έχει η ελλάδα «νεότουρκους»;

 

O Αντώνης Λιάκος χρησιμοποιεί παραβολικά τη φιγούρα του «Νεότουρκου»
για να μιλήσει για εκείνον που κολυμπάει ενάντια στο ρεύμα
και δεν στέκεται στην όχθη σχολιάζοντας τη ροή του ποταμού επειδή φοβάται να βραχεί.

Αντώνης Λιάκος

 

Νεότουρκοι ονομάζονταν οι νεαροί αξιωματικοί, πολιτικοί και διανοούμενοι που το 1908 συνασπίστηκαν στη Θεσσαλονίκη, δημιουργώντας το κόμμα «Ένωση και Πρόοδος», το οποίο προσπάθησε να σώσει την Οθωμανική Αυτοκρατορία με σαρωτικές μεταρρυθμίσεις και συνθήματα Ελευθερία-Ισότητα-Δικαιοσύνη. Πήραν την εξουσία, αλλά δεν κατάφεραν τους αρχικούς τους στόχους. Η Οθωμανική Αυτοκρατορία διαλύθηκε στους αλλεπάλληλους πολέμους που ακολούθησαν, και μετά από δεκαπέντε χρόνια από τα ερείπιά της μπόρεσε να συγκροτηθεί η τουρκική δημοκρατία, πάλι μέσα από μια υπερπροσπάθεια στην οποία τα καλύτερα στοιχεία του τουρκικού έθνους, που το ίδιο μέσα από τη διαδικασία αυτή δημιουργούνταν, συνασπίστηκαν γύρω από τον Μουσταφά Κεμάλ: αξιωματικοί αλλά και διανοούμενοι, δάσκαλοι, γεωπόνοι, μηχανικοί, άνθρωποι των πόλεων και της επαρχίας. Μπορεί στους χριστιανικούς πληθυσμούς ο όρος Νεότουρκος να έχει, δικαιολογημένα, αρνητικές συνδηλώσεις (αν και δεν ήταν όλοι εθνολογικά Τούρκοι), ωστόσο προβλήθηκε διεθνώς γιατί έγινε ισοδύναμος του αφοσιωμένου και δραστήριου σώματος ανθρώπων που δεν περιορίζεται στις πολιτικές και διοικητικές ελίτ, αλλά φτάνει ώς τη βάση της κοινωνίας, δρα υπέρ της χωρίς να ταυτίζεται μαζί της. Με την έννοια αυτή, οι Νεότουρκοι δεν ήταν αποκλειστικά τουρκικό φαινόμενο. 

Στην πρώτη δεκαετία του 20ού αιώνα, σε έναν ευρύ χώρο, που περιλαμβάνει όλες εκείνες τις χώρες οι οποίες δεν ανήκαν ούτε στις ανεπτυγμένες μητροπολιτικές χώρες ούτε στις αποικίες, σε παλιές και νέες χώρες ανάμεσα, συγκεφαλαιώνονται μεταβολές που είχαν δρομολογηθεί από το τελευταίο τέταρτο του προηγούμενου αιώνα: ανάπτυξη των δικτύων (σιδηρόδρομοι, διώρυγες, λιμάνια), βαθιά διείσδυση του εμπορικού κεφαλαίου από τη Δύση, μεταποιητική και εξορυκτική βιομηχανία. Αυτά συνδυάζονται με την πίεση των αποικιακών δυνάμεων για παραχωρήσεις και προνόμια, και για την ανάγκη επιβολής μεταρρυθμίσεων εκ των άνω και με ξένη κηδεμονία. Σε αυτή τη συνάρθρωση οικονομικών αλλαγών και πολιτικών πιέσεων (τα δάνεια και το χρέος παράλληλα με τις κανονιοφόρους), πολλές κοινωνίες αντέδρασαν παράγοντας μια πολιτική ριζικού μετασχηματισμού και μεταρρυθμίσεων υπό εθνική κυριαρχία. Από τα Βαλκάνια έως το Ιράν (majlis: συνταγματική εθνοσυνέλευση 1906) και ώς την Κίνα (Σουν Γιατ-σεν, 1911), αυτή την πολιτική ανέλαβαν να τη σχεδιάσουν και να την εφαρμόσουν ομάδες νέων ανθρώπων που προέρχονταν κατά κανόνα από νεωτερικές επαγγελματικές δραστηριότητες και είχαν δυτική εκπαίδευση. Αλλού πέτυχαν μέσα από διαδοχικά κύματα, όπως στην Τουρκία, αλλού απέτυχαν και διαλύθηκαν με ξένες παρεμβάσεις (όπως λ.χ. στο Ιράν), αλλού –όπως στην Κίνα– την προσωρινή παγίωση ακολούθησαν εμφύλιες συγκρούσεις. Τι μας χρησιμεύει όμως μετά από 100 χρόνια αυτή η ιστορία των «Νεότουρκων»; 

