"από σήμερα είστε μικροί στρατιώτες!"

 

Ο Ιωάννης Μεταξάς, το πείραμα εκφασισμού 
της ελληνικής κοινωνίας και η δημοτική γλώσσα

 

Χάρης Αθανασιάδης

 

Η γλώσσα που χρησιμοποιούν στις καθημερινές τους παρεμβάσεις οι σύγχρονοι θιασώτες του φασισμού, οι χρυσαυγίτες, μια γλώσσα ακατέργαστη, γεμάτη μάγκικες εκφράσεις και σεξιστικές παραδηλώσεις, προκαλεί καθημερινά τα καυστικά σχόλια των εγγραμμάτων μελών της μεσαίας τάξης. Όχι, ωστόσο, περισσότερα από τα ειρωνικά μειδιάματα που προκαλούσαν οι καθαρευουσιάνικοι σολοικισμοί των συνταγματαρχών της επταετούς δικτατορίας, τους οποίους οι χρυσαυγίτες αναγνωρίζουν ως πολιτικούς τους προγόνους. Νωρίτερα, ωστόσο, και από εκείνους, υπήρξε ο Ιωάννης Μεταξάς, στο καθεστώς του οποίου οι χρυσαυγίτες επίσης ομνύουν. Ο Μεταξάς αναμφίβολα μοιραζόταν μαζί τους τον αυταρχισμό και τις φασίζουσες ονειρώξεις, αλλά διόλου την αγένειά τους και σίγουρα όχι το μορφωτικό τους κεφάλαιο. Μπορούσε να κατηγορηθεί για πολλά, αλλά όχι για αγραμματοσύνη. Κι ίσως επειδή ο συνδυασμός εγγράμματου και συντηρητικού στον ελληνικό Μεσοπόλεμο σήμαινε κατά βάση υπέρμαχο της καθαρεύουσας γλώσσας, φαντάζει ακόμη παράδοξη στους ιστορικούς η στάση του Μεταξά απέναντι στην καλλιεργημένη δημοτική γλώσσα που προωθούσαν τότε οι πιο επιφανείς από τους φιλελεύθερους διανοουμένους. Γράφει, για παράδειγμα, ο ιστορικός Ρίτσαρντ Κλογκ στο βιβλίο του Συνοπτική ιστορία της Ελλάδας: «Κατά τρόπο παράδοξο για έναν ακραίο συντηρητικό, ο Μεταξάς, που δεν ήταν αγράμματος, υποστήριξε τη δημοτική». Όμως στην ιστορία τα παράδοξα έχουν κι αυτά την εξήγησή τους. Κι αυτό ακριβώς, μια εξήγηση για τον δημοτικισμό του Μεταξά, θα επιχειρήσω εδώ. 

Καταρχάς, στην ίδια την αποστροφή του Ρίτσαρντ Κλογκ ενυπάρχει μια απόπειρα εξήγησης. Μόνο που, με τον τρόπο που είναι συντεταγμένη η φράση, τόσο στην ελληνική μετάφραση, όσο και στο αγγλικό πρωτότυπο («… who was no philistine…»), δεν γίνεται σαφές αν ο Μεταξάς υποστήριξε τη δημοτική γλώσσα επειδή δεν ήταν αγράμματος ή παρόλο που δεν ήταν αγράμματος. Ίσως σκοπίμως συντάχθηκε έτσι, για να αποτυπώσει την αμφιθυμία του συγγραφέα. Σε κάθε περίπτωση, ωστόσο, η εξήγηση αστοχεί. Ούτε η εγγραμματοσύνη, ούτε η αγραμματοσύνη μπόρεσαν να συσχετισθούν μονοσήμαντα με τη θέση οιουδήποτε στο γλωσσικό ζήτημα κατά την περίοδο του Μεσοπολέμου. Όσο κι αν κοπιάσει κανείς σε αυτή την κατεύθυνση, το παράδοξο θα παραμένει παράδοξο.

Δύο σχεδόν δεκαετίες αργότερα, η έρευνα στο συγκεκριμένο ζήτημα δεν φαίνεται να προχώρησε ιδιαίτερα. Το 2009, ο Θάνος Βερέμης στην εισαγωγή του συλλογικού έργου Ο Μεταξάς και η εποχή του γράφει: «Μία άλλη ενδιαφέρουσα πλευρά του δικτάτορα ήταν η αγάπη του για τη δημοτική γλώσσα, που, κατ’ αυτόν, αποτελούσε αδιάψευστη απόδειξη της πολιτισμικής συνέχειας στις λαϊκές συνειδήσεις». Η εξήγηση του ιστορικού ερευνητή για τις ενέργειες του ιστορικού υποκειμένου ταυτίζεται εδώ με το νόημα που προσδίδει το ίδιο το υποκείμενο στις ενέργειές του. Όχι εντελώς: εισάγοντας τη φράση «κατ’ αυτόν», ο Βερέμης αφήνει να διαφανούν οι αμφιβολίες του για την ερμηνευτική αξία της πρότασης: Δεν το λέω εγώ, ο Μεταξάς το είπε – αν και δεν παραπέμπει πού το είπε.

