ελλάδα και γερμανία: το τελευταίο ταγκό;

 

Thomas W. Gallant

Nicholas Family Endowed Chair of Modern Greek History
University of California, San Diego

READ THIS ARTICLE IN ENGLISH HERE

 

Η ταπεινωτική και οικονομικά εξουθενωτική «συμφωνία» που επιβλήθηκε στην Ελλάδα στις 12 Ιουλίου του 2015 ήταν ο πιο υπονομευτικός συμβιβασμός που επιβάλλεται σε χώρα από τον καιρό της Συνθήκης των Βερσαλλιών και αποκάλυψε αυτό που πολλοί είχαμε υποψιαστεί εδώ και καιρό: Η Γερμανία θέλει να βγει η Ελλάδα από την Ευρωζώνη, αν όχι από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Θα αφήσω άλλους να κάνουν εικασίες για το ποιοι μπορεί να είναι οι λόγοι που οι γερμανοί ηγέτες έχουν γίνει τόσο ανθέλληνες. Θέλω όμως να βάλω την παρούσα στάση της Γερμανίας απέναντι στην Ελλάδα στο σωστό ιστορικό της πλαίσιο. Βεβαίως και έχει υπάρξει πολλή συζήτηση τελευταία για τις ελληνο-γερμανικές σχέσεις και την ιστορία τους, αλλά έχει επικεντρωθεί σχεδόν αποκλειστικά στα γεγονότα της δεκαετίας του 1940. Και ενώ η καταστροφή που προκάλεσε η Βέρμαχτ και η Κατοχή του Άξονα στην Ελλάδα είναι αναμφισβήτητα τεράστια, η αποκλειστική επικέντρωση σε αυτές συνιστούν μυωπική αντίληψη της ιστορίας. Ελλάδα και η Γερμανία χορεύουν έναν μακρύ, αργό, χορό για σχεδόν 200 χρόνια τώρα, και σε όλη αυτήν την περίοδο η Γερμανία είναι σταθερά αυτή που οδηγεί, ενώ η Ελλάδα αναγκάζεται να χορέψει στον γερμανικό ρυθμό.

Σε πολλές από τις αναλύσεις για το πώς η Ελλάδα μπήκε σε αυτήν την κρίση επανέρχονται συνεχώς δύο κριτικές που βασίζονται σε χοντροκομμένα στερεότυπα. Το ένα είναι ότι δεν διαμορφώθηκε ποτέ πλήρως ένα κοινωνικό συμβόλαιο ανάμεσα στους Έλληνες και το κράτος τους. Έτσι, αντί να βλέπουν το κράτος ως έκφραση της λαϊκής βούλησης και τα θεσμικά του όργανα ως μέσα για να υπηρετήσουν το κοινό καλό, οι Έλληνες το βλέπουν ως μια δεξαμενή πόρων που προσφέρονται για εκμετάλλευση, αν όχι για προσωπικό κέρδος. Σαν συνέπεια, ο εγωισμός και ο χαλκευμένος κολεκτιβισμός έχει περάσει από γενιά σε γενιά σαν να ήταν μέρος των ελληνικών γονιδίων. Το δεύτερο στερεότυπο είναι άμεσα συνδεδεμένο με το πρώτο και συνίσταται στο ότι οι πελατειακές σχέσεις και η προσωπική προστασία είναι τόσο βαθιά ριζωμένα στον συλλογικό χαρακτήρα των Ελλήνων και τους νευρώνες του πολιτικού συστήματος, που η διαφθορά ανθεί ενδημικά. Σύμφωνα με το επιχείρημα αυτό, ήδη από την εποχή της ανεξαρτησίας η ελληνική πολιτική λειτουργεί με προσωπικές γνωριμίες και «χάρες» και όχι βάσει των νόμων και των κανονισμών. Οι Έλληνες, με λίγα λόγια, δεν παίζουν σύμφωνα με τους κανόνες. Τόσο στον λαϊκό όσο και στον δημοσιογραφικό λόγο είναι η οθωμανική κληρονομιά που κατηγορείται για τα προβλήματα αυτά, που θεωρούνται το αποτέλεσμα των πολλών αιώνων της Οθωμανικής κυριαρχίας στην περιοχή. Η εξήγηση αυτή είναι απλά λάθος. Ακόμη κι αν δεχθούμε ότι τα στερεότυπα αυτά αντανακλούν ένα βαθμό αλήθειας, δεν είναι η Οθωμανική κληρονομιά που φταίει αλλά η Οθωνική, όσα δηλαδή συνέβησαν τα πρώτα χρόνια της διαμόρφωσης της σύγχρονης Ελλάδας υπό τη βασιλεία του βαυαρού βασιλιά Όθωνα. 

