Jean Soler - Aπό τον εθνοτικό θεό στον μοναδικό θεό

 

Πότε και γιατί οι Εβραίοι έγιναν μονοθεϊστές

 

Ο γνωστός ιστορικός των θρησκειών και του μεσογειακού κόσμου συζητά με τον Κωνσταντίνο Ηροδότου

 

Ας ξαναδιαβάσουμε τη γένεση του Θεού, μας λέει με το έργο του ο Jean Soler. Και μια συζήτηση μαζί του έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον επειδή ακριβώς ο ίδιος δεν είναι θεολόγος αλλά ιστορικός των θρησκειών. Γι’ αυτό και η γένεση για την οποία μας μιλά είναι κάπως διαφορετική. Πρόκειται για τη γένεση του Θεού μέσα από το πολυθεϊστικό σύμπαν του κόσμου της Μεσογείου.

Ο Jean Soler, αφού δίδαξε γαλλικά, λατινικά και αρχαία ελληνικά σε Λύκεια, αφιέρωσε τη ζωή του στις διεθνείς πολιτισμικές σχέσεις. Υπήρξε πολιτισμικός ακόλουθος της γαλλικής πρεσβείας στο Ισραήλ για οχτώ χρόνια και στο Ιράν για τέσσερα. Σε αυτές τις χώρες ξεκίνησε μια μακρά έρευνα για τις καταβολές και τους λόγους ύπαρξης της θρησκευτικής πίστης σε έναν και μοναδικό Θεό. Εξέδωσε μια τριλογία: Η επινόηση του μονοθεϊσμού (L’Ιnvéntiondumonothéisme, 2002), Ο μωσαϊκός νόμος (LaLoideMoïse, 2003), Ζωή και θάνατος στη Βίβλο (VieetmortdanslaBible, 2004). Στη συνέχεια εξέδωσε το έργο Η μονοθεϊστική βία (LaViolencemonothéiste, 2008) και, πιο πρόσφατα, το Ποιος είναι ο Θεός; (QuiestDieu?), μια επιτομή των προηγούμενων δοκιμίων. Τα βιβλία αυτά εκδόθηκαν στο Παρίσι, στις Éditions de Fallois.

Τον συνάντησα στο Πανεπιστήμιο Paris 8, όπου έδωσε μια διάλεξη για τη Μεσόγειο, και είχαμε τη συζήτηση που ακολουθεί.

 

Κωνσταντίνος Ηροδότου: Ας μιλήσουμε για τη διανοητική σας διαδρομή… Πώς πυροδοτήθηκε το ενδιαφέρον σας για τον μεσογειακό κόσμο;

Jean Soler: Ο μεσογειακός κόσμος είναι ο κόσμος μου. Γεννήθηκα στο γαλλικό τμήμα της Καταλωνίας, κοντά στη Μεσόγειο, στα σύνορα με την Ισπανία. Στο Λύκειο της Περπινιάν έμαθα λατινικά και, έπειτα, αρχαία ελληνικά. Τα αρχαία ελληνικά ήταν για μένα μια αποκάλυψη. Είχα την εντύπωση ότι αυτή η γλώσσα φτιάχτηκε για μένα, ή, πιο σωστά, εγώ γι’ αυτήν. Αγάπησα μεμιάς την καθαρότητα, την ακρίβεια, τη λιτότητά της. Όπως και τον ζωντανό, ταχύ, ευθύβολο χαρακτήρα των περισσότερων κειμένων της αρχαίας ελληνικής.

Αντίθετα, τα λατινικά μού φαίνονταν αρκετά βαριά. Παρατηρούσα ομοιότητες μεταξύ των αρχαίων ελληνικών και των γαλλικών, και συγγένειες μεταξύ των δύο λογοτεχνικών παραδόσεων. Μετά την ολοκλήρωση των σπουδών μου στη Σορβόννη, δίδαξα τα αρχαία ελληνικά και τα λατινικά, όπως άλλωστε και τα γαλλικά, για πέντε χρόνια, πριν εργαστώ, στο Υπουργείο Εξωτερικών, για τις διεθνείς πολιτισμικές σχέσεις.  Ο διορισμός μου στην πρεσβεία της Γαλλίας στο Ισραήλ, στα τέλη του 1968, ήταν μια αποφασιστική καμπή. Επιδίωξή μου ήταν να εμβαθύνω στη Βίβλο, στον ιουδαϊσμό, στις καταβολές του χριστιανισμού και το έκανα έχοντας πάντα ως συγκριτικό όρο τον αρχαίο ελληνικό κόσμο που μου ήταν οικείος. Κατανόησα, ακόμα καλύτερα απ’ ό,τι πριν, τις διαφορές ανάμεσα στους δύο πολιτισμούς της αρχαιότητας.  Διότι ο εβραϊκός κόσμος δεν είναι μεσογειακός, αν και το κράτος του Ισραήλ εκτείνεται σήμερα στη Μεσόγειο. Οι Εβραίοι έρχονταν από τη Μεσοποταμία και εγκαταστάθηκαν στο εσωτερικό της Παλαιστίνης. Τον καιρό της Βίβλου, τα παράλια κατοικούνταν από τους Φοίνικες στον Βορρά και από τους Φιλισταίους στον Νότο. Στη Βίβλο δεν υπάρχει νύξη ναυτικής παράδοσης. Αυτή η συγκριτική εργασία δημοσιεύτηκε στο βιβλίο μου Η μονοθεϊστική βία, στο κεφάλαιο «Παραλληλισμός ανάμεσα σε Αθήνα και Ιερουσαλήμ», που ακολουθεί το κεφάλαιο «Το ελληνικό μοντέλο», όπου επιχείρησα μια σύνθεση της ελληνικής σκέψης.