Οι μεγάλες αλλαγές στον κόσμο έρχονται κατά κύματα. Αυτό που συμβαίνει στις αρχές του 20ού αιώνα επεκτείνει τις κοινωνικές και πολιτικές αλλαγές που έχουν συμβεί στη Δυτική Ευρώπη κατά τον 19ο αιώνα, σε μια ευρεία ζώνη από τη Νοτιοανατολική Ευρώπη έως την Ανατολική Ασία, σε χώρες που δεν είναι ούτε αποικίες ούτε ανεξάρτητες. Τις μεταρρυθμίσεις τις προωθούν οι δυτικές δυνάμεις διαλύοντας τους αυτοκρατορικούς σχηματισμούς και την παραδοσιοκρατία των κοινωνιών αυτών. Οι «Νεότουρκοι» εικονογραφούν τον τύπο όσων αρθρώνουν ένα αίτημα εθνικής ανεξαρτησίας με το δικό τους σχέδιο ριζικών μεταρρυθμίσεων, επανιδρύοντας ουσιαστικά το κράτος και συγκροτώντας το έθνος.

Μετά την πεντάχρονη κρίση, η Ελλάδα είναι σαν να έχει περάσει έναν μεγάλο πόλεμο και να έχει ηττηθεί. Παρόμοια καταστροφή του Α.Ε.Π., της απασχόλησης, της περιουσίας και του τρόπου ζωής των πολιτών μόνο μετά από πολεμικές καταστάσεις είναι νοητή. Επομένως, η χώρα πρέπει να σταθεί στα πόδια της, όχι μόνο οικονομικά αλλά και ηθικά. Να γίνει η ίδια το υποκείμενο της ανασυγκρότησής της. Γιατί όμως ο λόγος για «Νεότουρκους»; Χρειάζεται ασφαλώς ένα πλαίσιο αρχών και μεταρρυθμιστική θέληση, αλλά προπαντός άνθρωποι αποφασισμένοι, από τις κορυφές ώς τη βάση της κοινωνίας. Άνθρωποι μεγαλωμένοι μέσα στο νεωτερικό περιβάλλον των αρχών του 21ου αιώνα, του οποίου όμως τις αντιφάσεις έχουν βιώσει δραματικά στο σχέδιο της ζωής τους, που να δεσμεύονται μέσα σε ένα κοινό, ευρύχωρο σχέδιο και να έχουν μια ριζοσπαστικά διαφορετική εικόνα για το μέλλον. Με δυο λόγια, η ανάταξη της χώρας χρειάζεται τους δικούς της «Νεότουρκους». Τους έχει; 

