η Νένη Πανουργιά ιχνηλατεί με πάθος τα συλλογικά πάθη της ελληνικής Αριστεράς και των αριστερών, στρατευμένων και αστράτευτων. Μέσα από μια γραφή του πένθους και της φιλίας, αναδιφεί την αριστερή κοινωνική και πολιτική υποκειμενικότητα ως πλαστική, πορώδη, μοναδική (αλλά όχι ενιαία) πολλαπλότητα, ως ένα συλλογικό «εμείς» που δεν έχει τίποτα σταθερό και ομοιογενές, γιατί, όπως παρατηρεί ο Jacques Derrida και μας θυμίζει η συγγραφέας, «ποιος θα μπορούσε ποτέ να αποτολμήσει ένα “εμείς” χωρίς να τρέμει;» (ΕΠ, σ. 251).

Ανιχνεύοντας με οξυδέρκεια την ελληνική ιστορία της κρατικής τρομοκρατίας απέναντι στην Αριστερά, το βιβλίο Επικίνδυνοι πολίτες διαγράφει την τροχιά ανάμεσα στην «αριστερή μελαγχολία» και την ποιητική της αναπραγμάτευση, την ελπίδα. Στις μέρες μας, που χαρακτηρίζονται πολιτικά από τη συνέργεια νεο­φιλελευθε­ρι­σμού και κρα­τι­κού (α­κρο­δε­ξιού) αυταρχι­σμού, αυτό είναι μια πολύτιμη συνεισφορά.

 

 

files/chronosmag/themes/theme_one/faviconXronos.png

 

 

  ΧΡΟΝΟΣ 09 (01.2014)