«Μεγαλώναμε στην Αίγυπτο με μια εξαιρετική ελληνοκεντρική εκπαίδευση και το ελληνικό κράτος δεν μας ήθελε»

 

Η ελληνική παροικία δεν μπόρεσε να λύσει την υπαρξιακή της αντίφαση:
τι ακριβώς ήταν και τι ακριβώς ήθελε να είναι, καθώς η Αίγυπτος άλλαζε ραγδαία

Νικόλας Βουλέλης

 

Εισήγηση για το βιβλίο του Άγγελου Νταλαχάνη που παρουσιάστηκε στις 11-1-2016
στο κεντρικό κτίριο του Μουσείο Μπενάκη

 

Το βιβλίο του Άγγελου Νταλαχάνη ήταν για μένα μια ευχάριστη έκπληξη πριν καν αρχίσω να το διαβάζω, πρώτον για τον εύστοχο τίτλο του Ακυβέρνητη Παροικία που παραπέμπει στις «Ακυβέρνητες Πολιτείες» του αγαπημένου μου Στρατή Τσίρκα, και δεύτερον γιατί ξεκινά την εισαγωγή του με τη φράση «Δεν είμαι Αιγυπτιώτης».

Αυτή η άμεση, κατηγορηματική τοποθέτηση χωρίς περιττά λόγια μου άρεσε πολύ, γιατί υπονοεί πολλά και ουσιαστικά. Θέλει να πει –όπως εγώ τον καταλαβαίνω– ότι η εργασία του, το βιβλίο του, δεν είναι μια προσωπική μαρτυρία, μια νοσταλγική αφήγηση, δεν είναι μνήμες ενταγμένες σε προσλήψεις του παρελθόντος με έντονη την ιδεολογική σφραγίδα όπως πάμπολλες μαρτυρίες Αιγυπτιωτών!

Ταυτόχρονα υποδηλώνει άρρητα και τη θέλησή του να πει ενδεχομένως ενοχλητικές αλήθειες, αφού δεν δεσμεύεται από καμιά αιγυπτιώτικη «ομερτά». Θα πρόσθετα ότι η φράση του είναι και μια πρόκληση: Δεν είμαι Αιγυπτιώτης, αλλά τόλμησα να μπω στα δύσκολα χωράφια της δικής σας ιστορίας, δηλαδή των Αιγυπτιωτών. Νομίζω ότι το αποτέλεσμα τον δικαιώνει.

Λοιπόν, εγώ είμαι Αιγυπτιώτης κι ακόμη περισσότερο είμαι Αλεξανδρινός. Όταν σπούδαζα στη Φιλοσοφική Αθηνών, λίγο πριν τη δικτατορία, στο τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας, από το οποίο αποφοίτησε και ο Αγγελος Νταλαχάνης, εκείνος δεν είχε γεννηθεί ακόμη. Όμως δεν θα μιλήσω ως ιστορικός αλλά ως Αιγυπτιώτης, που από τα μαθητικά του χρόνια στις δεκαετίες του '50 και του '60 έζησε όλες τις συγκλονιστικές εξελίξεις στη μετεπαναστατική Αίγυπτο.

Μεγάλωσα διαβάζοντας καθημερινά τον Ταχυδρόμο της Αλεξάνδρειας, ρίχνοντας κλεφτές ματιές στον αριστερό Πάροικο και σπανίως στο Φως του Καΐρου. Ευτύχησα τότε να έχω εξαιρετικούς δασκάλους και καθηγητές στην Τοσιτσαία Σχολή και το Αβερώφειο Γυμνάσιο αλλά αργότερα πια, στην Ελλάδα ήταν που γνώρισα κορυφαίους Αιγυπτιώτες, όπως τον Στρατή Τσίρκα (Γιάννη Χατζηανδρέα) ή τον Σοφιανό Χρυσοστομίδη, με τον οποίο συνεργάστηκα για χρόνια στην Αυγή.