Τέλος, ένας απ’ τους δασκάλους μου, ο Αλέξης Δημαράς, έγραψε στη σύνθεσή του Ιστορία της νεοελληνικής εκπαίδευσης, που εκδόθηκε φέτος, μετά τον θάνατό του, τα ακόλουθα: «Όσο για την υποστήριξη της δημοτικής από τον Μεταξά είναι, νομίζω, πια κοινά αποδεκτό ότι αποτελούσε μέρος των προσωπικών του πολιτικών αμφιταλαντεύσεων και, κυρίως, της συνηθισμένης προσπάθειας των απολυταρχικών αρχόντων να χρησιμοποιούν απλό και κατανοητό λόγο για να επηρεάζουν αποτελεσματικά τα ανεπαρκώς μορφωμένα λαϊκά κοινωνικά στρώματα». Θα μπορούσε κανείς να υπενθυμίσει ξανά τα απείρου κάλλους καθαρευουσιάνικα των συνταγματαρχών της επταετούς δικτατορίας για να δείξει ότι διόλου δεν υπήρξε συνηθισμένη πρακτική των απολυταρχικών αρχόντων η καταφυγή στη δημοτική. Σαν να ένιωθε την αδυναμία του επιχειρήματός του, ο Δημαράς προσπάθησε να το ενισχύσει επιστρατεύοντας «τις προσωπικές πολιτικές αμφιταλαντεύσεις του ίδιου του Μεταξά». Οι ψυχολογικές προσεγγίσεις, ωστόσο, ελάχιστα συμβάλλουν στην εξήγηση των ιστορικών φαινομένων. 

Παρέθεσα τούτες τις ελάχιστες, μα εκτιμώ αντιπροσωπευτικές, βιβλιογραφικές αναφορές για να δείξω την αμηχανία των ιστορικών της εκπαίδευσης (και των ιστορικών γενικότερα) απέναντι σε μια μικρή περίοδο της κρατικής γλωσσικής πολιτικής που χαλάει τη «σούπα», το καθιερωμένο, δηλαδή, σχήμα φιλελεύθερη μεταρρύθμιση εναντίον συντηρητικής αντιμεταρρύθμισης. Διότι πράγματι, ώς την εποχή του Μεταξά, η εισαγωγή της δημοτικής γλώσσας στο σχολείο είχε επιχειρηθεί τρεις φορές από τους βενιζελικούς (με την κριτική υποστήριξη των λιγοστών τότε αριστερών) και άλλες τόσες είχε ακυρωθεί από τους αντιβενιζελικούς. Κι ύστερα από την εποχή του Μεταξά ακολούθησαν δύο ακόμα ομόλογα επεισόδια, ωσότου, στη Μεταπολίτευση πλέον, η ανανεωμένη συντηρητική παράταξη κλείσει οριστικά το ζήτημα υιοθετώντας τη γλωσσική πολιτική των φιλελευθέρων.

Όπως ίσως ήδη προσέξατε, με τούτες τις τελευταίες προτάσεις, απομάκρυνα ελαφρά τον προβολέα, ώστε ο φωτεινός κύκλος να περιλάβει εκτός από τις γλωσσικές προτιμήσεις του ίδιου του Μεταξά, τη γλωσσική και εκπαιδευτική πολιτική του καθεστώτος της 4ης Αυγούστου. Διότι οι προσωπικές απόψεις ενός ηγέτη αποκτούν ιστορικό ενδιαφέρον κυρίως εάν και εφόσον μετουσιωθούν σε κρατική πολιτική. Στην εν λόγω περίπτωση, θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί πως τούτο τελικώς δρομολογήθηκε. Όμως άργησε εξαιρετικά να δρομολογηθεί, συνάντησε πολλαπλές και ισχυρές ενδοκαθεστωτικές αντιστάσεις, χρειάστηκε την υποστήριξη μιας μικρής αλλά κρίσιμης μερίδας δημοτικιστών και το κυριότερο: συντονίστηκε με την αποσαφήνιση των ιδεολογικών προσανατολισμών του καθεστώτος. Μα και μ’ όλα τούτα, πάλι ελάχιστα δείγματα του νέου προσανατολισμού θα προλάβουν να εκδιπλωθούν. Όπως θα προσπαθήσω να δείξω στη συνέχεια, υπάρχει πράγματι μια τομή στα ζητήματα γλώσσας και εκπαίδευσης, η οποία εντοπίζεται στο μέσον της ζωής του καθεστώτος και συνδέεται με το ευρύτερο εγχείρημα της μεταμόρφωσής του από μια συντηρητική αυταρχική δικτατορία σε ένα φασιστικό ολοκληρωτικό καθεστώς.