 

Κ.Η.: Η θάλασσα ως κόμβος της ιστορικής σκέψης βρίσκεται σε συνήχηση με τις ιδέες της Σχολής των Annales, περιοδικό με το οποίο συνεργαστήκατε. Έτσι δεν είναι; Μπορείτε, σε γενικές γραμμές, να μας μιλήσετε γι’ αυτή τη συνεργασία;

J.S.: Πράγματι, βρισκόμουν κοντά στη Σχολή των Annales, δηλαδή στη Σχολή των Γάλλων ιστορικών που αντί για τη γεγονοτολογία, τις αφηγήσεις γύρω από βασίλεια ή ναυμαχίες, έθεσαν ως προτεραιότητα τη μελέτη μεγάλων συνόλων, όπως ο μεσογειακός κόσμος, μακρές μεταβολές, όπως η τιμή του ψωμιού ή του κλίματος, και, επίσης, τη μελέτη των «mentalités» [νοοτροπιών], όρος που περιγράφει το διανοητικό σύμπαν ενός λαού, εάν εξετάσουμε στη μακρά διάρκεια τις σταθερές στην αντίληψη του κόσμου, των αξιών του, των πεποιθήσεών του, ό,τι δηλαδή συγκροτεί την ταυτότητά του. Στη διάρκεια της πρώτης διαμονής μου στο Ισραήλ, καταπιάστηκα με την αποκωδικοποίηση των βιβλικών διατροφικών απαγορεύσεων, απαγορεύσεις ανιχνεύσιμες και σήμερα, στον όρο κόσερ, που βρίσκεται εν χρήσει. Εγκατέλειψα γρήγορα την ιατρική εξήγηση –που αναπτύχθηκε περισσότερο με βάση την απαγόρευση του χοιρινού–, γιατί οι Εβραίοι αγνοούσαν το ιατρικό επάγγελμα, ενώ στην αρχαία Ελλάδα, όπου υπήρχαν γιατροί από τους ομηρικούς χρόνους, πριν ακόμα από τη δημιουργία μιας επιστημονικής ιατρικής, αυτής του Ιπποκράτη, το χοιρινό καταναλωνόταν και εκτιμόνταν, χωρίς ποτέ κανείς να έχει υποστηρίξει ότι θα μπορούσε να είναι επιβλαβές. Έπρεπε να αναζητήσω άλλες αιτίες, και έδειξα ότι το σύνολο των διατροφικών νόμων, που είναι πολυπληθείς, συγκροτούσε ένα συμβολικό σύστημα που επέτρεπε την πρόσβαση στο διανοητικό σύμπαν των Εβραίων. Οι υπεύθυνοι του περιοδικού Annales έδειξαν μεγάλο ενδιαφέρον για τη μελέτη μου και, χωρίς καθυστέρηση, το καλοκαίρι του 1973, εξέδωσαν το άρθρο, όπου εξέθετα τα συμπεράσματά μου. Αυτό ήταν το σημείο εκκίνησης των κατοπινών μου ερευνών. Το άρθρο, που επιδοκίμασε ο Claude Lévi-Strauss, επαναδημοσιεύτηκε αρκετές φορές, στην αγγλική του εκδοχή, σε αμερικανικές εκδόσεις.

 

Κ.Η.: Στο πλαίσιο αυτής της μελέτης αντιμετωπίζετε ως πρόβλημα το σημαίνον «θεός» ή «θεοί» στο συμβολικό σύστημα των Εβραίων;

J.S.: Όταν μελετούσα τους διατροφικούς νόμους των Εβραίων, δεν είχα ακόμα συνειδητοποιήσει το πρόβλημα που ήγειρε η πραγματική γένεση του μονοθεϊσμού. Σκεφτόμουν, όπως όλος ο κόσμος, συμπεριλαμβανομένων των ισραηλινών πανεπιστημιακών με τους οποίους βρισκόμουν σε επαφή, ότι η πίστη στον έναν και μοναδικό Θεό αναγόταν στον Μωυσή, αν όχι στον Αβραάμ, όπως επιβεβαιώνει, μεταξύ άλλων, το Κοράνι. Κανείς δεν έθετε εν αμφιβόλω την ύπαρξη του Μωυσή, ούτε το ότι είχε ζήσει στην αυλή του Φαραώ, όπου θα μπορούσε να είχε πληροφορηθεί για μια πρώτη μορφή μονοθεϊσμού, την οποία ο φαραώ Ακενατόν, τον προηγούμενο αιώνα, είχε προσπαθήσει μάταια να επιβάλει στον αιγυπτιακό λαό. Επιπλέον, είχα προσεγγίσει τη Βίβλο μέσω γαλλικών μεταφράσεων, οι οποίες, καθώς έβριθαν από τέτοιους είδους πεποιθήσεις, δεν έκαναν τη διάκριση μεταξύ του ονόματος «Γιαχβέ» που περιγράφει τον θεό των Εβραίων και του ονόματος «Θεός» που περιγράφει τον μοναδικό Θεό.

