το Μακεδονικό προ των πυλών

 

Απαραίτητες οι νέες διμερείς διαπραγματεύσεις Αθηνών-Σκοπίων
για το θέμα της ονομασίας. Όσο περνάει ο καιρός
τόσο εδραιώνεται διεθνώς το σκέτο «Μακεδονία»

Αλέξης Ηρακλείδης

 

Η διένεξη Αθήνας-Σκοπίων, το γνωστό Μακεδονικό, δεν θα εξαφανιστεί ως διά μαγείας, ούτε θα ξεχαστεί όπως εσφαλμένα πίστευε ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης στις αρχές της δεκαετίας του 1990. Πριν μερικές βδομάδες είχαμε το «ατόπημα» του Γιάννη Μουζάλα, έπειτα το αραβόφωνο δελτίο ειδήσεων της ΕΡΤ όπου αναφέρθηκε η γειτονική χώρα ως «Μακεδονία» και, δίχως άλλο, οι εθνικιστές καραδοκούν για κάθε νέο «εθνικό ατόπημα» που τους φαίνεται ως «εθνομηδενισμός».

Όσο περνάει ο καιρός και δεν επιλύεται το θέμα της ονομασίας τόσο εδραιώνεται διεθνώς το σκέτο «Μακεδονία». Η ονομασία της γειτονικής χώρας ως «Μακεδονία» αναφέρεται παντού στα διεθνή ΜΜΕ, στο διαδίκτυο, από ξένους πολιτικούς και διπλωμάτες, σε επιστημονικά συνέδρια, σε μελέτες, σε χάρτες. Επιπλέον,το κράτος αυτό έχει αναγνωριστεί από σχεδόν 140 κράτη, εκ των οποίων από σχεδόν 120 με το συνταγματικό του όνομα, «Δημοκρατία της Μακεδονίας»,(1) και μόνο από 17 με το όνομα ΠΓΔΜ.(2) Η Ελλάδα έχει αποδεχθεί, συγκεκριμένα από το 2001 (χάθηκαν δηλαδή δέκα πολύτιμα χρόνια), τις συνομιλίες στη βάση μίας σύνθετης ονομασίας με γεωγραφικό προσδιορισμό για όλες τις χρήσεις (κάτι που αν είχε κάνει το 1991-1995 το πρόβλημα θα είχε διευθετηθεί). Αν στην πρώτη δεκαετία της διένεξης ευθυνόταν η ελληνική κυβέρνηση για το αδιέξοδο, μετά το 2006, τη θέση της στην αδιαλλαξία παίρνει η άλλη πλευρά, με την κυβέρνηση του Νίκολα Γκρούεβσκι του εθνικιστικού κόμματος VMRO-DPMNE. 

Η πρόταση για σύνθετη ονομασία δεν είναι πρωτόφαντη. Υπάρχουν αρκετές περιπτώσεις κοινής ονομασίας μεταξύ μίας χώρας και της περιοχής μίας άλλης χώρας, χάριν παραδείγματος: Βρετανία και Βρετάνη στη Γαλλία, Λουξεμβούργο και επαρχία του Λουξεμβούργου στο Βέλγιο. Υπάρχουν επίσης περιπτώσεις με σύνθετη ονομασία μεταξύ γειτόνων, όπως η Μογγολία και η Εσωτερική Μογγολία στην Κίνα, το Μπαγκλαντές (χώρα των Βεγγάλων) και η Δυτική Βεγγάλη στις Ινδίες, η Ιρλανδία και η Βόρεια Ιρλανδία στη Βρετανία, το Μεξικό και το Νέο Μεξικό στις ΗΠΑ. Διερωτώνται λοιπόν οι διεθνείς συνομιλητές μας, γιατί το Μακεδονικό παραμένει από το 1991 έως σήμερα μια άλυτη διένεξη.