Το πρώτο που αξίζει, νομίζω, να σημειωθεί είναι η σύντομη αναφορά του ίδιου του Ιωάννη Μεταξά στο γλωσσικό ζήτημα στη διάρκεια μιας συνέντευξης που παραχώρησε, ενάμιση μόλις μήνα μετά την επιβολή της δικτατορίας του, στον Κωστή Μπαστιά, έναν από τους σημαντικούς των γραμμάτων και τεχνών της περιόδου (εφημ. Βραδυνή, 15.9.1936): «Ουδέποτε», ισχυρίζεται εκεί, «εσκέφθην να θέσω περιορισμούς εις την γλώσσαν. Ούτε είναι δυνατόν εθνική ημείς Κυβέρνησις να είμεθα εχθροί της γλώσσης εκείνης, εις την οποίαν ο μέγας ποιητής Σολωμός έγραψε τον εθνικόν μας ύμνον [...] Το ατύχημα είναι ότι η άρχουσα τάξις μέχρι σήμερον ηθέλησε να συγχέη τον δημοτικισμόν που είναι κίνημα καθαρώς εθνικόν με τον κομμουνισμόν. Αυτή η σύγχυσις δεν επιτρέπεται πλέον, διότι δεν ωφελεί παρά μόνον τους κομμουνιστάς».

Τούτη η φράση έχει επισημανθεί και αναδειχθεί από κάμποσους ερευνητές. Εκείνο που δεν έχει επισημανθεί είναι πως, την ίδια ακριβώς ημέρα, μία φιλική προς το καθεστώς εφημερίδα, η Πρωΐα, θα δημοσιεύσει πρωτοσέλιδα ένα εκτενές άρθρο του Αλέξανδρου Δελμούζου, του επιφανέστερου από τους παιδαγωγούς του εκπαιδευτικού δημοτικισμού. Στο κείμενο αυτό, που φέρει τον τίτλο «Εκπαιδευτική μεταρρύθμιση και κομμουνισμός», ο Δελμούζος, ανασκοπώντας τα εκπαιδευτικά πράγματα από το 1908 ώς το 1936, επιχειρεί να τεκμηριώσει ιστορικά και λογικά τη διάκριση που έκανε και ο Μεταξάς: Άλλο δημοτικισμός, άλλο κομμουνισμός. Ο δημοτικισμός είναι εθνικό κίνημα. Ο κομμουνισμός όχι. Η συνάφεια ανάμεσα στα δυο κινήματα είναι παντελώς ανυπόστατη και οφείλεται στην κακόπιστη και αθέμιτη πολεμική των συντηρητικών διανοουμένων. Είναι αλήθεια, αναγνωρίζει ο Δελμούζος, πως στη σύγχυση συνέβαλε η πολιτική πορεία του Δημήτρη Γληνού, ο οποίος, από πρωτεργάτης του δημοτικισμού στις δεκαετίες του ’10 και του ’20, εξελίχθηκε στη δεκαετία του ’30 σε «υπαρχηγό του κομμουνιστικού κόμματος». Αλλά τούτο είναι πρόβλημα του Γληνού όχι του δημοτικισμού.

Η χρονική σύμπτωση των δύο δημοσιευμάτων, το κοινό επιχείρημα που προτάσσουν, το πολιτικό προφίλ των εντύπων υποδοχής και η ανάμειξη του Κωστή Μπαστιά, ο οποίος διατηρούσε αμφίπλευρες σχέσεις, παρωθούν να εικάσουμε πως προηγήθηκε κάποιος σχεδιασμός. Ανεξάρτητα, όμως, από προθέσεις, οι δηλώσεις του Μεταξά και η ανάλυση του Δελμούζου, θεμελίωσαν αρκετά νωρίς έναν ελάχιστο κοινό τόπο ανάμεσα στο καθεστώς και τους δημοτικιστές, ο οποίος αργότερα θα διευρυνθεί σημαντικά. Στη συγκυρία όμως του ’36, όλα τούτα διόλου δε θα εμποδίσουν τον υπουργό Παιδείας του καθεστώτος, τον Κωνσταντίνο Γεωργακόπουλο, να χαράξει μια γλωσσική και ευρύτερα εκπαιδευτική πολιτική εντελώς αναμενόμενη, καθότι τυπικά αντιβενιζελική. Έναν μόλις μήνα ύστερα από τις δηλώσεις του Μεταξά, στις 17 Οκτωβρίου 1936, ο Γεωργακόπουλος με μια εγκύκλιό του προς όλα τα σχολεία της χώρας θα επιχειρήσει να απαξιώσει τον δημοτικισμό εμφανίζοντάς τον ξανά, όπως όλοι οι συντηρητικοί καθαρολόγοι κατά τη δεκαετία του ’20, ως Δούρειο Ίππο του κομμουνισμού. Όσοι διαχειρίστηκαν τα εκπαιδευτικά πράγματα στις δύο προηγούμενες δεκαετίες, διατείνεται ο Γεωργακόπουλος, υπονοώντας βεβαίως τους δημοτικιστές, αποδείχτηκαν παντελώς «… ανίκανοι να περιλάβουν εις την μικράν ψυχήν των την απέραντον και ιεράν έννοιαν της Πατρίδος. [Αντιθέτως] προσεπάθησαν [συνειδητά] να υπονομεύσουν την θρησκείαν, την πατρίδα και την οικογένειαν [και εντέχνως ενεφάνισαν] την αποσυνθετικήν αυτών προσπάθειαν ως “εκπαιδευτική μεταρρύθμιση”. Αι συνέπειαι της ανιέρου ταύτης προσπαθείας [συνεχίζει η υπουργική εγκύκλιος] είναι γνωσταί. Από ημέρας εις ημέραν το κύμα της αγραμματοσύνης ηύξανε, τα κρούσματα της ανηθικότητος επολλαπλασιάζοντο, αι συνειδήσεις των διδασκάλων διεφθείροντο και το σχολείον εχρησιμοποιείτο ουχί σπανίως ως μέσον της προπαρασκευής της κομμουνιστικής επιβολής. […]».

