πρέπει να δολοφονείται η βλακεία;

 

Νένη Πανουργιά

 

Όχι, δεν πρέπει. Κατηγορηματικά και εμφατικά.

Νομίζω όμως ότι βρισκόμαστε, ως «Δύση», ενώπιον μιας πραγματικότητας την οποία ο δυτικός μας, ορθολογικός, αποικιοκρατικός, ηγεμονικός πολιτισμός δεν διείδε – βρισκόμαστε σε ένα σημείο όπου της γης οι κολασμένοι έχουν πια μάθει και αναπαράγουν τις μορφές βίας που τους έχουμε διδάξει διά του παραδείγματος. Ας θυμηθούμε για λίγο την απάντηση της Βρετανικής Αυτοκρατορίας στην εξέγερση του 1857 στην Ινδία: ένα μακελειό που δεν υπολόγισε ούτε γυναίκες, ούτε παιδιά, ούτε αθώους, ούτε ενόχους. Ήταν μια βία που χρησιμοποιήθηκε ως τρομοκρατία, για να δείξει στους εξεγερμένους όχι μόνο το τι μπορούσε να κάνει η αποικιοκρατική εξουσία αλλά, πολύ πιο κυνικά, το ότι το έκανε και θα το ξαναέκανε χωρίς κανέναν ενδοιασμό (όπως είδαν μισό αιώνα αργότερα οι Μπόερ στη Νότια Αφρική, οι «Μάου Μάου» στην Κένυα, οι κομμουνιστές στη Μαλαισία, για να δώσω μερικά μόνο παραδείγματα). Ή, ας σκεφτούμε την εικόνα που μας δίνει ο Φανόν από την Αλγερία – τα βασανιστήρια (πολύ συχνά παιδιών μπροστά στους γονείς τους ή το αντίστροφο), την καταστολή, τις δημόσιες εκτελέσεις. Ο Φανόν μας προειδοποίησε τότε ότι οι επιπτώσεις της αποικιοκρατίας θα φαίνονταν αργότερα και θα διαρκούσαν πολύ. Όπερ έδει δείξαι. Ούτε η εμπειρία των Άγγλων, ούτε των Σοβιετικών, ούτε των Γάλλων κατάφεραν να ενσταλάξουν δυο δράμια μυαλό στους Αμερικανούς και τους συμμάχους τους που διέλυσαν τη Μέση Ανατολή εις τα εξ ων συνετέθη.

Η σφαγή στο Παρίσι, αυτό το φρικαλέο συμβάν που συνθλίβει τον ανθρωπισμό του οποιουδήποτε έχει μέσα του μια ρανίδα αναγνώρισης του άλλου, είναι ένα από τα δυστυχέστερα συμβάντα της μετα-αποικοκρατικής εποχής, γιατί μας θέτει ενώπιον μιας σειράς ερωτημάτων και διλημμάτων που μέχρι τώρα υφέρπουν στον δημόσιο λόγο μας. Το αίμα που κύλησε έθεσε μια κόκκινη λεπτή γραμμή που διατρέχει όχι ξεκάθαρες ομαδοποιήσεις (από δω οι καλοί, από κει οι κακοί· από δω οι μουσουλμάνοι, από κεί οι άλλοι· από δω οι ηγεμόνες, από κει οι καταπιεσμένοι), απλούστατα γιατί αυτές οι ομαδοποιήσεις δεν υφίστανται πλέον πουθενά – και η εν ψυχρώ εκτέλεση του μουσουλμάνου αστυνομικού το δείχνει αυτό ξεκάθαρα. Αυτό που έγινε στο Παρίσι είναι επίδειξη ισχύος, ίσως (τηρουμένων των αναλογιών) ανάλογη εκείνης των Άγγλων το 1857. Μιά τρομοκρατική κίνηση που αποβλέπει στο να ενσταλάξει στην ψυχή τον φόβο της επανάληψής της. Είναι η επιστροφή του απωθημένου που ανατρέπει την τάξη των πραγμάτων. Από αυτή την άποψη δεν έχει ενδιαφέρον, καθώς πρόκειται για κίνηση απύθμενης σκληρότητας. Η ιστορία βρίθει τέτοιων κινήσεων.