Το βιβλίο του Άγγελου Νταλαχάνη Ακυβέρνητη Παροικία. Οι Έλληνες στην Αίγυπτο από την κατάργηση των προνομίων στην έξοδο 1937-1962 (Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης) με οδήγησε πίσω βήμα-βήμα στην αιγυπτιώτικη ιστορία μας, αποστασιοποιημένη όμως συναισθηματικά και τεκμηριωμένη, με βάση αυθεντικά αρχεία και έγκυρες πηγές. Η εργασία αυτή απαντά σε καίρια ερωτήματα και αποκαλύπτει αρκετές αθέατες ή συγκαλυμμένες πλευρές.

Από την αρχή μας παρουσιάζει την επικρατούσα στην Ελλάδα συμβατική αντίληψη: «οι Αιγυπτιώτες ζούσαν στην Αλεξάνδρεια, ήταν εύποροι και κοσμοπολίτες, γνώριζαν πολλές ξένες γλώσσες και ήρθαν στην Ελλάδα όταν τους έδιωξε ο Νάσερ». Πενήντα χρόνια στην Ελλάδα, δεν έπαψα να ακούω συνεχώς το μονότονα επαναλαμβανόμενο ερώτημα αν φύγαμε ή αν μας έδιωξαν. Και ήμουν πάντα από τους λίγους –Αιγυπτιώτες– που προσπαθούσαν να απορρίψουν αυτή την προσέγγιση, όσο μπορούσαν, εξηγώντας τι ακριβώς συνέβη, σε ποιο ιστορικό πλαίσιο, μέσα σε ποιες ακριβώς περιφερειακές και διεθνείς συνθήκες.

Εδώ θα πρέπει να ομολογήσω –για πρώτη φορά δημοσίως– κάτι που έχει σχέση με τα ερωτήματα που θα θέσω στη συνέχεια. Είμαι από τους ελάχιστους ίσως Αιγυπτιώτες που ήρθαν στην Ελλάδα με διαμορφωμένη μια έντονη τριτοκοσμική αντιιμπεριαλιστική συνείδηση και με βάση αυτήν εντάχθηκα αμέσως μετά στην παραδοσιακή Αριστερά. Με την ίδια σχεδόν ταχύτητα βρέθηκα από το Αβερώφειο Γυμνάσιο της Αλεξάνδρειας στις Φυλακές Αβέρωφ της Αθήνας και από τις αίθουσες του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών στους θαλάμους ενός άλλου Καποδιστριακού Ιδρύματος, των Εγκληματικών Φυλακών Αιγίνης. Όπως βλέπετε με συνοδεύουν πάντα εθνικοί ηγέτες και ευεργέτες. Και εδώ στο φιλόξενο αυτό χώρο νιώθω τη σκιά του Αιγυπτιώτη και Αλεξανδρινού Αντώνη Μπενάκη.

Αυτή λοιπόν την κυρίαρχη αφήγηση αποδομεί συστηματικά και με επιστημονική επάρκεια ο Άγγελος Νταλαχάνης, στηριζόμενος σε μη αμφισβητήσιμες πηγές, αλλά και προσθέτοντας τα απαραίτητα ιστορικά στοιχεία που απαιτούνται για να γίνουν κατανοητές οι εξελίξεις που αφορούσαν άμεσα τον Αιγυπτιώτη ελληνισμό.