Όταν οι Έλληνες ξεσηκώθηκαν εναντίον της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας το 1821, στο όνομα της ελευθερίας, ο αγώνας τους στηριζόταν στις ιδέες του Διαφωτισμού. Κατά τη διάρκεια του πολέμου, ψήφισαν φιλελεύθερα συντάγματα που δημιούργησαν ένα σύστημα διακυβέρνησης που θυμίζει αυτό των Ηνωμένων Πολιτειών, με εκλεγμένη, ανεξάρτητη εκτελεστική εξουσία, γερουσία και ένα ανεξάρτητο δικαστικό σώμα. Είχε προβλήματα; Βεβαίως. Ήταν το θεμέλιο πάνω στο οποίο θα μπορούσε να βασιστεί μια δημοκρατική πολιτεία; Αναμφίβολα. Θα είχε λειτουργήσει; Δεν θα μάθουμε ποτέ, διότι στο τέλος του πολέμου, η Γαλλία, η Μεγάλη Βρετανία και η Ρωσία επέβαλαν στην Ελλάδα απόλυτη μοναρχία. Γιατί; Επειδή θεώρησαν πως οι Έλληνες δεν ήταν πολιτισμικά έτοιμοι για δημοκρατία. Πέρα από την ειρωνεία που εμπεριέχει το εν λόγω επιχείρημα, αυτό που στην ουσία σήμαινε ήταν ότι οι Έλληνες θα συμμετείχαν ελάχιστα ως καθόλου στην οικοδόμηση του κράτους τους. Αντ’ αυτών, το έργο αυτό ανέλαβε ο νεαρός βαυαρός πρίγκιπας Όθωνας, οι γερμανοί σύμβουλοί του και ο γερμανικός στρατός που τον συνόδευσε στην Ελλάδα μετά το 1832.

Οι διαρθρωτικές αδυναμίες στο ελληνικό πολιτικό και οικονομικό σύστημα έχουν τις ρίζες τους στην αποτυχημένη διαδικασία σχηματισμού του κράτους – έργο που ανέλαβε η βαυαρική μοναρχία. Πάρτε για παράδειγμα τις πελατειακές σχέσεις. Δεδομένου ότι είχε εγκαθιδρυθεί απόλυτη μοναρχία, δεν ήταν διάπλατα ανοιχτοί οι δρόμοι για να αποκτήσουν οι Έλληνες θέσεις σε κρατικά ιδρύματα ή την κρατική γραφειοκρατία, για παράδειγμα. Ο μόνος δρόμος ήταν μέσω της βασιλικής πατρωνίας. Δεν ήταν μόνο το σύστημα διακυβέρνησης που δημιουργήθηκε από τους Γερμανούς λανθασμένο. Πολλές από τις πολιτικές που το γερμανικό καθεστώς έθεσε σε εφαρμογή αποδείχθηκαν επίσης καταστροφικές για τους Έλληνες. Δύο κραυγαλέα παραδείγματα: Το 1835, ο βασιλιάς σχεδίασε ένα πρόγραμμα αναδιανομής της γης που αποσκοπούσε στην ανάπτυξη της ελληνικής αγροτικής οικονομίας, αλλά το πρόγραμμα ήταν τόσο κακά σχεδιασμένο και εφαρμόστηκε τόσο ελλιπώς που, αντί να οδηγήσει σε οικονομική ανάπτυξη, οδήγησε σε εκτεταμένο αγροτικό χρέος και ανισοκατανομή του πλούτου. Χρειάστηκε πάνω από μισό αιώνα για να ανακάμψει η ελληνική αγροτική οικονομία από τις καταστροφικές συνέπειες του προγράμματος. Αλλά ούτε και τα οικονομικά του κράτους χειρίστηκαν καλύτερα οι Βαυαροί, με αποτέλεσμα να οδηγηθεί η Ελλάδα στην κήρυξη πτώχευσης το 1843. Ακόμη και μετά τον ξεσηκωμό των Ελλήνων τον ίδιο χρόνο, που ανάγκασε τον γερμανό βασιλιά να παραχωρήσει σύνταγμα που επανέφερε τη δημοκρατία στην Ελλάδα, δύο από τα σώματα της κυβέρνησης, η Γερουσία και το Βασιλικό Συμβούλιο, εξακολουθούσαν να εξαρτώνται από τη βασιλική πατρωνία. Και επιπλέον, λόγω της χρεωκοπίας, η Ελλάδα είχε αποκλειστεί για δεκαετίες από τις διεθνείς χρηματοπιστωτικές αγορές, με αποτέλεσμα να μην συμμετάσχει στην παγκόσμια οικονομική έκρηξη που έλαβε χώρα στην Ευρώπη μεταξύ του 1840 και τη δεκαετία του 1870. Αυτή ήταν η βαυαρική κληρονομιά του Όθωνα.