Αλλά αυτή η κίνηση θέτει τα εξής ερωτήματα που έχουν να κάνουν με τη Δημοκρατία και τα όριά της. Πρώτον και κύριο ερώτημα είναι το ποια είναι η ευθύνη του δημοκρατικού πολίτη απέναντι στους συμπολίτες του. Δηλαδή, με άλλα λόγια, πως ελέγχεται το δικαίωμα του εκφράζεσθαι ελεύθερα και απρόσκοπτα μέσα στη δημοκρατία; Τι σημαίνει αυτή η ελευθερία της έκφρασης; Τι έχει δικαίωμα να εκφράζεται ελεύθερα; Στις Ηνωμένες Πολιτείες, για παράδειγμα, δεν επιτρέπεται σε κανέναν να πει δημοσίως ότι θέλει να σκοτώσει τον Πρόεδρο, ούτε να προτρέψει κανέναν να προβεί σε βίαιες ενέργεις. Ο Λάρρυ Φλυντ, από την άλλη, κατέκτησε το δικαίωμα να εκδίδει το σεξιστικό, ρατσιστικό του περιοδικό διότι του αναγνωρίστηκε το δικαίωμα της ελευθερίας της έκφρασης. Η διαφορά ανάμεσα στα δύο είναι το ότι το πρώτο συνιστά «λόγο μίσους» που καλεί κάποιον να προβεί σε βίαιες ενέργειες, ενώ η δεύτερη, παρά το ότι είναι ανάρμοστη και κακόγουστη, δεν ενέχει αυτόν τον κίνδυνο (παρά το ότι διάφορες φεμινίστριες έχουν υποστηρίξει ότι οι συμπεριφορές αυτού του είδους μπορούν να ερμηνευτούν ως προτροπή σε βία εναντίον των γυναικών).

Πώς ερμηνεύεται όμως αυτός ο ακρογωνιαίος λίθος της δημοκρατίας σε περιβάλλοντα που δεν είναι ομοιογενή, όπου οι αντιλήψεις, οι πεποιθήσεις και τα πιστεύω του ενός δεν τα συμμερίζεται υποχρεωτικά και ο άλλος. Ποιο είναι το δημοκρατικό δικαίωμα και στη μαντίλα και στις βλακώδεις, σεξιστικές, υπέρλευκες και υπεραρσενικές γελοιο-γραφίες του Charlie Hebdo; Εδώ μπαίνει το ερώτημα του δημόσιου χώρου – τι μπορεί να ειπωθεί, να φορεθεί, να επιτελεστεί δημοσίως και ποια είναι η ευθύνη του πολίτη απέναντι στη διατήρηση αυτού του χώρου, έτσι ώστε να είναι προσβάσιμος και ασφαλής σε όλους και για όλους.

Αυτό το ερώτημα οδηγεί σε ένα δεύτερο: ποια είναι η μορφή που μπορεί να πάρει η κριτική αυτής της δημόσιας επιτέλεσης και της απόστασης που έχει από την κατ’ ιδίαν έκφρασή της, και ποιος και πώς μπορεί να την εγκαλέσει ως υποκριτική; Λέγοντάς το διαφορετικά, όταν κανείς επιδίδεται σε δημόσια κριτική με στόχο να προκαλέσει τον εγκαλούμενο, σε ποια ανταλλακτική σχέση εμπλέκεται με αυτόν; Δηλαδή, τι σημαίνει πρόκληση και τι μπορεί ο προκαλών να περιμένει από την επιτέλεσή της; Τι αντ-από-κριση περιμένει; Ποια είναι τα διακυβεύματα αυτής της δυαδικής σχέσης μεταξύ κριτή και κρινομένου; Τι περιμένει δηλαδή ο προβοκάτορας; Ότι η συναλλαγή με τον ελεγχόμενο θα διατηρηθεί σε πολιτισμένα επίπεδα; Και ποιος θα αποφασίσει τι είναι «πολιτισμένο» και τι «απολίτιστο»;

