μια ιδιοφυία της διαλεκτικής

 

Ένα πολιτικό νουάρ μυθιστόρημα γίνεται αφορμή για να συζητηθεί
η επικαιρότητα της σκέψης της Ρόζας Λούξεμπουργκ

 

Θανάσης Μήνας

 

Η Ιστορία δεν επαναλαμβάνεται, αλλά μοιάζει με τον εαυτό της. Η παραδοχή ότι η σημερινή εποχή εμφανίζει ομοιότητες με την εποχή του Μεσοπολέμου μας αναγκάζει να εξετάσουμε με μεγάλη προσοχή εκείνη την περίοδο προσπαθώντας να κατανοήσουμε αποτελεσματικά το σημερινό γίγνεσθαι. Υπ’ αυτό το πρίσμα η επανεξέταση και η επικαιροποίηση του έργου της Ρόζας Λούξεμπουργκ παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον.

Θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι ανάμεσα στους επαναστατικούς κύκλους των αρχών του 20ού αιώνα η περίπτωση της Ρόζας Λούξεμπουργκ είναι αυτή που προσιδιάζει περισσότερο στις ειδικές συνθήκες της σημερινής παγκοσμιοποιημένης κοινωνίας. Η Ρόζα κλήθηκε να παλέψει σε πολλά μέτωπα: γεννήθηκε στην Πολωνία το 1871, την εποχή που η τελευταία βρισκόταν υπό διττή ρωσική (τσαρική)-γερμανική (αυτοκρατορική) επικυριαρχία· μολαταύτα, ουδέποτε ασπάστηκε τον αναδυόμενο πολωνικό εθνικισμό, αντιθέτως έθεσε με αδιάπτωτη συνέπεια το εθνικό-κοινωνικό ζήτημα στη διεθνιστική προοπτική του, γεγονός που σήμερα προσδίδει εξαιρετική επικαιρότητα στη σκέψη της. Συγχρόνως η εβραϊκή καταγωγή της, αν και η ίδια δεν αυτοπροσδιοριζόταν με βάση αυτό το στοιχείο της ταυτότητάς της, την καθιστούσε εύκολο στόχο σε μια εποχή που ο αντισημιτισμός ήταν διαδεδομένος στην ιδιαίτερη πατρίδα της. Συν τις άλλοις είχε να αντιμετωπίσει την καχυποψία και εκ των έσω: η Ρόζα ήταν μια χειραφετημένη γυναίκα σε έναν κόσμο που, ακόμα και στους κύκλους της πρωτοπορίας, κυριαρχούσαν οι άντρες. Στην εισαγωγή του βιβλίου της Λούξεμπουργκ Μεταρρύθμιση ή επανάσταση. Η γενική απεργία (Πολύτροπον, 2009, μτφρ. Σπυριδούλα Βάνα), η Helen Scott σημειώνει: «Κατά τη διάρκεια της ζωής της (Ρόζας Λούξεμπουργκ) η ιστορία ταλαντεύτηκε προς πολλές κατευθύνσεις. Η παγκόσμια σοσιαλιστική επανάσταση ήταν μια αληθινή προοπτική. Αλλά, αντίθετα, ο καπιταλισμός επιβεβαίωσε τον εαυτό του και εγκαινίασε μια από τις πιο σκληρές περιόδους στην ιστορία. Η Λούξεμπουργκ ήταν ένα δημιούργημα εκείνων των καιρών, αλλά επίσης και σε έναν ασυνήθιστο βαθμό τούς επηρέασε, παλεύοντας υπέρ του σοσιαλισμού και κατά της βαρβαρότητας».

Στην πλούσια βιβλιογραφία για τη ζωή και το έργο της Λούξεμπουργκ έρχεται πλέον να προστεθεί και ένα… αστυνομικό μυθιστόρημα: το Ρόζα του Τζόναθαν Ραμπ (Πόλις, σ. 560, μτφρ. Ρηγούλα Γεωργιάδου). Ο Ραμπ ειδικεύεται στο πολιτικό θρίλερ. Το παρόν μυθιστόρημα, που εξερευνά τις πραγματικές συνθήκες κάτω από τις οποίες βρήκε τον θάνατο η Λούξεμπουργκ, είναι το πρώτο βιβλίο στην τριλογία η οποία συνεχίζεται με τα μυθιστορήματα Shadow and Light και TheSecondSon· το δεύτερο μέρος αφορά τις μέρες της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης και το τρίτο στις παραμονές της ανόδου των ναζί στην εξουσία. Και στα τρία βιβλία κεντρικός ήρωας είναι ο αστυνομικός επιθεωρητής Νικολάι Χόφνερ της Kriminalpolizei (Kripo).