Είκοσι χρόνια μετά, όταν το Υπουργείο Εξωτερικών μου ζήτησε να επιστρέψω στο Ισραήλ, στην ίδια θέση πολιτισμικού ακολούθου της γαλλικής πρεσβείας, ενημερώθηκα για τις πιο πρόσφατες έρευνες για τη Βίβλο, και ξεκίνησα να μαθαίνω τα εβραϊκά της Βίβλου. Έτσι αναθεώρησα τις ιδέες μου γι’ αυτό το ζήτημα. Πείστηκα ειδικότερα για τη σημασία της έννοιας μονολατρεία, την οποία μερικοί ερευνητές χρησιμοποιούσαν, βλέποντας σε αυτή μια προεικόνιση του μονοθεϊσμού, όπως καθιερώθηκε αργότερα. Για μένα μεταξύ της «μονολατρείας», που είναι η λατρεία που αποδίδεται κατά προτίμηση σε έναν θεό –χωρίς να αμφισβητείται η ύπαρξη άλλων θεών– και του μονοθεϊσμού δεν υπάρχει λογική συνέχεια, αλλά, αντίθετα, ρήξη, μια μεταβολή δηλαδή που θα μπορούσε και να μην είχε συμβεί, όπως στη δαρβινική θεωρία της εξέλιξης των ειδών.

Όταν μελέτησα τις επιγραφικές συλλογές της Μέσης Ανατολής, παρατήρησα ότι η αρχική θρησκεία των Εβραίων ήταν όμοια με τη θρησκεία των λαών της περιοχής. Είχαν όλοι έναν εθνοτικό θεό, με τον οποίο έλεγαν πως είχαν συμμαχήσει· αυτή η συμμαχία ήταν θεμελιώδες γνώρισμα της ταυτότητάς τους. Έτσι, οι «Ασσύριοι» ήταν οι πιστοί του θεού «Ασσούρ» (όπως οι «Αθηναίοι» ήταν οι πιστοί της θεάς «Αθηνάς»). Αλλά αυτή η επιλογή ενός θεού προστάτη δεν τους εμπόδιζε (όπως και στην περίπτωση των Αθηναίων) να λατρεύουν και άλλους θεούς, όπως μαρτυρούν οι επιγραφές και τα αρχαιολογικά ευρήματα. Η μονολατρεία είναι μια πτυχή του πολυθεϊσμού και όχι εν σπέρματι μονοθεϊσμός. Η ανάγνωση της Βίβλου στα εβραϊκά επιβεβαίωσε την ιδέα μου ότι ο εθνοτικός θεός των Εβραίων, ο Γιαχβέ, δεν είχε άλλη υπόσταση από εκείνη του εθνοτικού θεού των Ασσυρίων, Ασσούρ, ή των Βαβυλωνίων, Μαρδούκ. Στις μεταφράσεις της Βίβλου παρεισδύει ένα λάθος, όταν αποδίδουν ως «Θεό», «Αιώνιο» ή «Κύριο» –δηλαδή  μοναδικό Θεό– τη λέξη «Γιαχβέ» στο πρωτότυπο κείμενο, που είναι το όνομα ενός επιμέρους θεού. Θα έπρεπε, επομένως, να καταλάβουμε πότε και γιατί οι Εβραίοι, μόνο αυτοί, έγιναν μονοθεϊστές. 

 

Κ.Η.: Αυτή η ιδέα αλλάζει εντελώς την προοπτική της ιστορίας των θρησκειών. Με ποια αφετηρία και σε ποιο πλαίσιο εντοπίζεται το πέρασμα από τη μονολατρεία στον μονοθεϊσμό;

J.S.: Για να καταλάβουμε το πέρασμα από τη μονολατρεία (την ιδιάζουσα λατρεία που αποδίδεται σε έναν από τους θεούς, ο οποίος θεωρείται εθνοτικός και θεός-προστάτης) στον μονοθεϊσμό καθαυτόν (στη διαβεβαίωση, αναγορευθείσα σε δόγμα, πως δεν υπάρχει παρά μόνο ένας Θεός), πρέπει να ανατρέξουμε στην ιστορία. Δεν μπορούμε να απομονώσουμε μια θρησκεία από το υλικό της περιβάλλον (τη γεωγραφία, την οικονομία) και από το διανοητικό πλαίσιο (μια θέαση του κόσμου που βρίσκεται σε επικοινωνία με άλλες θεάσεις γειτονικών λαών, για να εμπνευστεί ή να διαφοροποιηθεί από αυτές) όπου εμφανίζεται. Δεν μπορεί να υπάρξει ορθή ανάλυση των θρησκευτικών αντιλήψεων, αν τις αποκόψουμε από το μη θρησκευτικό τους περιβάλλον.