Η Ελλάδα και οι περισσότεροι Έλληνες είναι πεπεισμένοι ότι το όνομα «Μακεδονία» και η μεγάλη εμμονή στη διατήρηση της ονομασίας αυτής είναι εκ του πονηρού. Υποκρύπτει αμφισβήτηση των συνόρων σε βάρος της Ελλάδας και άλλωστε έχουν υπάρξει από το 1944 μέχρι σήμερα ουκ ολίγες αναφορές (σε διακηρύξεις, άρθρα, βιβλία, σχολικά βιβλία, χάρτες, κ.λπ.) σε όλη τη γεωγραφική Μακεδονία και στην ανάγκη ενοποίησης της, το δε εθνικιστικό κόμμα VMRO-DPMNE όταν ιδρύθηκε έκανε λόγο για «υποδουλωμένα τμήματα του μακεδονικού έθνους» στην Ελλάδα, τη Βουλγαρία και την Αλβανία.(3) 

Ένας άλλος βασικός λόγος για την αρνητική ελληνική στάση είναι ότι οι Έλληνες, στην πλειονότητά τους, θεωρούν ότι οι αυτοαποκαλούμενοι «Μακεδόνες» δεν υφίστανται ως έθνος. Αποτελούν σλαβόφωνους βουλγαρικής καταγωγής που ο Τίτο κατασκεύασε αυθαίρετα το 1944-1950 ως δήθεν έθνος, για να αποτρέψει την ένωση της περιοχής αυτής με τη Βουλγαρία.(4) «Μακεδόνες» θεωρούνται μόνο οι Έλληνες που ζουν στη βόρεια Ελλάδα και, γενικότερα, «η Μακεδονία είναι μόνο ελληνική». Με την έμφαση στο ότι η Μακεδονία είναι μόνο ελληνική δημιουργήθηκε διεθνώς η εσφαλμένη εντύπωση ότι η Ελλάδα εποφθαλμιούσε τη χώρα αυτή, ήθελε να την προσαρτήσει ή, έστω, ένα τμήμα της. 

Ωστόσο, από το 1950 μέχρι το 1991 στην εσωτερική διπλωματική αλληλογραφία του ελληνικού υπουργείου εξωτερικών, χρησιμοποιείτο η ονομασία Σλαβομακεδόνες(5) για τους κατοίκους της γιουγκοσλαβικής Μακεδονίας. Όταν όμως η διένεξη οξύνθηκε από την Αθήνα (στη σύσκεψη των αρχηγών των κομμάτων υπό τον πρόεδρο Κωνσταντίνο Καραμανλή την 13η Απριλίου του 1992, με τη μη αποδοχή και των παράγωγων της λέξης Μακεδονία), η ονομασία αυτή εγκαταλείφθηκε και έκτοτε η χώρα τους ονομάζεται Σκόπια (και σπανιότερα ΠΓΔΜ) και οι κάτοικοι της «Σκοπιανοί». Πάντως τον Μάιο του 1993 η Ελλάδα πρότεινε στον ΓΓ του OHE Μπούτρος-Γκάλι ως συμβιβαστική λύση το όνομα Slavomakedonija.(6) 

Ας δούμε τώρα τις πραγματικές παραμέτρους της κατάστασης, καταρχάς ιστορικά.(7) Όταν η γεωγραφική περιοχή που ήταν γνωστή στα τέλη του 19ου αιώνα ως Μακεδονία αποσπάστηκε με τους Βαλκανικούς Πολέμους από την Οθωμανική Αυτοκρατορία, διαμοιράστηκε, σύμφωνα με τη Συνθήκη του Βουκουρεστίου, ως εξής μεταξύ των βαλκανικών κρατών: Ελλάδα 51,56%, τότε Σερβία (σήμερα ΠΓΔΜ) 38,32%, Βουλγαρία 10,12% και ένα ελάχιστο ποσοστό στην Αλβανία.(8) Δηλαδή δεν υπάρχει μία Μακεδονία, όπως νομίζουν οι περισσότεροι Έλληνες, αλλά τρεις. Επίσης οι Έλληνες, ελληνόφωνοι ή εξελληνισμένοι (Αλβανοί, Βλάχοι αλλά και Σλάβοι) αποτελούσαν μόλις λίγο περισσότερους από τους μισούς χριστιανούς στο 51.56% της Μακεδονίας που περιήλθε στην Ελλάδα. 