Ακόμη και όταν οι Έλληνες ξεσηκώθηκαν ξανά και εκθρόνισαν τον Όθωνα, η εμπλοκή της ιστορίας της Ελλάδας με αυτή της Γερμανίας συνεχίστηκε με τον νέο βασιλιά, τον Γεώργιο Α΄ της Δανίας. Επιθυμώντας οι βασιλικοί του απόγονοι να λάβουν την κορυφαία για την εποχή τους εγκύκλια παιδεία και στρατιωτική εκπαίδευση, ο Γεώργιος έστειλε τους γιους του να σπουδάσουν στη Γερμανία. Ο μεγαλύτερος γιος του και διάδοχος, Κωνσταντίνος, για παράδειγμα, έλαβε την στρατιωτική του εκπαίδευση στο Βερολίνο και υπηρέτησε στη γερμανική αυτοκρατορική φρουρά. Σπούδασε επίσης Πολιτικές Επιστήμες στη Χαϊδελβέργη και Πολιτική Οικονομία στη Λειψία. Έτσι, οι ιδέες του Κωνσταντίνου σχετικά με το αυταρχικό ρόλο του θρόνου στη βασιλευομένη δημοκρατία διαμορφώθηκαν στη Γερμανία του Γουλιέλμου και ο τρόπος που κατανοούσε τη σχέση μεταξύ του κράτους, της κοινωνίας και της οικονομίας από τις εμπειρίες του στη Γερμανία του Όττο φον Βίσμαρκ. Ακολουθώντας το βασιλικό παράδειγμα, πολλές οικογένειες που ανήκαν στην ελίτ της ελληνικής κοινωνίας έστειλαν τους γιους τους να σπουδάσουν στη Γερμανία και πολλοί από αυτούς επέστρεψαν, όπως οι βασιλείς, προσηλωμένοι γερμανόφιλοι. Στην περίπτωση του Κωνσταντίνου, αυτό σήμαινε ότι επέστρεψε και με μια γερμανίδα νύφη, τη Σοφία, αδελφή του Κάιζερ Γουλιέλμου.

Τα γερμανικά πρότυπα που καθόρισαν την πνευματική διαμόρφωση του Κωνσταντίνου έβγαιναν στην επιφάνεια σε όλη τη διάρκεια της πολιτικής του σταδιοδρομίας, αρχικά όταν ήταν διάδοχος και, στη συνέχεια, τα χρόνια που ήταν βασιλιάς. Ήταν ο μοναδικός που εξαιτίας συγκρούσεων μεταξύ της δημοκρατίας και της αυταρχικότητας του θρόνου οδήγησε σε παραίτηση από το πολιτικό τους αξίωμα δύο από τους κορυφαίους πολιτικούς της Ελλάδας, τον Χαρίλαο Τρικούπη και τον Ελευθέριο Βενιζέλο. Το 1895, η κατάφωρα αντισυνταγματική παρέμβαση του Κωνσταντίνου στη δημοκρατική πολιτική οδήγησε σε μια σύγκρουση που ανάγκασε τον Τρικούπη σε παραίτηση. Η Ελλάδα βυθίστηκε τότε σε μια δεκαετία πολιτικού και οικονομικού χάους. Είκοσι χρόνια μετά, θα κάνει το ίδιο με τον Βενιζέλο. Ο Βενιζέλος, έχοντας λαϊκή εντολή που είχε προκύψει από εκλογές, θέλησε να οδηγήσει την Ελλάδα στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο στο πλευρό της Αντάντ, ενώ ο βασιλιάς Κωνσταντίνος αντιδρούσε σθεναρά κατά της εμπλοκής της Ελλάδας σε έναν πόλεμο εναντίον της Γερμανίας. Όταν τελικά ανάγκασε τον Βενιζέλο σε παραίτηση, ο Κωνσταντίνος προκάλεσε το σχίσμα, που έφερε τη χώρα στο χείλος του εμφυλίου πολέμου και το οποίο δημιούργησε έναν διχασμό της ελληνικής κοινωνίας που παρέμεινε ισχυρός για δεκαετίες. Ο «Εθνικός Διχασμός», όπως ονομάζεται αυτό το επεισόδιο της ελληνικής ιστορίας, ρίχνει τη βαριά σκιά του πάνω από την Ελλάδα για το μεγαλύτερο μέρος του εικοστού αιώνα. Αυτό λοιπόν ήταν ακόμη ένα «δώρο» από τη Γερμανία στην Ελλάδα.