Μια θρησκεία δεν είναι παρά μια συνισταμένη της «mentalité» [νοοτροπίας] ενός λαού. Αναφορικά με τους Εβραίους, ήταν πεπεισμένοι ότι ο Γιαχβέ ήταν ο πιο μεγάλος από τους θεούς, ο Δημιουργός του κόσμου και ότι τους είχε υποσχεθεί να τους θέσει στην κορυφή των εθνέων. Όμως η πραγματική ιστορία των Ισραηλιτών δεν ήταν παρά μια συνεχής διάψευση αυτής της ελπίδας. Οδηγούνταν από ήττα σε ήττα, από αποτυχία σε αποτυχία, όντας αντιμέτωποι με ισχυρότερους λαούς, με τους Ασσύριους πρώτα, τους Βαβυλώνιους έπειτα, για να χάσουν στο τέλος ολοκληρωτικά τη χώρα που ο Γιαχβέ, όπως έλεγαν, τους είχε προσφέρει. Με την καταστροφή της Ιερουσαλήμ και την εξορία των ελίτ στη Βαβυλώνα,  στις αρχές του 6ου αιώνα π.Χ., ξέσπασε μια βαθιά κρίση. Πώς θα μπορούσαν να εξηγηθούν όλες αυτές οι καταστροφές; Ο θεός των Ισραηλιτών ήταν μήπως κατώτερος σε σχέση με τους άλλους που λάτρευαν οι λαοί-νικητές; Η πρώτη αντίδραση των ηγετικών δυνάμεων (βασιλική αυλή, γραφείς, προφήτες) ήταν να αποενοχοποιήσουν τον Γιαχβέ, ισχυριζόμενοι πως είχε τιμωρήσει τον λαό του για την απιστία του. Και ότι είχε χρησιμοποιήσει γι’ αυτόν τον σκοπό άλλους λαούς ως όργανα της τιμωρίας του, προτού τους τιμωρήσει και αυτούς, με τη σειρά τους, γιατί συνετέλεσαν στο να χυθεί το αίμα του λαού του. Η ιστορία φάνηκε να επαληθεύει αυτές τις οπτικές: οι Ασσύριοι υποσκελίστηκαν από τους Βαβυλώνιους και οι Βαβυλώνιοι εν συνεχεία υποσκελίστηκαν από τους Πέρσες, που κατέλαβαν τη Βαβυλώνα το 539 π.Χ. και ελευθέρωσαν τους εξόριστους. Αυτό το συμβάν προκάλεσε στους Ιουδαίους που επέστρεψαν στην Ιερουσαλήμ μια τεράστια ελπίδα: αυτή της επανασύστασης του μεγάλου βασιλείου του Δαβίδ και του γιου του Σολομώντα – βασίλειο τόσο μυθικό όσο και η προσωπικότητα του Μωυσή. Και αυτή η προσδοκία όμως διαψεύστηκε. Κατά τη διάρκεια των δύο αιώνων που κράτησε η κυριαρχία των Περσών, οι Εβραίοι (έτσι ονομάζονται στο εξής) φυτοζωούσαν σε μια σκοτεινή γωνιά της Αυτοκρατορίας των Αχαιμενιδών, που εκτεινόταν από τον Ινδό ποταμό ώς τον Νείλο. Θα έπρεπε να καταλήξουμε στο συμπέρασμα πως ο ισχυρότερος θεός δεν ήταν αυτός των Εβραίων αλλά εκείνος των Περσών; Διότι οι Πέρσες είχαν επίσης έναν εθνοτικό θεό, τον Αχούρα Μάζδα, τον οποίο παρουσίαζαν ως  Δημιουργό του κόσμου και προστάτη των βασιλέων τους, οι οποίοι είχαν γίνει «βασιλείς βασιλέων». Και αυτή η πίστη φαινόταν να επαληθεύεται διαχρονικά από την ιστορία. Επιπλέον, οι Ιουδαίοι δεν είχαν κανέναν λόγο να θεωρούν ότι η κυριαρχία των Περσών θα μπορούσε να διακοπεί με τη βούληση του Γιαχβέ: οι Πέρσες τους είχαν ελευθερώσει από τη σκλαβιά και τους είχαν δείξει ευμένεια. Όφειλαν επομένως να εγκαταλείψουν τον Γιαχβέ και να προσχωρήσουν στον Αχούρα Μάζδα; Αν το έκαναν, θα εγκατέλειπαν την ταυτότητά τους, του «λαού του Γιαχβέ», που απαντά σε πλήθος κειμένων, τα οποία θα συγκροτήσουν ό,τι αποκαλούμε «Βίβλο». Η απόρριψη του Γιαχβέ θα ήταν μια συλλογική αυτοκτονία. Από αυτό το αδιέξοδο, οι Εβραίοι βγήκαν, όπως υποστηρίζω, τον 4ο αιώνα π.Χ. μέσω ενός ισχυρού διανοητικού άλματος: το δόγμα του μοναδικού Θεού. Ο Αχούρα Μάζδα δεν ήταν ανώτερος του Γιαχβέ, ήταν ο ίδιος θεός, γιατί δεν υπάρχει παρά ένας Θεός.  Για τις λεπτομέρειες της επιχειρηματολογίας μου, παραπέμπω στο βιβλίο μου Η επινόηση του μονοθεϊσμού, όπου γράφω: «Ο μονοθεϊσμός προήλθε από τα δεινά των Εβραίων». 