 

Σε αναζήτηση νέας ταυτότητας

Το μακεδονικό ή σλαβομακεδονικό έθνος δεν ήταν μία εκ του μηδενός εφεύρεση και αυθαίρετο κατασκεύασμα του Τίτο. Προϋπήρχε για μια περίοδο δέκα με είκοσι χρόνων ένα εν δυνάμει νέο έθνος. Ήταν ένας λαός στην αναζήτηση νέας εθνικής ταυτότητας πέραν της αρχικής βουλγαρικής, αν και οι γνώμες διίστανται για το πότε ακριβώς ξεκίνησε η εν λόγω εθνογένεση: 1) το 1902, με την μετονομασία της Βουλγαρικής Μακεδονικής-Αδριανουπολικής Επαναστατικής Επιτροπής (BMORC) που ιδρύθηκε από Βούλγαρους Μακεδόνες στη Θεσσαλονίκη το 1993, σε «Μυστική» και λίγο μετά σε «Εσωτερική» οργάνωση, δηλαδή VMRO (Εσωτερική Μακεδονική Επαναστατική Οργάνωση) η οποία στόχο της είχε μία αυτόνομη Μακεδονία; 2) το 1903, με την Εξέγερση του Ίλιντεν της VMRO και τη δημιουργία της ολιγοήμερης «Δημοκρατίας του Κρουσόβου»; 3) το 1924 ως αποτέλεσμα της απόφασης της Comintern περί της δημιουργίας στο μέλλον ανεξάρτητης Μακεδονίας; 4) το 1932 όταν η VMRO αποφάσισε ότι ο στόχος είναι η ανεξαρτησία της «Μακεδονίας»; ή 5) το 1934 όταν η Comintern μίλησε για την ύπαρξη «μακεδονικού έθνους»; 

H BMORC, και ακόμη περισσότερο η VMRO, είχαν από το 1893 ως επίσημο στόχο την αυτονομία όλης της γεωγραφικής Μακεδονίας. Σε αυτό (την αυτονομία ως επίσημο στόχο) βρήκαν έρεισμα οι Σλαβομακεδόνες της Γιουγκοσλαβίας επί Τίτο και οι σημερινοί, για να υποστηρίξουν ότι η δημιουργία της οργάνωσης το 1893 και το επεισόδιο Ίλιντεν-Κρούσοβο ήταν εκδηλώσεις ενός αγώνα για απελευθέρωση των «Μακεδόνων» (και απόδειξη εθνογένεσης) γιατί στρεφόταν όχι μόνο κατά των Οθωμανών, αλλά και κατά των Βουλγάρων που επιδίωκαν την προσάρτηση της Μακεδονίας. Ωστόσο όλα τα στοιχεία δείχνουν ότι οι ηγέτες της VMRO αυτό-ορίζονταν ως Βούλγαροι και όχι ως Μακεδόνες ή ως Σλαβομακεδόνες.(9) 

Είναι βέβαιο επίσης ότι πριν από τον Μεσοπόλεμο οι υποστηρικτές της ύπαρξης ή, για την ακρίβεια, της ανάγκης δημιουργίας ενός ξεχωριστού μακεδονικού έθνους και μιας ξεχωριστής μακεδονικής γλώσσας, μετριόντουσαν στα δάκτυλα του ενός χεριού, με κύριο (σχεδόν μοναδικό) εκπρόσωπο, στις αρχές του 20ού αιώνα, τονφιλόλογο και εθνογράφο Krste Petkov Misirkov, ο οποίος έκανε λόγο για «μακεδονικό έθνος» και προσπάθησε να δημιουργήσει μία ξεχωριστή μακεδονική γλώσσα από τις διαλέκτους των δυτικών βουλγαρικών. Οι θέσεις του Misirkov δεν είχαν καμία απήχηση, ούτε καν στην ομάδα αριστερών της VMRO που δεν επιδίωκαν ένωση με τη Βουλγαρία.(10) 

Ο βουλγαρόφωνος αυτός λαός είχε βρεθεί εκτός του κράτους της Βουλγαρίας, μια και δεν εδραιώθηκε η Μεγάλη Βουλγαρία του Αγίου Στεφάνου (1878), έργο του Ρώσου πρέσβη Ιγνάτιεφ. Συνέχιζε δε να παραμένει εκτός της μητέρας πατρίδας, συνεπεία και των λανθασμένων επιλογών της Σόφιας, με το να συμμαχήσει και στους δύο παγκοσμίους πολέμους (κυρίως με στόχο τη Βουλγαρία του Αγίου Στεφάνου) με τους μελλοντικούς ηττημένους. Επίσης, η Βουλγαρία είχε αποξενώσει τους Σλαβομακεδόνες, με την υιοθέτηση ως επίσημης βουλγαρικής μίας από τις βορειοανατολικές βουλγαρικές διαλέκτους και όχι μίας από τις δυτικές βουλγαρικές διαλέκτους. Επιπλέον, ένα τμήμα της VMRO από την αρχική της ιστορική ηγεσία, οι γνωστοί ως φεντεραλιστές που ήταν αριστεροί (με εμβληματική μορφή τον Gotse Delchev) δεν επεδίωκαν ένωση με τη Βουλγαρία. Συνέπεια όλων αυτών ήταν να αρχίζει να αναδεικνύεται, σταδιακά, στο Μεσοπόλεμο μια νέα, αν και ακόμη θολή, εθνική ταυτότητα, διακριτή από τη βουλγαρική, και έτσι το όνειρο του Μisirkov άρχισε να αχνοφέγγει. 