 

Η κριτική ανάγνωση των Μαρξ και Λένιν

Η Ρόζα Λούξεμπουργκ πρωτοστάτησε στην ίδρυση του Πολωνικού Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος και αναδείχθηκε σε ηγετική μορφή του. Το τελευταίο αρχικά ήταν εναρμονισμένο με το αντίστοιχο γερμανικό και ακολουθούσε τη γραμμή του προγράμματος της Ερφούρτης. Η ρωσική επανάσταση του 1905 και η διάσπαση της ρωσικής Σοσιαλδημοκρατίας σε μενσεβίκους και μπολσεβίκους έφερε τους συντρόφους της Ρόζας πιο κοντά στους δεύτερους. Παρ’ όλα αυτά, δεν δίστασε να έρθει κατά καιρούς σε κριτική αντιπαράθεση (ενδεχομένως όχι τόσο οξεία όσο παρουσιάζεται) με τον Λένιν, κυρίως σε σημαντικά οργανωτικά ζητήματα. Για παράδειγμα, το έργο της Οργανωτικά ζητήματα της ρωσικής σοσιαλδημοκρατίας αποτελεί αν όχι απάντηση, τότε σίγουρα κριτική συμπλήρωση του γνωστού έργου του Λένιν Ένα βήμα μπρος, δύο βήματα πίσω: η Ρόζα δυσπιστούσε στην ανάγκη επιβολής του «δημοκρατικού συγκεντρωτισμού» και στην προοπτική του «Κόμματος Νέου Τύπου». Η πίστη της στην «αυτενέργεια της εργατικής τάξης» ήταν ακλόνητη, αν και μάλλον υπερεκτίμησε κάπως την ικανότητα του προλεταριάτου να δρα αποτελεσματικά χωρίς καθοδήγηση.

Εξαιρετικά επίκαιρες παραμένουν και οι αναλύσεις της σχετικά με τη σχέση βάσης-εποικοδομήματος, αν και η ίδια δεν χρησιμοποιεί αυτούς τους όρους. Η έμφαση ωστόσο που έδινε στη φράση «η γνώση είναι δύναμη», αποσυνδέοντάς την τελείως από την αντίληψη του αστικού ατομικισμού, μας υποδεικνύει ότι μάλλον κινείτο προς αυτή την κατεύθυνση έστω και αν δεν την εξέφραζε καθαρά.

Άνθρωπος με ευρεία εγκυκλοπαιδική μόρφωση, η Λούξεμπουργκ αντιλήφθηκε έγκαιρα ότι δεν είναι μόνο οι παραγωγικές δυνάμεις και σχέσεις αυτές που καθορίζουν τις κοινωνικές και πολιτικές σχέσεις στον σύγχρονο κόσμο. Η έννοια της «ηγεμονίας» που θα επεξεργαζόταν μερικά χρόνια αργότερα ο Γκράμσι, ζήτημα που παραμένει κρίσιμο για την Αριστερά, ιδιαιτέρως για την ελληνική, απαντά, εμβρυακά έστω, στο έργο της Λούξεμπουργκ. Καίριες ήταν και οι αναλύσεις της με βάση της αρχές του ιστορικού υλισμού. Ανάμεσα στους θεωρητικούς της εποχής της, ήταν εκείνη που είχε κατανοήσει ίσως πιο βαθιά από κάθε άλλον τις έννοιες-κλειδί της μαρξιστικής πολιτικής οικονομίας. Σε αρκετές περιπτώσεις μάλιστα δεν δίστασε να προχωρήσει σε κριτικές συμπληρώσεις πάνω σε σημεία του έργου του Μαρξ. Για παράδειγμα, στη Συσσώρευση του κεφαλαίου η Λούξεμπουργκ διαπιστώνει μια ασυνέχεια στο διάγραμμα του Μαρξ για την αυξημένη παραγωγή, υπογραμμίζοντας ορθά ότι έτσι δεν μπορεί να εξηγηθεί ικανοποιητικά η ιστορική διαδικασία της συσσώρευσης του κεφαλαίου. Εκτός από αυτό, η διδακτορική της εργασία Η βιομηχανική ανάπτυξη στην Πολωνία τηρουμένων των αναλογιών είναι εφάμιλλη του έργο Η βαριά βιομηχανία στην Ελλάδα του Δημήτρη Μπάτση.