Και αυτό, με τη σειρά του, οδηγεί σε ένα τρίτο ερώτημα: ποιος έχει το ηθικό δικαίωμα να κρίνει αλλότριες μορφές τού είναι, του πιστεύειν, του υπάρχειν; Όχι τις πράξεις που απορρέουν από αυτή την ετερότητα, όχι το αν ο πατέρας θα επιβάλει στην κόρη να φορά ή όχι μαντίλα, μίνι, μακιγιάζ, τατουάζ, αλλά τις βασικές κατευθυντήριες συνιστώσες. Η ενασχόληση με την κριτική του άλλου είναι παγκόσμιο φαινόμενο, βεβαίως. Αλλά η ανάδειξή του σε φιλοσοφικό ερώτημα είναι ένα από τα χαρακτηριστικά της δυτικής σκέψης. Το Charlie Hebdo, προφανώς, αναλώθηκε στο πρώτο, στην κριτική του άλλου (είτε αυτός ο άλλος ήταν ο αστικός καθωσπρεπισμός, στον οποίο το περιοδικό θεωρούσε ότι δεν ανήκε, είτε ήταν οι διάφορες θρησκείες ή ήταν οι διάφορες μειονοτικές ομάδες) σαν να είχε βρει το αρχιμήδειο σημείο από το οποίο μπορούσε να ασκήσει αυτή την κριτική. Βέβαια, όλοι ξέρουμε ότι το αρχιμήδειο σημείο είναι ένα προνομιακό σημείο αναφοράς, ἠ μάλλον είναι το προνομιακό σημείο αναφοράς, το σημείο αναφοράς με το οποίο δεν εμπλέκεται ο κρίνων. 

Φαίνεται ότι το Charlie Hebdo παρέβλεψε μία από τις βασικές αρχές του δυτικού πολιτισμού, δηλαδή το ότι οι λέξεις έχουν ένα ειδικό βάρος που συγκροτεί και οργανώνει δράση. Δεν είναι στρουθία του ουρανού, που σήμερα είναι έδω κι αύριο αλλού. Οι λέξεις σηκώνουν πάνω τους και μέσα τους όλη την ιστορία που τις έχει διαμορφώσει, και μάλιστα μια ματωμένη ιστορία. Όπως επίσης φαίνεται να ξέχασαν ότι η εικόνα πολλές φορές παραπλανά (εξού και η εβραϊκή και η μουσουλμανική απαγόρευσή της που αποσκοπεί στην αποφυγή παρεξηγήσεων ως πρός την εικόνα της πηγής της μεταφυσικής εξουσίας). Ξέχασαν ότι λέξεις και εικόνες έχουν ακριβώς τη βαρύτητα που καθοδήγησε την παραγωγή των γελοιογραφιών, ξέχασαν ότι είναι πράγματι επικίνδυνα και εκρηκτικά στοιχεία, ότι όντως οπλίζουν χέρια.

Πολύ αίμα για μερικές κακόγουστες, γελοίες και κακοσχεδιασμένες γελοιoγραφίες. Πράγματι, πολύ, πάρα πολύ κακό για κάτι πολύ λίγο. Αδικοχαμένες ζωές, εκτελεσμένες με απύθμενη βαρβαρότητα για κάτι που σε τελευταία ανάλυση δεν θα μείνει στην ιστορία για το είναι του αλλά για το τι προκάλεσε.

files/chronosmag/themes/theme_one/faviconXronos.png

  ΧΡΟΝΟΣ 21 (01.2015)