Αλλά όχι και το τελευταίο. Ένας άλλος γερμανοθρεμμένος και γερμανόφιλος, ο Ιωάννης Μεταξάς, επιδίωξε να κάνει στην Ελλάδα ό,τι ο Αδόλφος Χίτλερ στη Γερμανία. Και μετά σκηνοθετώντας ένα πραξικόπημα το 1936, ίδρυσε μια φασιστική δικτατορία αναζητώντας έμπνευση και πρότυπα στο Τρίτο Ράιχ. Και υπάρχει φυσικά και η γερμανική εισβολή το 1940, η κατοχή και η καταστροφή της ελληνικής κοινωνίας και οικονομίας. Αυτά είναι μερικά μόνο από τα κληροδοτήματα που άφησε η γερμανο-ελληνική εμπλοκή στην Ελλάδα. 

Μπορεί να φαίνεται σαν να προσπαθώ να επιρρίψω τις ευθύνες για τα δεινά της Ελλάδας στην Γερμανία και τους Γερμανόφιλους. Καθόλου. Χρειάζονται δύο για να χορέψουν ταγκό. Οι Έλληνες φέρουν μεγάλο μέρος της ευθύνης για τη σημερινή κρίση. Σε ένα βιβλίο που θα κυκλοφορήσει αργότερο φέτος (Modern Greece from Independence to the Present, που εκδόθηκε στα αγγλικά από τις εκδόσεις Bloomsbury και στα ελληνικά από τις εκδόσεις Πεδίο), αφιερώνω δύο κεφάλαια στην ανάλυση της οικονομικής και πολιτικής ιστορίας της Ελλάδα κατά τα τελευταία τριάντα χρόνια, δείχνοντας πολλά λάθη και ατοπήματα που έκαναν οι προηγούμενες κυβερνήσεις. Είναι επίσης αλήθεια ότι πολλές από τις μεταρρυθμίσεις που αναγκάζεται να κάνει τώρα η Ελλάδα, θα έπρεπε να έχουν γίνει από καιρό: Ο δημόσιος τομέας είναι υπέρογκος. Υπάρχουν υπερβολικές πολλές επιμέρους ρυθμίσεις και κανονισμοί. Η αγορά εργασίας είναι δυσλειτουργική. Και, ναι, οι χάρες και οι γνωριμίες εξακολουθούν να είναι το απαραίτητο λιπαντικό για να κινηθούν τα πράγματα στο δημόσιο τομέα. Αν και, όντας κάποιος που έρχεται από μια χώρα όπου λίγοι εκατομμυριούχοι και δισεκατομμυριούχοι αγοράζουν σχεδόν εκλογές και όπου μια σειρά από πολιτικά λόμπυ καθορίζουν σε μεγάλο βαθμό ποιοι νόμοι θα περάσουν, είναι δύσκολο για μένα να θεωρήσω ότι η Ελλάδα είναι δακτυλοδεικτούμενη εξαιτίας της αδικαιολόγητης ιδιωτικής επιρροής στο πολιτικό σύστημα.

Αυτό που λέω είναι ότι πολλές από τις διαρθρωτικές αδυναμίες του ελληνικού πολιτικού συστήματος και της οικονομίας έχουν βαθιές ρίζες που ανιχνεύονται από τα πρώτα, θεμελιακά, χρόνια της διαμόρφωσης του σύγχρονου κράτους. Από την πρώτη στιγμή της ανεξαρτησίας μέχρι σήμερα η Γερμανία, οι Γερμανοί και οι γερμανόφιλοι άσκησαν βαθιά και σχεδόν πάντα επιβλαβή επίδραση στην ανάπτυξη της Ελλάδας. Για αιώνες, η Γερμανία έχει συμπεριφερθεί στην Ελλάδα σαν να ήταν εξαρτημένη από αυτήν περιοχή της Μεσογείου ή ακόμη και σαν να ήταν αποικία. Οι ιστορίες της Γερμανίας και της Ελλάδας έχουν περίπλοκες και πυκνές συνδέσεις μεταξύ τους. Δεν μπορεί όμως να υπάρξει αμφιβολία για το ποιος ήταν αυτός που καθόριζε τα βήματα σε αυτόν τον χορό που έχει κρατήσει αιώνες. Το πιο πρόσφατο επεισόδιο εκφοβισμού της Ελλάδα από την Γερμανία είναι μόνο το τελευταία από μια σειρά πολλών παρόμοιων επεισοδίων. Και μπορεί να είναι και το χειρότερο. Η Γερμανία θέλει την Ελλάδα εκτός Ευρώπης. Μόνο η Μέρκελ και ο Σόιμπλε μπορούν να απαντήσουν γιατί. Ίσως τώρα η Ελλάδα μπορεί να τελειώσει το χορό. Ίσως αυτό θα είναι και το τελευταίο ταγκό τους. Το ελπίζω, αλλά δυστυχώς δεν το πιστεύω.

(μτφ. Αιμιλία Σαλβάνου)

files/chronosmag/themes/theme_one/faviconXronos.png

  ΧΡΟΝΟΣ 27 (07.2015)