 

Η αντιπαράθεση με τη Σοσιαλδημοκρατία

Εξόριστη αρχικά στη Ζυρίχη, η Λούξεμπουργκ εγκαταστάθηκε το 1898 στο Βερολίνο, όπου η δράση σοσιαλιστικών κομμάτων ήταν νόμιμη, θεωρώντας ότι από εκεί θα μπορούσε να συμβάλει περισσότερο στην ανάπτυξη του διεθνούς σοσιαλιστικού κινήματος. Ενσωματώθηκε στο S.P.D. και ηγήθηκε της αριστερής πτέρυγας του κόμματος. Φίλη και συνεργάτης αρχικά του Καρλ Κάουτσκυ, ήρθε αργότερα σε αντιπαράθεση μαζί του εξαιτίας της μεταστροφής του (μαζί με το S.P.D.) σε πιο ρεβιζιονιστικές θέσεις, ενώ σφοδρή ήταν και η πολεμική της με τον Έντουαρντ Μπέρνσταϊν. Η δεξιά στροφή του S.P.D. οδήγησε τελικά το κόμμα σε διάσπαση τις παραμονές του Α΄ Παγκοσμίου πολέμου. Η δεξιά του πτέρυγα παρέμεινε στο S.P.D., η κεντρώα ίδρυσε το Ανεξάρτητο Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα και η αριστερά το Κομμουνιστικό Κόμμα (την επονομαζόμενη οργάνωση Σπάρτακος). Επιγραμματικά, οι βασικές θέσεις των τριών κομμάτων ήταν: οι πρώτοι έλεγαν «ναι στον πόλεμο – όχι στην επανάσταση», οι δεύτεροι «όχι στον πόλεμο – όχι στην επανάσταση» και οι τρίτοι «όχι στον πόλεμο – ναι στην επανάσταση». Όταν η γερμανική Βουλή ενέκρινε με τις ψήφους του S.P.D. τις πιστώσεις για τον πόλεμο, οι κομμουνιστές αντέδρασαν έντονα. Η Λούξεμπουργκ και ο σύντροφός της Καρλ Λήμπκνεχτ συνελήφθησαν με την έναρξη του πολέμου και παρέμειναν φυλακισμένοι το μεγαλύτερο μέρος του. Κατόρθωσαν να απελευθερωθούν μέσα στη γενικότερη αναταραχή που ακολούθησε τη λήξη του πολέμου. Επέστρεψαν στο Βερολίνο όπου οι εργάτες και οι δυσαρεστημένοι στρατιώτες που γυρνούσαν από το μέτωπο προκάλεσαν εξέγερση.

Στις 15 Ιανουαρίου του 1919 η Ρόζα Λούξεμπουργκ και ο Καρλ Λήμπκνεχτ συνελήφθησαν από άντρες των παραστρατιωτικών Freikorps, που επιστράτευσε η κυβέρνηση, στην οποία συμμετείχε το S.P.D., προκειμένου να συντρίψει την εργατική εξέγερση. Μεταφέρθηκαν στο ξενοδοχείο Eden όπου τους ανέκριναν βίαια και στη συνέχεια τους κατάφεραν χτυπήματα στο κεφάλι με κοντάκια τουφεκιών (ο Λήμπκνεχτ επιπλέον πυροβολήθηκε). Αμφότεροι τραυματίστηκαν θανάσιμα. Το άψυχο σώμα της Λούξεμπουργκ ρίχτηκε σε κανάλι του ποταμού Σπρέε και χρειάστηκε να περάσουν περίπου τέσσερις μήνες μέχρις ότου εντοπιστεί. Η δολοφονία της αποδόθηκε γενικώς και αορίστως σε ομάδες του όχλου που βρίσκονταν στους δρόμους. Σε ό,τι αφορά την ηθική αυτουργία και τις ευθύνες των πρώην συντρόφων της, των σοσιαλδημοκρατών, σύμφωνα με μια κάπως κυνική διατύπωση, η δολοφονία της Λούξεμπουργκ αποτέλεσε το «προπατορικό αμάρτημα» της Σοσιαλδημοκρατίας.