Από το 1944 και μετά, με τον Τίτο, η νέα αυτή ταυτότητα που επωαζόταν, αποκρυσταλλώθηκε. Έλαβε χώρα μία συστηματική, και εν πολλοίς επιτυχημένη, διαδικασία «μετάλλαξης» (mutation), όπως την έχει αποκαλέσει ο Ευάγγελος Κωφός.(11) Οι εθνοτικά/εθνικά Βούλγαροι, βουλγαρόφωνοι ή ρευστής εθνικής συνείδησης της νοτίου Γιουγκοσλαβίας έγιναν πλέον «Μακεδόνες» (νέα σύμβολα, κατασκευή νέας γλώσσας, κατασκευή εθνικής ιστορίας που να ξεκινάει από τον Τσάρο Σαμουήλ επειδή είχε πρωτεύουσα του κράτους την Αχρίδα, και με σύγχρονο ορόσημο το Ίλιντεν και το Κρούσοβο) με παράλληλη πάταξη των βουλγαριζόντων διαφωνούντων (φυλάκιση, εκτελέσεις, κ.λπ.) στη Σοσιαλιστική (αρχικά Λαϊκή) Δημοκρατία της Μακεδονίας εντός της Σοσιαλιστικής (αρχικά Λαϊκής) Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γιουγκοσλαβίας υπό τον Τίτο.

Μετά τον ελληνικό Εμφύλιο Πόλεμο, η ελληνική κυβέρνηση έστειλε το 1953, μετά από πολλούς δισταγμούς, τον Δημήτρη Ηρακλείδη ως τον πρώτο της Γενικό Πρόξενο στα Σκόπια. Έκτοτε, κατά καιρούς εξέφρασε τη δυσαρέσκεια της στη Γιουγκοσλαβία και στις ΗΠΑ, και στους άλλους συμμάχους της στο ΝΑΤΟ, για το όνομα Μακεδονία, Μακεδόνες και μακεδονική γλώσσα (μία γλώσσα που έχει αναγνωριστεί από την UNESCO). Όμως το πλαίσιο του Ψυχρού Πολέμου δεν επέτρεπε να λάβει διαστάσειςτο ζήτημα, με τις ελληνογιουγκοσλαβικές σχέσεις να παραμένουν αγαστές και τη Γιουγκοσλαβία του Τίτο να είναι πολύτιμος σύμμαχος της Ελλάδας και του Μακαρίου στο Κυπριακό. 

Όταν το κράτος αυτό έγινε ανεξάρτητο (17 Σεπτεμβρίου 1991), στη διακήρυξη ανεξαρτησίας αναγράφεται ότι αποδέχεται πλήρως τις διεθνείς αρχές και τους διεθνείς κανόνες, όπως την εδαφική ακεραιότητα, την κυριαρχία, τη μη ανάμειξη στα εσωτερικά κ.λπ. και «επιβεβαιώνει επίσης την πολιτική της για τη μη προβολή εδαφικών διεκδικήσεων σε βάρος οποιασδήποτε γειτονικής χώρας».(12) 

 

Οι κρυφοί λόγοι της κυρίαρχης ελληνικής στάσης 

Τα αίτια της κάπως υπερβολικής στάσης των Ελλήνων θα τα διέκρινα σε δύο κατηγορίες, στους φανερούς λόγους και στους πιο κρυφούς και ανομολόγητους. Οι πιο φανεροί λόγοι είναι βέβαια: 1) οι φόβοι περί βλέψεων των γειτόνων στην ελληνική Μακεδονία και 2) η οργή για την προσπάθεια σφετερισμού σημαντικού τμήματος της ελληνικής πολιτισμικής κληρονομιάς, με τη δήθεν καταγωγή τους (παρότι είναι Σλάβοι) από τους αρχαίους Έλληνες Μακεδόνες. Το ζήτημα αυτό, που προηγουμένως αποτελούσε το φέουδο μόνο των ακραίων και εθνικιστών στη γειτονική χώρα, τα τελευταία δέκα χρόνια έχει λάβει διαστάσεις, με την πολιτική της γνωστής ως «αρχαιοποίησης» (Antikvizacija), την οποία εγκαινίασε ο εθνικιστής Γκρούεβσκι το 2006, της οικειοποίηση της ελληνικής αρχαίας μακεδονικής κληρονομιάς.