 

Η συντηρητική αντιμεταρρύθμιση

Από την οπτική, συνεπώς, του υπουργού της Παιδείας, οι συγκρούσεις για τη γλώσσα και το σχολείο συνεχίζουν και στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του ’30 να απηχούν την ενδοαστική αντίθεση του φιλελευθερισμού με τον συντηρητισμό, όπως αυτή εκτυλίχθηκε στα τρία μεταρρυθμιστικά εγχειρήματα του Μεσοπολέμου και τις ισάριθμες ακυρώσεις τους. Στην κατεύθυνση αυτή, ο Κωνσταντίνος Γεωργακόπουλος, φορέας άλλωστε ο ίδιος μιας ακραίας εκδοχής του συντηρητικού αστισμού, θα εργαστεί συστηματικά, σε όλη τη διάρκεια της διετούς θητείας του, προκειμένου να ολοκληρώσει την ακύρωση της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης του ’29, η οποία ακύρωση είχε ήδη εν μέρει συντελεσθεί στην περίοδο των κυβερνήσεων του Λαϊκού Κόμματος, από το ’33 ως το ’35.

Πράγματι, η δημοτική γλώσσα, η οποία με τη μεταρρύθμιση του ’29 είχε απλωθεί στις έξι τάξεις του Δημοτικού και στις δύο πρώτες του Γυμνασίου, θα περιοριστεί αρχικά στις τέσσερις πρώτες τάξεις του Δημοτικού και, από το 1937, μόνο στις τρεις, διότι παράλληλα επιβλήθηκε συρρίκνωση του δημοτικού σε τέσσερα χρόνια και, ως εκ τούτου, η Τετάρτη τάξη θεωρήθηκε προπαρασκευαστική για το Γυμνάσιο. Αλλά και σε αυτές τις τρεις μόλις τάξεις, η δημοτική των αναγνωστικών είχε ήδη υποστεί (από το 1934) μικρές αλλαγές στο τυπικό της που σκοπό είχαν να προλειάνουν το έδαφος για την καθαρεύουσα. Το θρυλικό Αλφαβητάρι με τον ήλιο, για παράδειγμα, που με τόση περηφάνια επανεξέδωσε και διένειμε προσφάτως η εφημερίδα Το Βήμα, δεν είναι το αλφαβητάρι του 1919, όπως το έγραψε ο Δελμούζος, αλλά η γλωσσικά ανασκευασμένη έκδοση του 1935, η οποία διατηρήθηκε στα σχολεία ώς το σχολικό έτος 1938-39.

Με όλα τούτα, το Δημοτικό Σχολείο, το μοναδικό σχολείο που παρείχε στοιχειώδη μόρφωση σε όλα τα Ελληνόπουλα, έχασε κατά τη διάρκεια της πρώτης διετίας του καθεστώτος την ελάχιστη αυτοτέλειά του και τον χαρακτήρα του ως σχολείο του λαού, όποιον είχε καταφέρει να αποκτήσει με τις βενιζελικές μεταρρυθμίσεις, και κατέστη κονίστρα για την επιλογή του 10% περίπου των μαθητών που θα συνέχιζαν στο Γυμνάσιο. Αλλά και το Γυμνάσιο ενέτεινε εκ νέου τον μονομερή κλασικιστικό του προσανατολισμό. Η καθαρεύουσα και τα αρχαία ελληνικά θα κυριαρχήσουν ακόμα και στα λεγόμενα «αστικά σχολεία», τα οποία ιδρύθηκαν για να προετοιμάσουν τους νέους για τον πρακτικό βίο. Ακριβώς για τούτο συνιστά αναχρονισμό μια άλλη εξήγηση που προτάθηκε (Δ. Ρηγοπούλου, «Ο δημοτικισμός του Μεταξά. Ένα ιστορικό παράδοξο;», 2002, http://metaxas-project.com), σύμφωνα με την οποία η δημοτική γλώσσα υιοθετήθηκε από το καθεστώς «επειδή η καθιέρωσή της στο σχολείο αποτελούσε προϋπόθεση για την πρακτικοποίηση του χαρακτήρα των σπουδών και την ανάπτυξη της τεχνικής και επαγγελματικής εκπαίδευσης». Το καθεστώς ενδιαφέρθηκε ευθύς εξαρχής για την ανάπτυξη της τεχνικής εκπαίδευσης, αλλά η απαξίωση της δημοτικής θα συνεχιστεί με ένταση για δύο ακόμη χρόνια.