Είναι σαφές βέβαια ότι προηγήθηκαν σε μια τελείως διαφορετική προσέγγιση των πραγμάτων, με τις αναγκαίες διαβαθμίσεις μεταξύ τους, ορισμένοι πρωτοπόροι όπως ο Στρατής Τσίρκας, ο Νίκος Ψυρούκης, ο Σοφιανός Χρυσοστομίδης, ο Ευθύμιος Σουλογιάννης ή και ο Ντίνος Κουτσούμης. Με πολύ μεγαλύτερη επιστημονική αρτιότητα από τους πρωτοπόρους και με πληθώρα στοιχείων και πηγών ήταν τα άρθρα και δοκίμια του καθηγητή Αλέξανδρου Καζαμία. Ιστορική νομίζω ότι ήταν και η ημερίδα που οργανώθηκε τον Ιούνιο του 2008 στην Αθήνα με θέμα τη «φυγή των Ελλήνων από την Αίγυπτο» με τις εξαιρετικές παρεμβάσεις των Αλέξανδρου Καζαμία, Άγγελου Νταλαχάνη, Άντονι Γκόρμαν, Ματούλας Τομαρά-Σιδέρη, Κατερίνας Τρίμη-Κύρου, Αμπντέλ Ουαχάμπ Μπακρ, Γιάννη Σακά, Αλέξανδρου Κιτροέφ, Ειρήνης Χρυσοχέρη, Παναγιώτη Κορομβόκη, Αχιλλέα Ρακίνα, Νίκου Σιδέρη, Σοφιανού Χρυσοστομίδη, Παναγιώτη Καρματζού και Χάρη Τζάλλα. Το υλικό της μοναδικής αυτής ημερίδας που ενθάρρυνε τον συγγραφέα να συνεχίσει την έρευνά του, διασώθηκε ευτυχώς σε ειδικό τεύχος του Journal of Hellenic Diaspora, ένα χρόνο μετά.

Το βιβλίο του Άγγελου Νταλαχάνη είναι όμως η πρώτη συγκροτημένη και ολοκληρωμένη εργασία που επιχειρεί και αναδεικνύει με επιτυχία το σύνολο των ιστορικών και άλλων παραγόντων που επηρέασαν την παραμονή ή την απομάκρυνση των Ελλήνων από την Αίγυπτο εκεί στα μέσα του 20ού αιώνα. Μέσα από τις σελίδες του συντελείται η πλήρης αποσυναρμολόγηση των στερεοτύπων για τις συνθήκες άφιξης, παραμονής και αναχώρησης των Ελλήνων της Αιγύπτου στην κρίσιμη αυτή 25ετία. Και τεκμηριώνονται οι αποδείξεις για το γεγονός ότι συνολικά η ελληνική παροικία –βαθιά διαφοροποιημένη ταξικά, κοινωνικά και πολιτικά– δεν μπόρεσε να λύσει την ίδια την υπαρξιακή της αντίφαση: τι ακριβώς ήταν και τι ακριβώς ήθελε να είναι, καθώς οι συνθήκες μεταβάλλονταν και η Αίγυπτος άλλαζε ραγδαία.

Και είναι αποκαλυπτικά τα στοιχεία που δείχνουν την ανεπάρκεια –για να μην χρησιμοποιήσω σκληρότερους όρους– τόσο των κοινοτικών αρχών όσο και του ελληνικού κράτους να χαράξουν μια πολιτική που να υπερβαίνει στενά οικονομικά ή κομματικά κριτήρια και με ρεαλιστικό τρόπο να διασφαλίζει την ελληνική παρουσία και τα καλώς εννοούμενα συμφέροντα της μεγάλης πλειονότητας του Αιγυπτιώτη ελληνισμού.

Το βιβλίο αποκαλύπτει την πολυσύνθετη και πολύπλοκη πραγματικότητα του παροικιακού φαινομένου στην οποία επενεργούν πολλοί και ποικίλοι παράγοντες έτσι ώστε ο αναγνώστης να καταλάβει ότι δεν επρόκειτο για μια μαζική μετακίνηση κάποιων πληθυσμών σε μια χρονική στιγμή προς την Αίγυπτο, ούτε βέβαια για μια εξίσου μαζική μετακίνηση κάποια άλλη χρονική στιγμή από την Αίγυπτο – ουσιαστικά η συρρίκνωση και τελικά η παρακμή εκτείνονται σε περίπου μισό αιώνα.

