— Όλα αυτά πώς επηρεάζουν την Κύπρο;

Ενώ όλα αυτά συμβαίνουν στην περιοχή, η Κυπριακή Δημοκρατία βρίσκεται ίσως σε μία από τις χειρότερες φάσεις της. Θα ξεκινήσω από τον εξωτερικό παράγονται. Χάνει το Ισραήλ, το οποίο θεωρούσε ως στρατηγικό εταίρο. Παρενθετικά, θέλω να πω ότι ορισμένοι λέγαμε πως δεν πρέπει η Κύπρος να βασίζεται σε μια τέτοια συνεργασία, καθώς ήταν απλώς θέμα χρόνου το Ισραήλ και η Τουρκία να εξομαλύνουν τις σχέσεις τους. Επιπλέον έχει φανεί ότι και η Μόσχα αξιολογεί τις σχέσεις της με την Ε.Ε. ως πιο σημαντικές από ό,τι αυτές με την Κύπρο, κάτι που αποδείχτηκε και από τη στάση της το τελευταίο διάστημα. Άρα ούτε σε αυτόν τον εταίρο μπορεί η Κύπρος να βασιστεί. Αυτό, κατά την άποψή μου, δείχνει ότι η παλιά πολιτική με όρους Ανατολής-Δύσης δεν μπορεί να δώσει πλέον απαντήσεις. Αυτό είναι το πολιτικό μου συμπέρασμα από ό,τι έχει διαδραματιστεί τις τελευταίες μέρες με τις εξελίξεις γύρω από την οικονομική κρίση. Άρα, κατά την άποψή μου, η Κύπρος είναι καταδικασμένη να ζήσει και να επιβιώσει μέσα στην Ε.Ε. Αυτό βέβαια όχι ως μια χώρα πλούσια αλλά ως μια φτωχή γειτονιά.

 

— Πώς σχολιάζετε τις δηλώσεις του κυρίου Μπαγίς για τη χρήση από την Κύπρο της τουρκικής λίρας αν χρειαστεί να φύγει από τη ζώνη του ευρώ.

Θεωρώ ότι αυτά είναι «καραγκιοζιλίκια» με τα οποία δεν ασχολούμαι, και δεν θα συμβούλευα κανέναν να τα πάρει στα σοβαρά.

 

— Πιστεύετε ότι θα μπορούσε να εξευρεθεί μια λύση στο οικονομικό πρόβλημα που να εμπλέκει και τον παράγοντα Τουρκία αλλά και τους Τουρκοκυπρίους;

Μέχρι πρόσφατα οι Ελληνοκύπριοι θεωρούσαν πως η τυχόν λύση του Κυπριακού θα είχε αρνητικές επιπτώσεις στην οικονομική πρόοδο και ευημερία τους. Και αυτό έγινε φανερό με τη συνθηματολογία κατά την περίοδο του δημοψηφίσματος το 2004. Τώρα αυτό το στοιχείο φαίνεται να αλλάζει. Δηλαδή πιστεύω ότι σιγά σιγά θα αρχίσει να γίνεται αντιληπτό πως πρέπει να δούμε και την προοπτική επίλυσης του Κυπριακού ως τρόπο επίλυσης του οικονομικού προβλήματος. Να καταλάβουμε ότι η επίλυση του Κυπριακού μάλλον θα βοηθήσει την ανάπτυξη παρά θα κάνει οποιαδήποτε οικονομική ζημιά στους Ελληνοκυπρίους. Βρισκόμαστε δηλαδή μπροστά σε μια «αλλαγή παραδείγματος». Πρέπει να αντιληφθούμε πως σε μια ενωμένη, ομοσπονδιακή προοπτική μπορούν αφενός να αναπτυχθούν νέες οικονομικές δυνατότητες, αφού δεν θα είμαστε καταδικασμένοι να δρούμε και να ζούμε σε μια μισή Κύπρο που αναγκαστικά περιορίζει και την οικονομική δραστηριότητα. Και αφετέρου πώς μπορεί να γίνει «εκμετάλλευση» και της τουρκικής αγοράς, η οποία είναι τεράστια. Επιπλέον, η λύση του Κυπριακού μπορεί να δώσει ώθηση στην ανάπτυξη και μέσα από την ανασυγκρότηση στην υποδομή της Κύπρου.

Εάν η πολιτική και η οικονομική ελίτ άρχιζαν να συνδέουν τη βελτίωση των οικονομικών προβλημάτων με την επίλυση του Κυπριακού, νομίζω πως η αντίδραση θα ήταν θετικότερη από ό,τι το 2004. Βεβαίως η κρίση που βιώνουμε είναι μια τραυματική εμπειρία. Και τέτοιες εμπειρίες επιδρούν στη συνείδηση και στη σκέψη, αλλά όχι μονοδιάστατα. Δεν θα γίνουμε δηλαδή ξαφνικά πιο ορθολογιστές. Φοβάμαι πως θα υπάρξει και μια άλλη πτυχή που θα είναι η εσωστρέφεια, ο λαϊκισμός, ο εθνικισμός και ο ρατσισμός και ό,τι αυτά κινητοποιούν. Εάν υπερισχύσει αυτή η πτυχή, οι προοπτικές μιας λύσης θα είναι δυσχερέστερες. Ακριβώς εκεί πρέπει να γίνει σοβαρή συζήτηση και ζύμωση ώστε να αποφευχθεί μια τέτοια τροπή.

 

ΧΡΟΝΟΣ, τεύχος ΜΗΔΕΝ, σελ. 25 < προηγ. σελίδα     |     επόμ. σελίδα >