Τούτες οι θεσμικές ρυθμίσεις συνοδεύτηκαν από σύστοιχες κινήσεις στον χώρο των παιδαγωγικών εντύπων και στο σώμα των εκπαιδευτικών. Με την εγκαθίδρυση της δικτατορίας απαγορεύτηκε η κυκλοφορία των τεσσάρων παιδαγωγικών εντύπων από τα έξι συνολικά που κυκλοφορούσαν. Τα δύο από αυτά ήταν τα συνδικαλιστικά έντυπα των δασκάλων και των καθηγητών και απαγορεύτηκαν κυρίως ως συνδικαλιστικά – παρότι ταυτοχρόνως ήταν και δημοτικιστικά. Τα άλλα δύο όμως ήταν αμιγώς παιδαγωγικά περιοδικά, προπύργια του εκπαιδευτικού δημοτικισμού στη συγκυρία εκείνη. Η Σχολική Εφημερίς, που επικεντρωνόταν σε ζητήματα εφαρμοσμένης παιδαγωγικής και είχε ως συνεργάτες κυρίως δημοτικιστές δασκάλους και η Παιδεία, που συσπείρωνε την υψηλή διανόηση του εκπαιδευτικού δημοτικισμού. Να σημειώσω παρενθετικά ότι το τεύχος 7-8 της Παιδείας (Ιούλης-Αύγουστος 1936) ήταν στο στάδιο της τελευταίας τυπογραφικής διόρθωσης όταν επιβλήθηκε η Δικτατορία. Βρέθηκε στα κατάλοιπα του εκδότη του, του παιδαγωγού Μίλτου Κουντουρά, και εκδόθηκε εντέλει εξήντα έξι χρόνια αργότερα, τον Φεβρουάριο του 2002, από τις εκδόσεις Μεταίχμιο με πρωτοβουλία και φροντίδα του Αλέξη Δημαρά (και συνεργασία δική μου). Σε αντίθεση με τα δημοτικιστικά έντυπα, συνέχισαν να εκδίδονται ανενόχλητα τα δύο συντηρητικά παιδαγωγικά περιοδικά, τα Εκπαιδευτικά Χρονικά και ο Ερμής – υπάρχουν μάλιστα ορισμένες ενδείξεις ότι ενισχύονταν ποικιλότροπα.

H δήλωση, συνεπώς, του Μεταξά στην εφημερίδα Βραδυνή και η προβολή των απόψεων του Δελμούζου από τη φιλική προς το καθεστώς Πρωΐα, διόλου δεν θα εμποδίσουν τον πλήρη εξοβελισμό της δημοτικής γλώσσας από το σχολείο. Φαίνεται πως ο στόχος των δύο δημοσιευμάτων στη συγκυρία του ’36 ήταν λιγότερο φιλόδοξος: Να διαχωρίσουν τους πρώην φιλελεύθερους δημοτικιστές (αλλά όλο και περισσότερο απολίτικους) από τους «επικίνδυνους» κομμουνιστές και να τους προφυλάξουν από τον ρεβανσισμό των εκπαιδευτικών μηχανισμών που ελέγχονταν κυρίως από τους συντηρητικούς καθαρολόγους. Αν αυτός ήταν ο στόχος, θα επιτευχθεί στο ακέραιο. Οι πιο δραστήριοι μάλιστα και πιο πολιτικοποιημένοι από τους δημοτικιστές (όσοι κινούνταν ανάμεσα στον βενιζελισμό και την Αριστερά) θα δοκιμάσουν τα όρια της ανοχής του συστήματος εκδίδοντας το περιοδικό Παιδαγωγική. Αφανής εκδότης ο Κώστας Σωτηρίου, πνευματικό παιδί του Δημήτρη Γληνού. Το τίμημα, ωστόσο, για την επιβίωσή τους ήταν η θυσία των όποιων πολιτικών διαστάσεων της ταυτότητάς τους – η οχύρωσή τους πίσω από ένα αμιγώς παιδαγωγικό προσωπείο.