Υπάρχουν άπειρα παραδείγματα προσωπικών ιστοριών μέσα από τα αρχεία και την αλληλογραφία επίσημων φορέων που θυμίζουν οικείες καταστάσεις σε μας τους Αιγυπτιώτες, αλλά εγώ θα αναφερθώ ενδεικτικά σε μία πλευρά που ειλικρινά δεν με είχε απασχολήσει ιδιαίτερα. Πώς δηλαδή το επίσημο ελληνικό κράτος, εκεί στα μέσα της δεκαετίας του '50 μέχρι και τα μέσα της δεκαετίας του '60, προσπαθεί συστηματικά να αποτρέψει την παλιννόστηση Αιγυπτιωτών στην Ελλάδα και συμβάλει οργανωμένα στην αναζήτηση νέων προορισμών μετανάστευσης γι αυτούς (Αυστραλία, Νότια Αφρική, Νότια Αμερική, ακόμη και Νέα Ζηλανδία). Ο συγγραφέας εξηγεί τους λόγους, αλλά εγώ ένιωσα προσωπικά θιγμένος: δηλαδή μεγαλώναμε στην Αίγυπτο με μια εξαιρετική, αλλά ελληνοκεντρική εκπαίδευση, προσβλέπαμε ως νέοι στη μητέρα πατρίδα, την Ελλάδα (αφού δεύτερη πατρίδα μας ήταν η Αίγυπτος) και το ελληνικό κράτος απλώς δεν μας ήθελε, μας έστελνε αλλού.

Διαβάζοντας την Ακυβέρνητη Παροικία όμως ήρθαν ξανά στην επιφάνεια πολλά ερωτήματα που με βασανίζουν από τότε που μελέτησα κάπως περισσότερο την ιστορία του Αιγυπτιώτη Ελληνισμού. Εχουμε εκεί στις αρχές του περασμένου αιώνα μια εκπληκτική ακμή γραμμάτων και τεχνών που ονομάστηκε και «αλεξανδρινή εποχή». Ο Ουράνης, ο Τερζάκης, ο Ι.Μ. Παναγιωτόπουλος θαυμάζουν τα αλεξανδρινά περιοδικά Νέα Ζωή και Γράμματα. Στην Αίγυπτο πρωτοδημοσιεύονται έργα κορυφαίων, από τον Βάρναλη μέχρι τον Ίωνα Δραγούμη και τον Σεφέρη, από τον Παλαμά μέχρι τον Σικελιανό. Εκφράζονται και εφαρμόζονται πρωτοποριακές αντιλήψεις για τη γλώσσα και την εκπαίδευση (για παράδειγμα, οι πρωτοπόροι δημοτικιστές του Καφρ ελ Ζαγιάτ).

Έχουμε μια έκρηξη δημιουργίας, αλλά δεν ξέρουμε πώς λειτούργησε εσωτερικά ο παροικιακός ελληνισμός, πώς δημιουργήθηκε η δυνατότητα αυτής της ελεύθερης έκφρασης. Ξέρουμε καλά τους θεσμούς και το ρόλο τους – τοπικές αρχές, κοινότητες, πρεσβεία, προξενεία, Πατριαρχείο, σύλλογοι, εφημερίδες και περιοδικά. Υπήρχε σίγουρα ένα ευνοϊκό περιβάλλον, περιθώρια ελευθερίας. Πώς συνυπάρχουν όμως οι άνθρωποι και οι φορείς νέων ιδεών με τους αναπόφευκτους περιορισμούς; Υπάρχουν κορυφαία ερωτήματα για την ιστορία της παροικίας σε συνάρτηση με την ιστορία της Αιγύπτου, που δεν έχουν απαντηθεί.