 

Κ.Η.: Έτσι, πριν από αυτή την επινόηση ο Γιαχβέ ήταν αντιληπτός ως μια θεϊκή δύναμη ανάμεσα σε άλλες, μέσα σε ένα ποικίλο πολυθεϊστικό τοπίο…

J.S.: Ναι, πρόκειται για μια θρησκεία στην υπηρεσία μιας εθνοτικότητας. Και βρίσκεται μέσα σε έναν πολυθεϊστικό ορίζοντα. Ο Γιαχβέ ήταν ο εθνοτικός θεός των Ισραηλιτών, αλλά λάτρευαν και άλλους επίσης, στον ίδιο τον ναό της Ιερουσαλήμ, στο τέλος του 7ου αιώνα π.χ., τον Βάαλ, τον Ήλιο και μια γυναικεία θεότητα, την Ασερά, που θεωρούνταν η σύντροφος του Γιαχβέ. Επιγραφικές μαρτυρίες το επιβεβαιώνουν.

Ο εθνοτικός χαρακτήρας διατηρήθηκε, παρά την υιοθέτηση του μονοθεϊσμού. Ακόμα και όταν οι Εβραίοι φαντάστηκαν ότι ο θεός τους ήταν ο μοναδικός που υπήρχε, συνέχισαν να θεωρούν ότι ήταν ο θεός των Εβραίων πριν απ’ όλα. Αλλιώς, πώς θα μπορούσαμε να εξηγήσουμε ότι στους χρόνους ακόμα του Ιησού, όπως μαρτυρούν σύγχρονές του καταγραφές, ο ναός της Ιερουσαλήμ ήταν άβατο, επί ποινή θανάτου, για τους μη Εβραίους;

Εκείνοι που είπαν ότι ο μοναδικός Θεός ήταν, κατά λογική αναγκαιότητα, ο Θεός όλων των λαών, ήταν οι πρώτοι θεωρητικοί του χριστιανισμού, ο Απόστολος Παύλος κυρίως, στις Επιστολές του, γραμμένες στα ελληνικά. Και ότι δεν υπήρχε κανένας λόγος να γίνονται διακρίσεις μεταξύ Εβραίων και μη Εβραίων.

Τον εθνοτικό χαρακτήρα της θρησκείας των Εβραίων της Αρχαιότητας ξανασυναντούμε στην ηθική τους. Οι νόμοι που υπαγόρευσε ο Γιαχβέ στον Μωυσή, αρχίζοντας με τις Δέκα Εντολές, δεν απευθύνονται παρά μόνο στους Εβραίους, όπως επισημαίνει ήδη ο Σπινόζα στο έργο του Tractatus. Έχω αναπτύξει λεπτομερειακά στον Μωσαϊκό Νόμο ότι οι κανόνες διέπουν τη συμπεριφορά των Εβραίων μεταξύ τους, για να διασφαλίσουν τη συνοχή του λαού, απαραίτητη συνθήκη για την επιβίωσή του. «Ου φονεύσεις» σημαίνει: Δεν θα αφαιρέσεις τη ζωή από έναν αδελφό Εβραίο, όπως δεν θα του πάρεις τη γυναίκα, το σπίτι, το χωράφι ή το γαϊδούρι του, καθώς εξειδικεύει η Δεκάτη Εντολή. Δεν υπάρχει σκέψη παγκοσμιότητας, ούτε ηθική προορισμένη για την ανθρωπότητα στον Μωσαϊκό Νόμο. Το να βλέπουμε εδώ το θεμέλιο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου είναι λάθος.