Όσοι, βεβαίως, από τους δημοτικιστές εξέλαβαν τη σχετική ανοχή του καθεστώτος απέναντί τους ως πράσινο φως για την έμπρακτη εκδήλωση των γλωσσικών τους προτιμήσεων, κάθε άλλο παρά ωφέλησαν την επαγγελματική τους σταδιοδρομία. Όταν, για παράδειγμα, ένας δημοτικιστής δάσκαλος με συγγραφικό έργο αξίας, ο Γεώργιος Δάνος, έστειλε ένα αντίτυπο ενός παιδαγωγικού βιβλίου του στον ισχυρό άνδρα του Υπουργείου Παιδείας, τον εκπαιδευτικό σύμβουλο Σπυρίδωνα Καλλιάφα, έλαβε την ακόλουθη, εξόχως εύγλωττη, απάντηση: «Πολύ […] σας παρακαλώ να μη με αξιώσετε ποτέ της τιμής να μοι αποστείλετε δημοσίευμά σας εις τοιαύτην, οικτράν γλώσσαν συντεταγμένον. Ελπίζω δε, ότι και σεις, επειδή είσθε ακόμη νέος, θα πεισθήτε μετ’ ου μακρόν χρόνον, ότι παρήλθεν ο χρόνος της ολεθρίας εις την διανοητικήν και ηθικήν ανάπτυξιν της νεολαίας γλωσσικής ατασθαλίας…». Με τέτοια εικόνα στο ελεγχόμενο από τους καθαρευουσιάνους Εκπαιδευτικό Συμβούλιο, δεν θα ήταν άστοχο να υποθέσουμε πως ο Δάνος έχασε τη θέση του επιθεωρητή, που με αξιώσεις διεκδίκησε στα 1938, εξαιτίας του δημοτικισμού του.

Οι στιγματισμένοι, βεβαίως, ως κομμουνιστές δάσκαλοι και καθηγητές είχαν πολύ περισσότερα να χάσουν από μια θέση στην εκπαιδευτική ιεραρχία. Θα διωχθούν ποικιλοτρόπως και ανηλεώς, οι περισσότεροι θα απολυθούν και κάμποσοι θα εκτοπισθούν – ανάμεσά τους και ο επιφανέστερος όλων, ο Δημήτρης Γληνός, βουλευτής το ’36 του Κομμουνιστικού Κόμματος, ο οποίος θα «ξοδέψει» την επόμενη τετραετία στην Ανάφη, την Ακροναυπλία και τη Σαντορίνη.

 

Το φλερτ του Μεταξά με τους δημοτικιστές και η αλλαγή προσανατολισμού στους εκπαιδευτικούς μηχανισμούς

Ώς το 1938, τίποτε δεν φαινόταν ικανό να απειλήσει την κυριαρχία των συντηρητικών καθαρολόγων στο χώρο της εκπαίδευσης. Στα τέλη Νοεμβρίου, όμως, ο πανίσχυρος και ευνοούμενος του παλατιού υπουργός Παιδείας θα αποπεμφθεί από την κυβέρνηση με συνοπτικές διαδικασίες και το Υπουργείο Παιδείας θα αναλάβει ο ίδιος ο Ιωάννης Μεταξάς. Αφορμή για την απομάκρυνση του Γεωργακόπουλου στάθηκε η ενεργός ανάμειξή του στις διαδικασίες ανάδειξης νέου αρχιεπισκόπου. Εκτιμώ, ωστόσο, πως οι λόγοι ήταν ευρύτεροι: σχετίζονται με τη συστηματική προσπάθεια του Μεταξά να αποκτήσει τον πλήρη έλεγχο της κυβέρνησης και των μηχανισμών του κράτους, ώστε να ορίσει με σαφήνεια τον χαρακτήρα του καθεστώτος. Σε αυτό, το ευρύτερο εγχείρημα, το σχολείο θα κληθεί να συνεισφέρει με τον δικό του τρόπο.