 

Η δολοφονία της Ρόζας, πυρήνας ενός πολιτικού θρίλερ

Το μυθιστόρημα του Ραμπ είναι καλογραμμένο και αγωνιώδες σε συναρπαστικό βαθμό. Αν και πρόκειται για πολιτικό νουάρ, ο συγγραφέας ξεδιπλώνει την πλοκή του με άξονα τη δράση ενός σίριαλ κίλερ (τον οποίο αναζητά ο Χόφνερ). Ένας ψυχοπαθής δολοφόνος λοιπόν φέρεται να δρα στο Βερολίνο τις μέρες της εξαφάνισης της Ρόζας. Έχει σκοτώσει πέντε γυναίκες και έχει χαράξει στα κορμιά τους παράξενα, λεπτεπίλεπτα μοτίβα. Όταν ανευρίσκεται το πτώμα της Λούξεμπουργκ, φέρει παρόμοια σημάδια. Ο Χόφνερ δεν πείθεται ότι ένας ψυχοπαθής δολοφόνησε τη Ρόζα. Εικάζει ότι κάποιοι επιδιώκουν να του φορτώσουν τη δολοφονία προκειμένου να αποκρύψουν τα πολιτικά κίνητρά της, και ερευνά προς αυτή την κατεύθυνση. Επιπλέον ανακαλύπτει ότι τα χαραγμένα στα κορμιά των θυμάτων μοτίβα είναι εβραϊκής τεχνοτροπίας. Σκαλίζοντας βαθιά, συνειδητοποιεί ότι πρόκειται για προβοκάτσια· κάποιοι επιδιώκουν να στοχοποιήσουν τον εβραϊκής καταγωγής πληθυσμό (ο αντισημιτισμός είναι από τα κύρια ζητήματα που θίγονται στο μυθιστόρημα). Στην υπόθεση εξάλλου εμπλέκεται η παντοδύναμη Ασφάλεια (Polpo), η οποία λειτουργεί ανταγωνιστικά ως προς την Kripo και ελέγχεται από τους πλέον συντηρητικούς κύκλους. Οι πρώτοι εθνικοσοσιαλιστές εξάλλου έχουν κάνει ήδη την εμφάνισή τους.

Ορισμένες από τις πιο καλογραμμένες σελίδες του βιβλίου εκτυλίσσονται στο Μόναχο: εθνικοσοσιαλιστές, μυστικιστές τυχοδιώκτες ψευδοϊδεολόγοι, συντηρητικοί και ασφαλίτες ραδιουργούν με την ανοχή της Σοσιαλδημοκρατίας, προκειμένου να ανατρέψουν τη βραχύβια –όπως αποδείχθηκε– Σοβιετική Δημοκρατία της Βαυαρίας, που εγκαθίδρυσε ο Κουρτ Άισνερ (ηγετική φυσιογνωμία του Ανεξάρτητου Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος). Αν για τον ελληνικό Μεσοπόλεμο ισχύει η Επαγγελία της αδύνατης επανάστασης (σύμφωνα με τη διατύπωση του Άγγελου Ελεφάντη), τότε στη Γερμανία τα γεγονότα του 1919-23 συνιστούν, πράγματι, μια Χαμένη επανάσταση, όπως αναφέρει στο ομώνυμο βιβλίο του ο Chris Hartman (Μαρξιστικό Βιβλιοπωλείο, 2008).

 