Οι πιο κρυφοί λόγοι της κυρίαρχης ελληνικής στάσης είναι, νομίζω, δύο. Πρώτον, η μη αναγνώριση της σλαβομακεδονικής εθνοτικής ή γλωσσικής ομάδας στην ελληνική Μακεδονία (Καστοριά, Φλώρινα). Αν και οι άνθρωποι αυτοί δεν είναι πολλοί (και συνεπώς ουδόλως απειλείται η ελληνική εδαφική ακεραιότητα) και ένα μέρος τους έχουν πλέον ελληνική εθνική συνείδηση, εντούτοις η Αθήνα φοβάται την παραμικρή αναφορά σε αυτούς και στην αναγνώριση της ύπαρξής τους. Διότι, μεταξύ άλλων, ηθελημένα ή μη, ξεχνιέται ή αποκρύπτεται το γεγονός ότι είχαν καταπιεστεί στον Μεσοπόλεμο και όταν έφυγαν ή εκδιώχθηκαν με τον ΕΛΑΣ (περίπου σαράντα με εξήντα χιλιάδες) με τη λήξη του ελληνικού Εμφυλίου Πολέμου, το 1948-49, δημεύθηκε η περιουσία τους και έκτοτε δεν επιτρέπεται σε αυτούς και στους απογόνους τους να επιστρέψουν. 

Δεύτερον, ότι οι σημερινοί κάτοικοι της ελληνικής Μακεδονίας δεν είναι, στην πλειονότητά τους, αυτόχθονες. Σχεδόν οι δύο στους τρεις Έλληνες Μακεδόνες είναι πρόσφυγες ή απόγονοι προσφύγων από τη Μικρά Ασία. Αυτό τους καθιστά ψυχολογικά πιο ανασφαλείς, μια και ήρθαν στην περιοχή σχετικά πρόσφατα, πολύ μετά από τους Σλαβομακεδόνες που ήταν γηγενείς κάτοικοι της σημερινής ελληνικής Μακεδονίας επί αιώνες (οι μισοί από τους οποίους έφυγαν ή εκδιώχθηκαν). Αυτή τους η ανασφάλεια ίσως εξηγεί και τη μεγάλη τους ανάγκη για ταύτιση με τη δόξα των αρχαίων Μακεδόνων και με τον θρυλικό Μέγα Αλέξανδρο. 

 

Τα μυστικά της αδιάλλακτης στάσης των γειτόνων

Ας δούμε όμως τώρα και τους λόγους της αδιάλλακτης στάσης της άλλης πλευράς, τα δικά της μυστικά, τις αποκρύψεις, τις ανασφάλειες που οδηγούν και εκεί σε υπερβολικές αντιδράσεις.

1. Αν και βρίσκονταν στην ευρύτερη Μακεδονία επί αιώνες άργησαν πολύ να αποκτήσουν ξεχωριστή εθνική ταυτότητα, ενώ όλοι οι άλλοι βαλκανικοί λαοί (πλην των Βοσνίων Μουσουλμάνων) την είχαν αποκτήσει κατά τον 19ο αιώνα, με πρώτους τους Έλληνες και τους Σέρβους (στις αρχές του 19ου αιώνα) και τελευταίους τους Αλβανούς (από το 1878 και μετά). Στις αρχές του 20ού αιώνα οι ηγέτες της VMRO ταυτίζονταν, όπως είπαμε, με τους Βούλγαρους, ακόμη και οι φεντεραλιστές. Επίσης κατά τους Βαλκανικούς πολέμους και κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο μέλη του VMRO (και φεντεραλιστές) πολέμησαν μαζί με τον βουλγαρικό στρατό για την ένωση της Μακεδονίας με τη Βουλγαρία. Παρά ταύτα οι σημερινοί Σλαβομακεδόνες, από το 1944 και μετά, επιμένουν ότι οι ιστορικοί τους ηγέτες ήταν Μακεδόνες. Επίσης επιμελώς αποκρύπτεται στην εθνική τους αφήγηση ότι υπήρχαν επίσης αρκετοί βουλγαρόφωνοι που κατά τον 19ο αιώνα –αλλά ως ένα βαθμό και στις αρχές του 20ού αιώνα– έγιναν Έλληνες, ενώ άλλοι έγιναν Σέρβοι. Ακόμη και στη δεκαετία του 1940 υπήρχαν αρκετοί Σλαβομακεδόνες στον ΕΑΜ-ΕΛΑΣ που ταυτίζονταν με τους Έλληνες και όχι με τους άλλους Σλαβόφωνους που έγερναν προς τη Γιουγκοσλαβία ή τη Βουλγαρία.(13) 