Αναλαμβάνοντας το Υπουργείο Παιδείας, ο Μεταξάς φρόντισε ευθύς εξαρχής να ξεκαθαρίσει τα όρια της ανοχής του: «Δεν επιτρέπω», τόνισε, «από κανένα –και παρακαλώ να το γνωρίσετε εις όλους τους υφισταμένους σας– καμίαν υπόκωφον αντίστασιν εις τας θελήσεις μου καθ’ οιονδήποτε τρόπον εκδηλουμένην». Η αυταρχική αυτή προειδοποίηση αποτιμήθηκε από μέρος της εκπαιδευτικής ιστοριογραφίας ως μήνυμα προς τους εκπαιδευτικούς της βάσης και δη τους δημοτικιστές. Αντιθέτως, θα απευθύνεται μάλλον στα στελέχη του υπουργείου και θα προαναγγείλει τον επερχόμενο παραμερισμό των συντηρητικών καθαρολόγων από τα κέντρα αποφάσεων και τη συστηματική διεύρυνση του χώρου επικοινωνίας του καθεστώτος με τους πρώην φιλελεύθερους, μα όλο και περισσότερο πλέον αποστασιοποιημένους από την πολιτική, δημοτικιστές. Οι πιο γνωστές και πιο σημαντικές (συμβολικά και ουσιαστικά) κινήσεις σε αυτή την κατεύθυνση ήταν αναμφίβολα η ανάθεση στον Μανώλη Τριανταφυλλίδη να συντάξει τη Γραμματική της Δημοτικής και η εμφύτευση του δημοτικιστή καθηγητή Ιωάννη Κακριδή στο κάστρο των συντηρητικών καθαρολόγων: τη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Ταυτόχρονα με τις αλλαγές στην ανθρωπογεωγραφία, θα δρομολογηθούν και οι θεσμικές αναρρυθμίσεις. Η δημοτική γλώσσα θα επανεισαχθεί στις έξι τάξεις του Δημοτικού και θα διδάσκεται (παράλληλα με την καθαρεύουσα) στις τρεις πρώτες του Γυμνασίου. Θα ανακτήσει, δηλαδή, πλήρως το χαμένο της έδαφος και θα ξεπεράσει κατά τι τις ρυθμίσεις του ’29. Ταυτόχρονα τα αρχαία ελληνικά εξοβελίζονται από την επαγγελματική εκπαίδευση, ενώ τα αναγνωστικά βιβλία του Δημοτικού ξαναγράφονται, αυτή τη φορά σε ανόθευτη δημοτική με βάση τους γραμματικούς κανόνες του Τριανταφυλλίδη.

Η συντηρητική αντιμεταρρύθμιση, συνεπώς, ως κατευθυντήριος άξονας στον χώρο της εκπαίδευσης, θα εγκαταλειφθεί απότομα από το καθεστώς στα τέλη του 1938. Τούτο, βεβαίως, διόλου δεν σημαίνει την επάνοδο στο πνεύμα του εκπαιδευτικού δημοτικισμού, στη φιλελεύθερη δηλαδή αστική πρόταση για την εκπαίδευση.

Ο Μεταξάς θα επιχειρήσει την έξοδο από το δίπολο – μια ορισμένη έξοδο. Η ανάγνωση δύο τυπικών αποσπασμάτων από τα αναγνωστικά του 1939 υποψιάζουν για τη νέα κατεύθυνση στην οποία επιχειρείται να προσανατολιστούν οι εκπαιδευτικοί μηχανισμοί. Διαβάζω από το αναγνωστικό της Β΄ Δημοτικού: «Ο Διευθυντής μοίρασε σήμερα τα σήματα της Νεολαίας στα παιδιά της δευτέρας τάξης και είπε: Πρέπει να γίνετε καλοί και πειθαρχικοί! Πρέπει να κάνετε πάντα και παντού το χρέος σας. Από σήμερα είστε μικροί στρατιώτες!». Και από το αναγνωστικό της ΣΤ΄: «Την Κυριακή, παιδιά, είπε ο αρχηγός της Νεολαίας του σχολείου μας, θα πάμε όλοι μαζί στο στάδιο. Θα γίνει η ορκωμοσία των νεοσύλλεκτων στρατιωτών. Θα μαζευτούμε από τις δύο στο σχολείο, για να βρεθούμε νωρίς στο στάδιο. Από τη μία [κιόλας] η αυλή του σχολείου άρχισε να γεμίζη… Σε λίγο όλη η γειτονιά αντηχούσε το ρυθμικό βήμα και τα χαρμόσυνα τραγούδια μας».

Η Νεολαία, λοιπόν. Η Εθνική Οργάνωση Νεολαίας. Η περιβόητη Ε.Ο.Ν. για την οποία έχουν γραφτεί ήδη πολλά και έγκυρα. Από αυτά μπορούμε να αντλήσουμε αρκετά στοιχεία που καταδεικνύουν πως στα τελευταία δύο χρόνια της ζωής του καθεστώτος ολόκληρη η καθημερινότητα του σχολείου θα περιστρέφεται ολοένα και περισσότερο γύρω από τη ζωή και τη δική της δράση. Από τις αρχές του 1939 και ύστερα Ε.Ο.Ν. και σχολείο θα συνδεθούν άρρηκτα. Καλύτερα: Το σχολείο θα συρθεί στο άρμα της Ε.Ο.Ν. Οι δάσκαλοι υποχρεώνονται έμμεσα και όταν τυχόν αδιαφορούν, άμεσα, να συνεργάζονται στενά με τους βαθμοφόρους της Νεολαίας. Ενδεικτικό του ποιος, σε αυτή τη σχέση, έχει το προβάδισμα: Οι δάσκαλοι οφείλουν να χαιρετούν με σεβασμό τους βαθμοφόρους της Ε.Ο.Ν.! Υπήρξαν ακόμη και θεσμικές ρυθμίσεις πρωτοφανείς στην ιστορία της εκπαίδευσης. Όπως, για παράδειγμα, η Τετάρτη, που από τυπική ημέρα μαθημάτων θα μεταβληθεί σε ημέρα αφιερωμένη πλήρως στις δραστηριότητες της Ε.Ο.Ν. Αλλά πώς σχετίζεται με όλα τούτα η δημοτική γλώσσα;