 

Κ.Η.: Οι Έλληνες δεν είχαν μια θρησκεία; Επίσης, σε ποιο πλαίσιο θα μπορούσαμε να προσεγγίσουμε και να αναλύσουμε το έργο του Παύλου και, εν συνεχεία, την εξάπλωση του χριστιανισμού;

J.S.: Η έννοια θρησκεία είναι αμφιλεγόμενη. Τελούμε, στη Γαλλία όπως και στην Ελλάδα, υπό την καθοριστική επιρροή της χριστιανικής θέασης του κόσμου, ώστε με τη λέξη θρησκεία να περιγράφουμε ένα ενορχηστρωμένο σύνολο από υποχρεωτικές θρησκευτικές πεποιθήσεις, που συμπληρώνονται από υποχρεωτικές, επίσης, τελετουργίες. Όμως ένας τέτοιος ορισμός δεν μπορεί να εφαρμοστεί στην αρχαία Ελλάδα. Αντίθετα, αν ως «θρησκεία» εννοούμε τη χωρίς δομή ή τουλάχιστον χωρίς σαφή δομή πίστη σε διάφορες υπερφυσικές δυνάμεις, οι οποίες μπορεί να επιδρούν στη ζωή των ανθρώπων, τότε μπορούμε να πούμε πως όχι μόνο οι αρχαίοι Έλληνες αλλά όλες οι ανθρώπινες κοινότητες είχαν μια «θρησκεία».

Στην αρχαία Ελλάδα, το υπερφυσικό στοιχείο βρίσκεται παντού. Τροφοδοτεί τις αφηγήσεις – οι μύθοι και οι θρύλοι είναι άφθονοι· οι θεοί συλλαμβάνονται ως εξιδανικευμένοι άνθρωποι ή προσωποποιημένες αφαιρέσεις. Δεν υπάρχει ενοποιητικό δόγμα, το οποίο θα μπορούσε να συγκροτήσει επίσημη θρησκεία, με επαγγελματικού χαρακτήρα ιερατείο και τελετουργίες προορισμένες για πιστούς στο εσωτερικό των ναών, πέρα από το ότι η διάσπαση του λαού σε αναρίθμητες αυτόνομες πόλεις ήταν εμπόδιο στην κατασκευή μιας ενοποιημένης θρησκείας.

Ο Παύλος ήταν πεπεισμένος για την αποστολή του να διαδώσει το δόγμα του ενός και μοναδικού Θεού σε όλη την ανθρωπότητα. Όφειλε, επομένως, να συσπειρώσει τους πολυθεϊστές Έλληνες γύρω από τον μονοθεϊσμό. Γι’ αυτόν τον λόγο πήγε στην Αθήνα για να μιλήσει στους Έλληνες –στα ελληνικά– για τον Θεό και τον Ιησού. Σύμφωνα με τις Πράξεις των Αποστόλων, βρέθηκε ενώπιον ενός ακροατηρίου πολύ περίεργου και με μεγάλο ενδιαφέρον για τις νέες ιδέες, στοιχείο που ανάγεται στην αρχαιότητα. Αλλά όταν ο ομιλητής αναφέρθηκε στην ανάσταση του Ιησού, οι Αθηναίοι με το κριτικό πνεύμα τον κορόιδεψαν. Σήμερα, όμως στην Αθήνα και σε όλη την Ελλάδα, εκείνος που έχει βγει νικητής είναι ο Παύλος!

 

Κ.Η.: Γιατί αφιερώσατε ένα ολόκληρο βιβλίο, Η μονοθεϊστική βία, στις σχέσεις που αναπτύσσονται μεταξύ της πίστης στον έναν και μοναδικό Θεό και του εξτρεμισμού;

J.S.: Η κυριότερη παρατήρηση που διατυπώθηκε γι’ αυτό το βιβλίο, από άτομα που αντέδρασαν στην όψη και μόνο του τίτλου, χωρίς να διαβάσουν το ίδιο το έργο, συνοψίζεται ως εξής: Υπάρχει βία σε όλες τις κοινωνίες και θα υπάρχει πάντα – δεν είναι ιδιάζον χαρακτηριστικό του μονοθεϊσμού· η αρχαία Ελλάδα, για παράδειγμα, γνώρισε φρικαλεότητες, τόσο σε μυθικές αφηγήσεις, όπως η άλωση της Τροίας, όσο και σε ιστορικά γεγονότα, όπως ο Πελοποννησιακός Πόλεμος.

Έχω απαντήσει εκ των προτέρων σε αυτή την παρατήρηση, στις πρώτες φράσεις της εισαγωγής μου. «Υπάρχει βία και βία. Όλοι οι λαοί γνώρισαν αιματηρά επεισόδια: εξωτερικούς πολέμους, εσωτερικές διαμάχες, σφαγές, δολοφονίες. Αυτή η βία, πάντοτε παρούσα, από τη στιγμή που οι άνθρωποι διεκδικούν τη γη ή την εξουσία, δεν είναι το αντικείμενό μου. Έχω την πρόθεση να μελετήσω τη βία που ορίζεται ως προσταγή στην οποία θα μπορούσαμε να υπακούσουμε για θρησκευτικούς λόγους. Ο Βολταίρος μιλούσε για “φανατισμό”. Πιο πολύ σήμερα θα λέγαμε “εξτρεμισμός”».