Το σχέδιο της «πρώτη φορά Αριστερά» στην έλλειψη αυτή σκόνταψε. Το εργαλείο των αλλαγών, υπό την πολεμικής ισχύος πίεση που υπέστη, αποδείχτηκε όχι από μέταλλο αλλά από καλάμι. Δεν υπάρχουν λοιπόν «Νεότουρκοι» στη χώρα; Ωστόσο δεν υπήρξαν πρώτα οι «Νεότουρκοι» και μετά ενεπλάκησαν σε ένα πολιτικό σχέδιο. Ήταν το πολιτικό σχέδιο που ενέπλεξε ανθρώπους και τους έκανε «Νεότουρκους», και αυτοί με τη σειρά τους έδωσαν αξιοπιστία στις αρχικές ιδέες, τις συνάρθρωσαν, τις έκαναν πολιτικό σχέδιο και το έβαλαν στην πράξη. Οι «Νεότουρκοι» δεν παράγονται από την άκριτη υιοθέτηση των αλλαγών, αλλά ούτε και από την κουλτούρα της διαμαρτυρίας που μένει πάντα διαμαρτυρία. Προκύπτουν από την κριτική και ταυτόχρονα την ενσωμάτωση των αλλαγών και των μεταρρυθμίσεων. Οι «Νεότουρκοι» δεν αναφύονται σε περιβάλλον εθνικών συνασπισμών, που ευνοούν τους ισορροπιστές, ούτε μέσα από απομιμήσεις παλαιοκομματικών τακτικισμών και παραγοντισμούς.

Οι γενιές που από το 2008, πριν ξεσπάσει η κρίση, προσπαθούν κάτι να μας πουν και δεν τις ακούμε, που γέμισαν τις πλατείες της διαμαρτυρίας, δεν ενσωματώθηκαν στο σχέδιο διακυβέρνησης της Αριστεράς. Η κοινωνική κριτική, έντονη και έμπρακτη, δεν έχει μετουσιωθεί σε ένα νέο είδος «νεοτουρκισμού». Ακόμη περισσότερο, ο νεανικός κόσμος μετά το νέο μνημόνιο δείχνει δυσπιστία προς τον ΣΥ.ΡΙΖ.Α., χωρίς να συγκινείται όμως και από κάποια άλλη πολιτική πρόταση. Ο ίδιος ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α., αφού απαλλάχτηκε από εκείνους από τους οποίους έπρεπε να απαλλαγεί, δεν άδραξε την ευκαιρία για μια ριζική ανανέωση και αλληλεπίδραση με τόσους και τόσους νέους ικανούς ανθρώπους που τον εμπιστεύτηκαν σε όλο αυτό το διάστημα. Ο «κοινωνικός σύριζα» δεν βρήκε θέση ανάμεσα στις ανύπαρκτες κινήσεις και τους πολιτικάντηδες που παζαρεύουν την ανυπαρξία τους. «Φάρδυνε η μέση μας, κοντέψανε τα μπατζάκια μας» έγραψε κάποτε ο Μάριος Χάκκας. Παρ’ όλα αυτά, και ενόψει εκλογών, αναρωτιέμαι ποιο άλλο θα ήταν δυνητικά το καταλληλότερο περιβάλλον για την επώαση «Νεότουρκων»; Πώς ένα κόμμα, μια παράταξη, που φιλοδοξεί να βάλει σε καινούρια τροχιά την καθημαγμένη Ελλάδα, θα το κάνει χωρίς «Νεότουρκους»;

Ελπίζω βέβαια ο νοήμων αναγνώστης να αντιληφθεί τον τρόπο, και γιατί χρησιμοποιώ παραβολικά τη φιγούρα του «Νεότουρκου», του τύπου που δεν διστάζει να πέσει στο ποτάμι και να κολυμπήσει ενάντια στο ρεύμα και δεν στέκεται στην όχθη σχολιάζοντας τη ροή του ποταμού επειδή φοβάται να βραχεί. Από τον Ιανουάριο και μετά, σκέφτομαι μια άλλη φράση του Μάριου Χάκκα: «πήγαμε να ανοίξουμε την πόρτα, και μας έμεινε η μπετούγια στο χέρι». Δεν θα ’ταν εφιαλτικό να χαρακτηρίζουμε στο μέλλον, με τη φράση αυτή, τα πεπραγμένα αλλά και τα συναισθήματά μας του 2015;

files/chronosmag/themes/theme_one/faviconXronos.png

  ΧΡΟΝΟΣ 29 (09.2015)