Ραμπ, Κερ, Τσάντλερ

Το μυθιστόρημα του Τζόναθαν Ραμπ παρουσιάζει εμφανείς ομοιότητες με την Τριλογία του Βερολίνου του Φίλιπ Κερ, αν και τοποθετείται περίπου είκοσι χρόνια πριν από την τελευταία. Όπως ο Κερ, έτσι και ο Ραμπ (ο οποίος έχει σπουδάσει ιστορία με υποτροφία στη Γερμανία) αναπαριστά με αξιοθαύμαστη μαεστρία την ανθρωπογεωγραφία του πρώιμου μεσοπολεμικού Βερολίνου και πιάνει τον παλμό του εκρηκτικού κλίματος της εποχής εκείνης. Σημαντικές ομοιότητες εντοπίζονται και στους κεντρικούς ήρωες των δύο συγγραφέων. Ο αστυνομικός επιθεωρητής Νικολάι Χόφνερ του Ραμπ, όπως και ο ιδιωτικός ντετέκτιβ Μπέρνι Γκούντερ του Κερ, είναι ακέραιοι χαρακτήρες και άνθρωποι με δημοκρατικές ευαισθησίες. Ο πρώτος εναντιώνεται (όσο τον παίρνει) στους παρακρατικούς μηχανισμούς της Ασφάλειας, ο δεύτερος επιλέγει (με προσωπικό ρίσκο) να μη συνταχθεί με την κυρίαρχη στη Γερμανία της εποχής του ναζιστική ιδεολογία και πρακτική. Και οι δύο ήρωες πάντως, περισσότερο ο Γκούντερ και λιγότερο ο Χόφνερ, οφείλουν τα μάλα στον αρχετυπικό ήρωα του νουάρ: τον Φίλιπ Μάρλοου. Θα μπορούσαν να ειδωθούν ως προβολές του εμβληματικού ήρωα του Ρέυμοντ Τσάντλερ, προσαρμοσμένες στο δικό τους ιστορικό γίγνεσθαι. Αξίζει μάλιστα να σημειωθεί το κλείσιμο του ματιού του Ραμπ στον μετρ του νουάρ: η φιλική (αλλά και ανταγωνιστική) σχέση μεταξύ του Χόφνερ και του 23χρονου βοηθού του Χανς Φίχτε αποτελεί μια παραλλαγή της ιδιόρρυθμης φιλίας που αναπτύσσει ο Μάρλοου με τον ερωτοχτυπημένο γιγαντόσωμο κακοποιό Μουζ Μαλλόυ στο Αντίο γλυκιά μου του Τσάντλερ.

 

Το πορτρέτο μιας επαναστάτριας

Όσο για τους υπόλοιπους χαρακτήρες, με εξαίρεση τη Ρόζα, ο Ραμπ τοποθετεί τα περισσότερα από τα ιστορικά πρόσωπα στο περιθώριο της αφήγησης. Η Κλάρα Τσέτκιν και ο Καρλ Λήμπκνεχτ απλώς αναφέρονται. Ομοίως ο συγγραφέας δεν ασχολείται ιδιαίτερα με τις προσωπικότητες των ηγετών της δεξιόστροφης πτέρυγας των σοσιαλδημοκρατών: του Έμπερτ, του Νόσκε και του Σάιντεμαν. Δεν διστάζει όμως να τους υποβάλει σε κριτική. Ο συγγραφέας δεν τους χρεώνει ξεκάθαρα τη δολοφονία της Ρόζας, όμως με μια λεπτή ειρωνεία που διαπερνά το κείμενο, υπογραμμίζει τις ιστορικές τους ευθύνες για τη συνεργασία της Σοσιαλδημοκρατίας με τους πλέον αντιδραστικούς κύκλους – γεγονός που όπως αποδείχθηκε είχε ολέθριες συνέπειες.

Μόνον ο Λήο Γιόγκισες, σύντροφος της Ρόζας στη ζωή και στην επανάσταση, έχει σημαντικό ρόλο στην αφήγηση. Ο Ραμπ σκιαγραφεί με δεξιοτεχνία την περσόνα του επαναστάτη που έχει περάσει στην παρανομία. Κινούμενος πάντα στις σκιές, ο Γιόγκισες γίνεται ο αρωγός του Χόφνερ και ο βασικός πληροφοριοδότης του στην έρευνά του. Μέσα από τους διαλόγους των δύο αντρών αλλά και μέσα από την αλληλογραφία της Λούξεμπουργκ και του Γιόγκισες, σκιαγραφείται και το πορτρέτο της ίδιας της Ρόζας· της μεγάλης επαναστάτριας αλλά και του αυθεντικού ανθρώπου με τα προτερήματα και τις αδυναμίες του.

Ο Χόφνερ (μαζί και ο Τζόναθαν Ραμπ) γοητεύεται από την προσωπικότητά της. Δεν στρατεύεται στον αγώνα της, αλλά σέβεται την ακλόνητη πίστη της στην επανάσταση και στα ιδεώδη του σοσιαλισμού. Ο Τζόναθαν Ραμπ μοιάζει να έχει ασχοληθεί με τα μαρξιστικά κείμενα, καθώς αναγνωρίζει την πολιτική οξυδέρκεια της Λούξεμπουργκ. Πολιτικά πάντα μιλώντας, η μυθιστορηματική Ρόζα προσομοιάζει σ’ εκείνη τη Ρόζα Λούξεμπουργκ την οποία ο Γκεόργκι Λούκατς αποκάλεσε «ιδιοφυΐα της διαλεκτικής».

 

files/chronosmag/themes/theme_one/faviconXronos.png

 

 

  ΧΡΟΝΟΣ 07 (11.2013)