Κάποιοι μου είπαν ακόμα: Αν η βία έχει υλικές ή θρησκευτικές αιτίες, πού είναι η διαφορά; Θα απαντήσω δύο πράγματα. Εάν υπάρχει –και είναι αλήθεια ότι υπάρχει– μια αναπόφευκτη βία εξαιτίας υλικών λόγων, γιατί να προσθέσουμε σε αυτή ιδεολογική βία, μη απαραίτητη, και άρα αποφευκταία. Εξάλλου, η βία που ασκείται ή δικαιολογείται στο όνομα του μοναδικού Θεού έχει μια έκταση και μια σκληρότητα αρκετά εντονότερη. Για δομικούς λόγους. Στον πολυθεϊστικό κόσμο κανένας θεός δεν είναι σε θέση να επιβάλει στους ανθρώπους αυτό που πρέπει να κάνουν. Ακόμα και η βούληση του Δία, του βασιλιά των θεών, προσκρούει, στην Ιλιάδα, στη βούληση άλλων θεών, εκ των οποίων άλλοι τάσσονται με την ελληνική και άλλοι με την τρωική πλευρά. Στην Οδύσσεια, ο Ποσειδώνας επιδιώκει να θανατώσει τον Οδυσσέα, αλλά η Αθηνά επαγρυπνεί για τη σωτηρία του. Ο πολυθεϊσμός σημαίνει πλουραλισμό απόψεων, πλουραλισμό του αληθούς και του καλού, αίσθηση της σχετικότητας και, συνεπώς, ανοχή. Αντίθετα, εκείνοι που πιστεύουν ότι η Αλήθεια και το Καλό είναι μοναδικά, σύμφωνα με την εικόνα του θεού από τον οποίο απορρέουν και ο οποίος είναι ο εγγυητής τους, φτάνουν στο σημείο να νομίζουν ότι έχουν το δικαίωμα –για μερικούς είναι ακόμα και καθήκον– να συντελέσουν ώστε να θριαμβεύσει αυτή η Αλήθεια και αυτό το Καλό ενάντια σε εκείνους που τα αρνούνται ή δεν τα αποδέχονται. Και το κάνουν με ριζοσπαστικό τρόπο, χωρίς συμβιβασμούς, γιατί, για εκείνους, μεταξύ του Αληθούς και του Λάθους, του Καλού και του Κακού, δεν υπάρχει τίποτα. Σύμφωνα με τη βιβλική αφήγηση, οι Εβραίοι, για να υπακούσουν στον εθνοτικό θεό Γιαχβέ κατέκτησαν τη Γη της Επαγγελίας, εξολοθρεύοντας όλους τους κατοίκους της, συστηματικά, σε τριάντα πόλεις, χωρίς να εξαιρέσουν καν τις γυναίκες και τα παιδιά Τίποτα παρόμοιο δεν βρίσκουμε ούτε στη λογοτεχνία ούτε στην ιστορία της αρχαίας Ελλάδας. Από την άλλη πλευρά, στο όνομα αυτού του θεού, που έγινε ο Μοναδικός, έλαβαν χώρα στο παρελθόν και συνεχίζονται μέχρι και σήμερα, μπροστά στα μάτια μας, πολλές συλλογικές σφαγές από εξτρεμιστές της μιας ή άλλης θρησκείας – από τις τρεις μονοθεϊστικές.

Υποστηρίζω επίσης σε αυτό το βιβλίο ότι αυτή η αντίληψη του κόσμου, που νομιμοποιεί τη βία, διαπότισε, στην Ευρώπη που έγινε χριστιανική, ακόμα και δόγματα μη θρησκευτικά, όπως ο κομμουνισμός και ο ναζισμός.

 

Κ.Η.: Τελικά, αυτό που διακυβεύεται στο έργο σας, είναι η ελευθερία της έκφρασης, θεμελιώδης ελευθερία στην ευρωπαϊκή νεωτερικότητα. Εσείς τολμάτε να τη διεκδικείτε σε μια εποχή όπου βρίσκεται υπό διωγμόν. «Ο Θεός δεν υπάρχει»: μια τέτοια απόφανση θα μπορούσε σήμερα, υπό ορισμένες συνθήκες, να προκαλέσει τον θάνατο εκείνου που την εκφέρει. Και εδώ, κατά τη γνώμη μου, το ευρωπαϊκό οικοδόμημα κατεδαφίζεται. Τι σκέφτεστε;

J.S.: Θα ήθελα να διακρίνω την ελευθερία της σκέψης από την ελευθερία της έκφρασης. Η πρώτη απαιτεί περιέργεια, φαντασία και ό,τι αποκαλούμε κριτικό πνεύμα: την όρεξη να θέσουμε εκ νέου εν αμφιβόλω ιδέες και αξίες που μας είπαν, στη χώρα μας, στο πεδίο μας, στην οικογένειά μας, πως ήταν προφανείς και παγκόσμιες. Το να το κάνουμε σημαίνει ότι παίρνουμε το ρίσκο να χάσουμε το βάθρο των βεβαιοτήτων πάνω στο οποίο διαπαιδαγωγηθήκαμε. Κάτι που εξηγεί γιατί πολλοί, οι πιο πολλοί, προτιμούν να αρκούνται σε αυτές τις ιδέες και αυτές τις αξίες, αποφεύγοντας να αναρωτηθούν για τη θεμελίωσή τους. Για να ξυπνήσει το κριτικό πνεύμα ενός εφήβου, η ελευθερία της σκέψης του, η διδασκαλία μπορεί να είναι αποφασιστικής σημασίας. Είναι ο ρόλος που έπαιξε για μένα ο καθηγητής μου της φιλοσοφίας, ο René Schérer.