Γιατί δεν έγινε, για παράδειγμα, έγκαιρα η περίφημη «αναπροσαρμογή» της παροικίας στις μεταβαλλόμενες συνθήκες; Γιατί δεν υπήρξε ουσιαστική συμμετοχή των Ελλήνων στην καθημερινή ζωή των Αιγυπτίων, γιατί δεν έγινε ο Αιγυπτιώτης ελληνισμός μέρος του εθνικού κορμού της χώρας, διατηρώντας βέβαια τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του; Κάτι τέτοιο έθεσαν άλλωστε από πολύ νωρίς φωτισμένοι παροικιακοί παράγοντες και εφημερίδες, και όχι μόνο από την πλευρά της Αριστεράς. Γιατί, άραγε, δεν μπόρεσε από νωρίς η παροικία να εκτιμήσει την επιτακτική ανάγκη εκμάθησης της αραβικής γλώσσας, ζήτημα που το αναλύει εξαιρετικά ο Αγγελος Νταλαχάνης;

Νομίζω ότι υπάρχει στη ρίζα του παροικιακού φαινομένου μια βαθιά αξεδιάλυτη αντίφαση: έχουμε από τη μια πλευρά συγγραφείς, δημοσιογράφους, καλλιτέχνες, απλούς ανθρώπους, επαγγελματίες, ανθρώπους που ενδιαφέρονται για τα κοινά που δημιουργούν, εμπνέονται, μετέχουν στη ζωή του λαού που τους περιβάλλει, μιλούν τη γλώσσα του και από την άλλη θεσμούς, ιδρύματα, μια διαμορφωμένη νοοτροπία, σημαντικές προσωπικότητες με δύναμη και επιρροή που αρνούνται να δουν το μέλλον και επιμένουν σε μια περίκλειστη ή μήπως περιούσια παροικία, που κατά τη γνώμη τους πρέπει να εξαιρεθεί από τον αναντίστρεπτο ρου της ιστορίας. Και στο τέλος πολλοί από αυτούς συμβάλουν στην ταχύτερη συρρίκνωσή της – αφού εξασφάλισαν βέβαια τα συμφέροντά τους.

Γιατί, με δυο λόγια, στα τόσα χρόνια της ακμής δεν ρίζωσαν οι ιδέες και οι δυνάμεις που θα έδιναν άλλη τροπή στα παροικιακά πράγματα όταν θα έρχονταν οι αναπόφευκτες σαρωτικές εξελίξεις στην πορεία της χώρας; Για παράδειγμα, αρκετοί Αιγυπτιώτες ξεπέρασαν την παγίδα του οριενταλισμού στον τρόπο με τον οποίο έβλεπαν και περιέγραφαν στα κείμενά τους ή αποτύπωναν στα έργα τους τον αιγυπτιακό πληθυσμό, τόνιζαν και υποστήριζαν δημόσια την ανάγκη συνύπαρξης, συμμετοχής στα κοινά, αναζητούσαν γέφυρες με τους ντόπιους. Όμως αυτές οι στάσεις παρέμειναν πάντα μειοψηφικές. Ακόμη και όταν κάποιοι τόλμησαν την υπέρβαση, μετέχοντας και σε ένοπλα σώματα για την υπεράσπιση της Αιγύπτου κατά την κρίση και επέμβαση στο Σουέζ, το 1956, πάλι αυτή η στάση ήταν η εξαίρεση που δεν έγινε ποτέ κανόνας.

Τι ήταν τελικά η ζωή, η δράση, η ιστορία αυτών των συνολικά εκατοντάδων χιλιάδων Ελλήνων, σε ποια πραγματική χώρα διαδραματίστηκε; Έγιναν όλα μέσα σ' ένα γυάλινο, εξωπραγματικό κόσμο, σ' ένα θερμοκήπιο; Ειλικρινά δεν ξέρω αν συμμερίζονται κι άλλοι Αιγυπτιώτες ή όχι αυτή την ανάγκη να βρεθούν τα ίχνη, τα αίτια που καθόρισαν την ακμή και την παρακμή, δηλαδή τη διάρκεια του παροικιακού φαινομένου.