2. Το 1941 οι περισσότεροι, κυρίως στη γιουγκοσλαβική Μακεδονία (δηλαδή στη σημερινή ΠΓΔΜ) αλλά εν μέρει και στην υπό κατοχή Ελλάδα, χαιρέτισαν τους Βούλγαρους ως απελευθερωτές, λόγω της άγριας καταπίεσης που είχαν υποστεί στο Μεσοπόλεμο κυρίως από τους Σέρβους και από την Ελλάδα, ειδικά επί Μεταξά. Πολλοί, ειδικά στη γιουγκοσλαβική Μακεδονία, συνεργάστηκαν με τους εθνοτικά συγγενείς τους Βούλγαρους κατακτητές. Ήταν άραγε κατάπτυστοι συνεργάτες του κατακτητή ή απλώς φυσιολογικοί συνεργάτες με τους εθνοτικά αδελφούς τους και «απελευθερωτές τους»;(14) Όμως ο αυταρχισμός των Βουλγάρων τους αποξένωσε και, στη συνέχεια, πολλοί κατατάγηκαν στους Παρτιζάνους του Τίτο και οι Σλαβομακεδόνες της Ελλάδας στον ΕΑΜ-ΕΛΑΣ (αργότερα, κατά τον Ελληνικό Εμφύλιο, είχαν και δικά τους ξεχωριστά σλαβομακεδονικά τάγματα εντός του ΕΛΑΣ). 

3. Τα περί καταγωγής από τους αρχαίους Μακεδόνες, και από τον Μέγα Αλέξανδρο, δεν έχουν βέβαια καμία επιστημονική βάση.(15) Οι σοβαροί Σλαβομακεδόνες ιστορικοί και άλλοι διανοητές (καθώς και ο πρώτος πρόεδρος της χώρας, Κίρο Γκλιγκόροφ) έχουν πλήρη επίγνωση ότι είναι απόγονοι Σλάβων, και ότι οι Σλάβοι πρόγονοί τους ήρθαν στα Βαλκάνια (και στη γεωγραφική Μακεδονία) κατά τον 7ο αιώνα μ.Χ., ως εκ τούτου δεν ήταν και δεν μπορούσαν να είναι απόγονοι των αρχαίων Μακεδόνων. Όμως οι πιο εθνικιστές υποστηρίζουν ότι ναι μεν η ηγεσία της αρχαίας Μακεδονίας είχε εξελληνιστεί, αλλά οι μάζες των κατοίκων του αρχαίου Μακεδονικού Βασιλείου δεν ήταν Έλληνες, αλλά μείγμα Θρακών και Ιλλυριών. Επικαλούνται, όπως θα ανέμενε κανείς, και τη γνωστή θέση του Δημοσθένη και άλλων Ελλήνων ότι οι Μακεδόνες δεν ήταν Έλληνες. Επίσης διατείνονται ότι, κατά τον έβδομο αιώνα, όταν οι πρόγονοι τους Σλάβοι έφθασαν και κατέκτησαν την περιοχή, αναμείχθηκαν με τους εναπομείναντες απογόνους των αρχαίων Μακεδόνων, δηλαδή υπήρχαν επιμειξίες, άρα συνδέονται, εν μέρει, με τους αρχαίους Μακεδόνες.(16) 

Πάντως τα περί καταγωγής από τους αρχαίους Μακεδόνες, που δεν έχουν βάση, λέγονται για τρεις λόγους: για να εκδικηθούν τους Έλληνες που τους έχουν βλάψει τόσο καιρό (αποσταθεροποιώντας τη χώρα τους με την εκκρεμότητα του ονόματος), για να ανυψώσουν την εθνική τους αυτοεκτίμηση και επίσης για να εδραιώσουν πιο ευρωπαϊκά διαπιστευτήρια προς την ΕΕ (στα μάτια των δυτικοευρωπαίων άλλο είναι το να είσαι απόγονος του Μεγάλου Αλέξανδρου και άλλο το να είσαι Σλάβος και Βούλγαρος, απόγονος του Σαμουήλ). 