Η ελευθερία της έκφρασης, εκείνη, απαιτεί να περάσουμε από τη σκέψη στη δράση, άρα να πάρουμε και άλλα ρίσκα, ρίσκα ενός άλλου τύπου. Πολλοί από εκείνους που σκέφτονται ελεύθερα, κρατούν την αμφιβολία και τη διαμαρτυρία τους για τον εαυτό τους και, στην καλύτερη περίπτωση, για τους κοντινούς τους. Αποφεύγουν να μιλήσουν δημόσια από φρονιμάδα, έλλειψη θάρρους ή γιατί αισθάνονται ότι δεν έχουν την ικανότητα να το κάνουν.

Για όσους έχουν την ικανότητα και τη θέληση να εκφράζονται στο φως της μέρας, υπάρχει μια προϋπόθεση: πρέπει να βρίσκονται σε μια χώρα όπου το πολιτικό καθεστώς το επιτρέπει. Είναι η περίπτωση της σημερινής Γαλλίας, αλλά αυτή η ελευθερία κατακτήθηκε έπειτα από μια Επανάσταση. Δεν ξεχνώ ποτέ τους φιλοσόφους του Αιώνα των Φώτων, όπως ο Βολταίρος, οι οποίοι προετοίμασαν την Επανάσταση του 1789, πολεμώντας τη Μοναρχία που είχε συμμαχήσει με την Εκκλησία της Ρώμης και σφετεριζόταν ένα δικαίωμα ζωής και θανάτου επί των υπόπτων για μη ορθή σκέψη. Σε αυτή την παράδοση εγγράφομαι.

Σήμερα, στη Γαλλία, δεν κινδυνεύω με την ποινή του θανάτου, αλλά η ελευθερία της έκφρασης συναντά άλλα εμπόδια. Συνάντησα μεγάλες δυσκολίες για να βρω εκδότη για το πρώτο μου βιβλίο Η επινόηση του μονοθεϊσμού. Εννέα, οι πλέον σημαντικοί, το απέρριψαν. Φοβήθηκαν χωρίς αμφιβολία πιθανά προβλήματα με συγκεκριμένα πεδία, εβραϊκά, χριστιανικά ή μουσουλμανικά. Είμαι, επομένως, ευγνώμων στον Bernard de Fallois που πήρε το ρίσκο να εκδώσει το έργο στις εκδόσεις που δημιούργησε και που φέρουν το όνομά του.

Έπρεπε ακόμη να αντιμετωπίσω μια άλλη δυσκολία, να βρω αναγνώστες ενήμερους για την ύπαρξη των βιβλίων μου. Γιατί δεν αρκεί να εκδοθεί ένα βιβλίο, πρέπει να μιλήσουμε γι’ αυτό – αυτός είναι ο ρόλος των μίντια. Όμως, τα σημαντικά έντυπα συνέχιζαν μέχρι πέρσι να τηρούν σιγήν ιχθύος σε σχέση με τα βιβλία μου, για τον ίδιο λόγο, όπως και οι εκδότες, για να μην έχουν ιστορίες! Το 2012 ένας ονομαστός φιλόσοφος, ο Michel Onfray αποφάσισε να σπάσει τον οστρακισμό, θύμα του οποίου ήμουν, γράφοντας για το τελευταίο μου βιβλίο Ποιος είναι ο Θεός; ένα πολύ επαινετικό άρθρο, σε ένα εβδομαδιαίο έντυπο μεγάλης κυκλοφορίας. Ακολούθησε μια πολεμική, όπου ακούστηκαν κατά κύριο λόγο οι επικριτές μας, οι οποίοι μας χαρακτήρισαν «αντισημίτες», «αντιχριστιανούς» ή «ισλαμοφοβικούς». Αλλά το βιβλίο μου αυτή τη φορά δεν πέρασε απαρατήρητο. Η ελευθερία έκφρασης δεν έχει τίποτα εύκολο. Ωστόσο, εάν πρέπει, κάθε φορά που θέλουμε να γράψουμε, να προσέξουμε ώστε να μη δυσαρεστήσουμε τον έναν και να μην κακοκαρδίσουμε τον άλλον, καλύτερα να μη γράφουμε τίποτα.

 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΔΩ ΤΟ ΓΑΛΛΙΚΟ ΚΕΙΜΕΝΟ

 

files/chronosmag/themes/theme_one/faviconXronos.png

 

 

  ΧΡΟΝΟΣ 09 (01.2014)