Η Ε.Ο.Ν., ως οιονεί φασιστικό κόμμα που αποσκοπούσε να περιλάβει το σύνολο των νέων, αγόρια και κορίτσια, από τα πρωτάκια ώς τη φοιτητιώσα νεολαία, να οργανώσει το σύνολο της ζωής τους, να κινητοποιήσει την ψυχή και το σώμα τους, είχε απόλυτη ανάγκη από ένα όργανο επικοινωνίας άμεσο, ζωντανό και διαταξικό. Και ως προς αυτό τουλάχιστον κανείς δεν αμφισβητούσε την υπεροχή της δημοτικής, από τα χρόνια ήδη της λογοτεχνικής γενιάς του 1880. Η δημοτική γλώσσα, δηλαδή, προκρίθηκε ως άξονας της εκπαιδευτικής πολιτικής του καθεστώτος, όταν ο Μεταξάς, ελέγχοντας πλήρως την κυβέρνηση και αρκετούς από τους μηχανισμούς του κράτους, αποπειράθηκε το πέρασμα από μια δικτατορία που επικάθηται διά της βίας στην κοινωνία σε ένα φασιστικό κράτος που ενσωματώνει την κοινωνία διά της ιδεολογίας και δράσης.

Στην πορεία αυτή η Ε.Ο.Ν. ήταν το όχημα – το μόνο όχημα που διέθετε.
Και η δημοτική γλώσσα το ελάχιστο προαπαιτούμενο – η καύσιμη ύλη του οχήματος.

 

Χρυσή Αυγή και γλωσσική πολιτική

Αν και ο Μεταξάς, όπως ελπίζω πειστικά υποστηρίχθηκε, αξιοποίησε τη δημοτική γλώσσα στην προσπάθειά του να συγκροτήσει εκ των άνω ό,τι η ίδια η ελληνική κοινωνία του Μεσοπολέμου, παρά την τότε οικονομική και κοινωνική κρίση, δεν γέννησε, ένα φασιστικό κίνημα δηλαδή, τούτο διόλου δεν μειώνει την αυτοτελή μορφωτική αξία της γλωσσικής πολιτικής του. Αντιθέτως, οι σύγχρονοι θιασώτες του ναζισμού δεν φαίνεται να πολυνοιάζονται για την καλλιέργεια της γλώσσας. Ίσως διότι κατάφεραν ό,τι δεν κατάφερε εκείνος. Να συγκροτήσουν πράγματι ένα λαϊκό κίνημα. Για τη συγκρότησή του αξιοποίησαν βεβαίως την οικονομική κρίση μα επίσης, από ένστικτο μάλλον παρά ως ορθολογική επιλογή, και μια γλώσσα που φαίνεται πως διαθέτει την ικανότητα να αποδίδει την οργή των ολοένα και πιο εξαθλιωμένων, ολοένα και περισσότερο οργισμένων μικροαστών.

 Μία από τις δημοσκοπήσεις των τελευταίων ημερών προσπάθησε να σκιαγραφήσει το προφίλ του «αμετανόητου χρυσαυγίτη». Συνοψίζω, με όλους τους κινδύνους που περιέχουν παρόμοιες σχηματικές αποτιμήσεις. Ο τυπικός χρυσαυγίτης είναι άνδρας, με μέσο ή χαμηλό μορφωτικό επίπεδο, ο οποίος πολιτικά αυτοτοποθετείται στο κέντρο και κατείχε ώς πρόσφατα μια μικροαστική κοινωνική θέση μα δέχθηκε ισχυρά πλήγματα από την κρίση που τον οδήγησαν στην ανεργία ή σε σημαντική μείωση εισοδημάτων. Αν έτσι είναι, η Χρυσή Αυγή θα πρέπει να θεωρηθεί ένα κατά βάση νέο φαινόμενο στην ελληνική πολιτική σκηνή. Είναι το πολιτικό αποτέλεσμα του τρόπου με τον οποίο αντιδρά στην οικονομική κρίση μια ορισμένη κοινωνική, πολιτική και πολιτισμική κατηγορία του πληθυσμού. Να υποθέσουμε, κατ’ αντιδιαστολή, ότι η Δημοκρατία μπορεί να συσχετισθεί αιτιακά με μια υψηλά μορφωμένη μεσαία τάξη; Άρα και γλωσσικά καλλιεργημένη;

 

 

 

files/chronosmag/themes/theme_one/faviconXronos.png

 

 

  ΧΡΟΝΟΣ 06 (10.2013)