Μια ανεκτίμητη πηγή πληροφοριών για όλα τα χρόνια της παροικιακής ακμής είναι ο Αιγυπτιώτικος Τύπος, που θα μπορούσε να φωτίσει πολλές πτυχές, όχι μόνο κοινωνικής και πολιτισμικής δράσης, αλλά και καθημερινής ζωής και να βοηθήσει να απαντηθούν κάποια από αυτά τα ερωτήματα. Πριν ενάμιση μήνα βρέθηκα στο Κάιρο και στην Αλεξάνδρεια, καλεσμένος να μιλήσω σε δύο εκδηλώσεις για τα 150 χρόνια του Αιγυπτιώτικου Τύπου.

Αξιοποίησα την ευκαιρία της παρουσίας εκεί του Έλληνα πρέσβη, των προξένων, των προέδρων των κοινοτήτων, του ίδιου του Πατριάρχη Αλεξανδρείας, αλλά και του γενικού γραμματέα Ενημέρωσης και Επικοινωνίας (Λευτέρη Κρέτσου), για να κάνω μια πρόταση την οποία επαναλαμβάνω εδώ: να υπάρξει συνεννόηση και συνεργασία των δύο κοινοτήτων Αλεξανδρείας και Καΐρου, της γ.γ. Ενημέρωσης και Επικοινωνίας, του Συνδέσμου των Αιγυπτιωτών στην Ελλάδα και όσων φορέων διαθέτουν αρχεία του Αιγυπτιώτικου Τύπου, ώστε να προσκληθούν –ενδεχομένως και με υποτροφίες– νέοι επιστήμονες, να συντηρήσουν κατ' αρχήν και να αξιοποιήσουν στη συνέχεια με νέες πρωτοπόρες μελέτες τον τεράστιο αυτό πλούτο.

Ένα σημαντικό μέρος εφημερίδων, περιοδικών και εκδόσεων παραμένει σε αίθουσα του προξενείου της Αλεξάνδρειας, που στεγάζεται στο χώρο των ελληνικών σχολείων, χωρίς καμία συντήρηση. Εξίσου σημαντικά αρχεία υπάρχουν στην Πατριαρχική Βιβλιοθήκη που στεγάζεται στην πρώην Τοσιτσαία Σχολή, αλλά και εκεί η συντήρηση έχει σταματήσει από καιρό.

Ελπίζω το εξαιρετικό βιβλίο του Άγγελου Νταλαχάνη να αναζωπυρώσει το ενδιαφέρον για την ιστορία των Αιγυπτιωτών Ελλήνων. Να αποτελέσει δηλαδή έναυσμα για αναζήτηση σε αρχεία και πηγές, για τη συντήρηση και αξιοποίηση του τεράστιου πλούτου που κρύβεται στις σελίδες των εφημερίδων, των περιοδικών και των βιβλίων μιας ιστορίας που απλώνεται σε ενάμισι αιώνα. Δεν έχω καμιά αυταπάτη για αναβίωση του παρελθόντος. Σήμερα, σε τελείως νέες συνθήκες, η συρρικνωμένη παροικία έχει μπροστά της σημαντικές δυνατότητες να συμβάλει στην ανάπτυξη και σφυρηλάτηση νέων σχέσεων συνεργασίας με την πάντα φιλόξενη Αίγυπτο, ενισχύοντας και την ανάπτυξη των διμερών σχέσεων Ελλάδας και Αιγύπτου. Η σημαντική συνεισφορά του Αγγελου Νταλαχάνη ανοίγει όμως ένα νέο πεδίο έρευνας λαμπρό. Να ψάξουμε βαθιά το παροικιακό φαινόμενο του Αιγυπτιώτη ελληνισμού για να βρούμε κλειδιά που ανοίγουν κι άλλες πύλες, που φωτίζουν κι άλλες πλευρές της σύγχρονης ιστορίας μας, όχι μόνο στις τέσσερις άκρες της γης, αλλά κι εδώ.

files/chronosmag/themes/theme_one/faviconXronos.png

  ΧΡΟΝΟΣ 33 (1.2016)