 

Διέξοδοι

Από την ελληνική σκοπιά και με όρους αυστηρού ρεαλισμού, αν η χώρα αυτή δεν υπήρχε θα έπρεπε, όπως έχει προσφυώς λεχθεί, η Ελλάδα να την εφεύρει, γιατί αν η χώρα αυτή δεν υφίσταται ή διαλυθεί, η Ελλάδα θα δει στα σύνορα της τη Μεγάλη Αλβανία και τη Μεγάλη Βουλγαρία. Επίσης με όρους ρεαλισμού σε ότι αφορά τη γειτονική χώρα, και πέρα από πικρίες και συναισθηματισμούς, ο καλύτερός της σύμμαχος στην περιοχή, ο οποίος δεν επιβουλεύεται την εδαφική της ακεραιότητα, δεν είναι βέβαια ούτε η Βουλγαρία, ούτε η Αλβανία, ούτε η Σερβία, αλλά η Ελλάδα. 

Για να λυθεί αυτή η διένεξη θα πρέπει καταρχάς να αποδεχθούν και οι δύο πλευρές ότι καμία χώρα, ούτε η Ελλάδα, ούτε η γειτονική χώρα, ούτε η Βουλγαρία μπορούν να μονοπωλήσουν το όνομα Μακεδονία (το αξίωμα του Ευάγγελου Κωφού). Ως εκ τούτου, προς αποφυγήν μονοπωλήσεων και παρεξηγήσεων, απαιτείται μία πιο ειδική ή σύνθετη ονομασία. 

Διαδικαστικά θα πρέπει να λάβουν χώρα το ταχύτερο (η περαιτέρω καθυστέρηση βλάπτει και τις δύο χώρες) νέες διμερείς διαπραγματεύσεις Αθηνών - Σκοπίων, αυτή τη φορά κατά προτίμηση χωρίς κανένα μεσολαβητή (του ΟΗΕ ή άλλον), κάτι που είχε γίνει το 2001-2, με στόχο την από κοινού λύση στην ονομασία της γειτονικής χώρας, χωρίς νικητή-ηττημένο, αλλά με δύο κερδισμένους. Από πλευράς ουσίας, τα Σκόπια θα πρέπει να διασκεδάσουν τους ελληνικούς φόβους περί αλυτρωτισμού, δείχνοντας με πειστικό και χειροπιαστό τρόπο ότι είναι αβάσιμοι, και επιπλέον να σεβαστούν την ελληνική πολιτισμική κληρονομιά· και η Αθήνα να δείξει ξεκάθαρα ότι τους σέβεται ως κυρίαρχο ανεξάρτητο κράτος, τους αναγνωρίζει και τους αποδέχεται ως έθνος και ως ξεχωριστή γλώσσα. 

Η καρδιά της αμοιβαία αποδεκτής επίλυσης βρίσκεται στον αμοιβαίο σεβασμό. Για τους Σλαβομακεδόνες είναι, όπως έχουν πει, η εξασφάλιση «της αξιοπρέπειας και της ταυτότητας ενός ολόκληρου έθνους», για τους Έλληνες να μην επιτρέπεται «η κλοπή» των πιο πολύτιμων πραγμάτων τους, της ιστορίας τους, του πολιτισμού τους, της ταυτότητάς τους.

 

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

1. Από τις ΗΠΑ, τη Ρωσία, την Κίνα, την Ινδία, τη Βρετανία, τη Σερβία, τη Ρουμανία, τον Καναδά, την Αργεντινή, τη Βραζιλία, το Ιράν, την Κούβα, την Τουρκία, κ.ά.

2. Ελλάδα, Κύπρος, Γαλλία, Γερμανία, Ιταλία, Ισπανία, Πορτογαλία, Βέλγιο, Ολλανδία, Δανία, Μάλτα, Αίγυπτος, Ιαπωνία, Αυστραλία, Νέα Ζηλανδία, Νότια Αφρική και Μεξικό.

