πώς στεκόμαστε κριτικά απέναντι στην κρίση

 

Κώστας Δουζίνας: Η τέχνη της κατάφασης
μπροστά στην απορία τού «πώς βγαίνουμε απ’ αυτό»

 

Αθηνά Αθανασίου

 

Το έργο του Κώστα Δουζίνα, ένα έργο που εκπορεύεται από τη Φιλοσοφία του Δικαίου και διέπεται από το ερώτημα της δικαιοσύνης, αναμετριέται διαρκώς με τα σύνορα και τα όρια των επιστημολογικών καταβολών του. Διερευνά την καταγωγική βία που ενυπάρχει σε κάθε νομική πράξη, την ενδεχομενικότητα της δικαιοδοσίας και τη δικαιοσύνη που υπερβαίνει κάθε νόμο ή νομιμοφροσύνη. Αποδομεί τις μεταφυσικές προϋποθέσεις του λόγου των ανθρωπίνων δικαιωμάτων (για παράδειγμα, την ουσιοκρατική κατασκευή της «κοινής ανθρωπότητας») και εμπνέεται από (και εμπνέει) την πολιτική επιθυμία που παράγει δυνατότητες αντίρρησης στην αδικία του κοινωνικού αποκλεισμού, της κυριαρχίας και της καταπίεσης. Η θεώρησή του, ταυτόχρονα αποδομητική και καταφατική, λογαριάζεται με τη ριζική επιθυμία για ένα πολιτικό πράττειν που κάνει τη διαφορά χωρίς να καταστέλλει τις διαφορές που το διαπερνούν. 

 

Για ένα πολιτικό πράττειν που κάνει τη διαφορά

Αφοσιωμένος με πάθος στην έκθεση και το μοίρασμα με τους άλλους, ο Κώστας Δουζίνας ποτέ δεν κατοίκησε το υπεροπτικό και αδιάφορο παρατηρητήριο των καθεστωτικών διανοουμένων. Είναι πάντοτε παρών, συν-ομιλών, διαθέσιμος και εκτεθειμένος – ενδιαφερόμενος, και γι’ αυτό ενδιαφέρων. Τοποθετημένος μέσα στον κόσμο και ταυτόχρονα οραματιζόμενος έναν άλλο κόσμο. Όπως μαρτυρούν τα βιβλία του, η πανεπιστημιακή του δράση αλλά και οι δημόσιες παρεμβάσεις του με αρθρογραφία στον Guardian, στην Αυγή και την Εποχή, η θεωρία γι’ αυτόν ποτέ δεν είναι αδιάφορη θέαση και εκ τους ασφαλούς αναδιατύπωση της ισχύουσας κοινοτοπίας, αλλά αντι-θετικιστική και αγωνιστική εμπλοκή που διαφωνεί, δοκιμάζεται, αναδιατάσσεται και αναταράσσει. Είναι πάνω απ’ όλα φαντασία αλλαγής.

Αυτό δεν είναι ούτε απλό ούτε αυτονόητο στην εποχή του αντι-δημοκρατικού και αντι-διανοητικού μονόδρομου. Και δεν είναι μάλιστα καθόλου αυτονόητο για έναν στοχαστή του Δικαίου να τίθεται στην πλευρά της δικαιοσύνης που υπερβαίνει κάθε νόμο και κυρίως κάθε νομιμοφροσύνη. Η σκέψη και η γραφή του Δουζίνα παίρνει ρίσκα, εκτίθεται. Δεν οχυρώνεται στη θαλπωρή και στους αυτοματισμούς της ομοιότητας. Καθώς αμφισβητεί τόσο κανονιστικές ολότητες και ομοιομορφίες όσο και εγκεκριμένες, χειραγωγημένες διαφορετικότητες, μας καλεί προς τη φιλία της άπειρης και απορητικής ετερότητας. Έτσι, δεν είναι το κοινό του κοινοτισμού που τον κινητοποιεί διανοητικά και πολιτικά, αλλά η κριτική οικειότητα, ή, διαφορετικά, η κοινή ξενότητα και η απρόβλεπτα κριτική της δυναμική.

Από εδώ αναδύεται και το μέλημά του για τον κοινωνικό δεσμό, αυτόν που είναι χωρίς κανονιστική ενοποίηση και ενάντιά της. Από εδώ και η διαρκής επιμονή του στη δημοκρατία πέρα από, και ενάντια στις νόρμες της φαλλοκεντρικής και εθνοκεντρικής αδελφότητας: στην πραγματική δημοκρατία του οποιουδήποτε και του καθενός, αυτών που βρίσκονται στα όρια του ανήκειν και «εκτός εαυτού». Έτσι η πόλη είναι πάνω απ’ όλα σχέση, ενσυναίσθηση και αυτο-θέσμιση όσων είναι «εκτός εαυτού», ως ηθική και πολιτική των άπειρων και μοναδικών απευθύνσεων και συναντήσεων.

Από εδώ απορρέει επίσης και η πρόκληση που θέτει στη ριζοσπαστική πολιτική φιλοσοφία του Δουζίνα ο στοχασμός για τα ανθρώπινα δικαιώματα. Ιδωμένα από την πλευρά όσων δεν έχουν θέση στην αφηρημένη οικουμενικότητα της «ανθρωπότητας», τα ανθρώπινα δικαιώματα παραμένουν ριζικά ατελή, ως η μεταφυσική ενός δικαίου χωρίς δικαιοσύνη, αλλά και ως η δικαιοδοσία στο πλαίσιο της οποίας αποκρυσταλλώνεται η κανονιστική οριοθέτηση του «ανθρώπινου».

Καθώς η ανθρώπινη τρωτότητα επιμερίζεται ασύμμετρα με γνώμονα μια αφηρημένη αλλά και διαβαθμισμένη «οικουμενική ανθρωπότητα», το κοινό και το καθολικό της ανθρώπινης ιδιότητας εγκαθιδρύονται ακριβώς μέσω της παραγωγής αυτού που είναι μη κοινό (τόσο με την έννοια του μη ανήκοντος όσο και με την έννοια του μη οικείου), αυτού που δεν εξουσιοδοτείται, που εξαιρείται από την κοινότητα – παραμένοντας μια αθέμιτη, αβίωτη, αλλά και δυνάμει ανα-συντακτική ετερότητα. Το ερώτημα του Δουζίνα αφορά τη δικαιοδοσία που αποκρύπτει τον τρόπο με τον οποίο εγκαθιδρύει το δίκαιο και θέτει τους όρους της κοινότητας: «τι είδους είναι το κοινό και το από κοινού που παράγει η εκφορά του νόμου» (Ριζοσπαστική πολιτική και νομική φιλοσοφία, σ. 487). Η κοσμοπολιτική γίνεται έτσι ένα πεδίο κριτικού αναστοχασμού: δεν παραπέμπει στην πλασματική ενότητα και στον απατηλό ηθικολογικό οικουμενισμό της νεωτερικότητας, απαλλαγμένο, δήθεν, από σχέσεις εξουσίας, δεν αφομοιώνεται από την τεχνοκρατική διαχείριση της ιδιότητας του πολίτη και της αρχής του ανήκειν σε ένα έθνος-κράτος, και αντιστέκεται ταυτόχρονα και παράλληλα στις επικράτειες του εθνικισμού και του ιμπεριαλισμού.

 

σελ. 1 (από: 2) ΧΡΟΝΟΣ 01 (05.2013) < προηγ. άρθρο     |     επόμ. σελίδα >