3. Στο: Γιάννης Βαληνάκης και Σωτήρης Ντάλης (επιμ.), Το ζήτημα των Σκοπίων: απόπειρες αναγνώρισης και η ελληνική στάση. Επίσημα Κείμενα 1990-1996 (Αθήνα: ΕΛΙΑΜΕΠ, Ι.Σιδέρης, 1996), σελ. 34.

4. Η ειρωνεία είναι ότι στο Μεσοπόλεμο, όταν η απειλή και ο αλυτρωτισμός σε βάρος της ελληνικής Μακεδονίας ερχόταν από τη Βουλγαρία (και από τη σερβοκρατούμενη Γιουγκοσλαβία) η Ελλάδα φλερτάριζε με το όνομα Σλαβομακεδόνες ή ακόμη και Μακεδόνες, υπονοώντας την ύπαρξη ξεχωριστού έθνους στη βουλγαρική και γιουγκοσλαβική Μακεδονία.

5. Η ονομασία αυτή είχε εισαχθεί για πρώτη φορά από το ΚΚΕ στα πλαίσια της Cominform στη δεκαετία του 1920.

6. Βαληνάκης και Ντάλης (επιμ.), ό.π., σελ. 93, 168-169.

7. Elizabeth Barker, Macedonia. Its Place in Balkan Power Politics (Λονδίνο: Royal Institute of International Affairs, 1950). Evangelos Kofos, Nationalism and Communism in Macedonia (Aristide D. Karatzas Publisher, 1993) [1964]. Ivo Banac, The National Question in Yugoslavia (Ithaca: Cornell University Press, 1993) [1984], σελ. 307-328. Loring M. Danforth, The Macedonian Conflict: Ethnic Nationalism in a Transnational World (Princeton: Princeton University Press, 1995).

8. Kofos, ό.π., σελ. 3.

9. Banac, ό.π., σελ. 314-315, 326-327.

10. Στο ίδιο, σελ. 327. Danforth, ό.π., σελ. 50, 63-67.

11. Evangelos Kofos, ‘The Macedonian Question: The Politics of Mutation’, Institute for Balkan Studies, 27 (Μάρτιος 1985).

12. Κατά τον Ευάγγελο Κωφό υπήρχαν δύο προκλητικά σημεία στο προοίμιο του αρχικού Συντάγματός τους: (α) η μνεία στη Δημοκρατία του Κρουσόβου που μιλούσε για ανακήρυξη αυτόνομης Μακεδονίας στο σύνολο των μακεδονικών εδαφών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, και (β) η μνεία στις αποφάσεις της γνωστής ως αντιφασιστικής Συνέλευσης Λαϊκής Απελευθέρωσης της Μακεδονίας (ASNOM) του 1944, που έκανε έκκληση προς τους «Μακεδόνες» της Ελλάδας και της Βουλγαρίας να ξεσηκωθούν εναντίον του κατακτητή τους και να ενωθούν με τη Μακεδονία της Γιουγκοσλαβίας. Βλέπε Παρατηρήσεις Ε. Κωφού, «Τα αμφισβητούμενα άρθρα του Συντάγματος της Π.Γ.Δ.Μ.», Βαληνάκης και Ντάλης (επιμ.), ό.π., σελ. 48.

13. Βλ. για το τελευταίο σημείο, Evangelos Kofos, ‘The Impact of the Macedonian Question on Civil Conflict in Greece (1943-1949), Hellenic Foundation for Defense and Foreign Policy, Occasional Papers No3 (1989).

14. Evangelos Kofos, ‘National Heritage and National Identity in Nineteenth- and Twentieth-Century Macedonia’, Μartin Blinkhorn & Thanos Veremis (επιμ.), Modern Greece: Nationalism and Nationality (Αθήνα: Sage-ELIAMEP, 1990), σελ. 124.

15. N.G.L. Hammond, A History of Greece to 322 B.C. (Οξφόρδη: Oxford University Press, 2η έκδοση, 1967), σελ. 534-536, 575.

16. Κofos, ‘National Heritage and National Identity in Nineteenth- and Twentieth-Century Macedonia’, σελ. 119-121.

files/chronosmag/themes/theme_one/faviconXronos.png

  ΧΡΟΝΟΣ 36 (4.2016)