το Πανεπιστήμιο Αθηνών και η ιστορία του (1837-1937)

 

Κώστας Γαβρόγλου, Βαγγέλης Καραμανωλάκης, Χάιδω Μπάρκουλα

Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 2014
Σελίδες  416, σχήμα 21 Χ 29, ISBN  978-960-524-413-2

 

ΜΕΡΟΣ 2 

Β. Πανεπιστήµιο, κρατικές υπηρεσίες και έρευνα

Η διερεύνηση του κοινωνικού ρόλου του πανεπιστηµίου κυρίως κατά το δεύτερο µισό του 19ου αιώνα είναι συνυφασµένη µε την ανάληψη εκ µέρους του πλήθους λειτουργιών, τις οποίες στις χώρες της ∆υτικής Ευρώπης υπηρέτησαν διάφοροι κρατικοί θεσµοί. Το πανεπιστήµιο ανέλαβε εξαρχής υπηρεσίες οι οποίες στον 20ό αιώνα έγιναν αντικείµενο νέων κρατικών θεσµών (Εθνική Μετεωρολογική Υπηρεσία, Εθνικός Οργανισµός Φαρµάκου, κρατικά νοσοκοµεία, Γενικό Χηµείο του Κράτους, Ελληνικός Οργανισµός Τυποποίησης κ.ά.). Πληθώρα περιπτώσεων αναδεικνύει µια εντυπωσιακή σε όγκο αλλά και σε ποιότητα παροχή υπηρεσιών από πλευράς του ανώτατου εκπαιδευτικού ιδρύµατος: οι χηµικές αναλύσεις της ποιότητας των υδάτων από όλα σχεδόν τα µέρη της ελληνικής επικράτειας, η συλλογή πληροφοριών για µετεω­ρολογικά φαινόµενα από ένα δίκτυο παρατηρητών, οι συλλογές πετρωµάτων από διάφορα µέρη της επικράτειας, η αποτίµηση της καταλληλότητας της πυρίτιδας για στρατιωτική χρήση, η νοσοκοµειακή περίθαλψη αποτελούν ιδιαίτερα σηµαντικές πτυχές της καθηµερινής λειτουργίας πολλών εργαστηρίων, µουσείων και κλινικών του πανεπιστηµίου. Τα δε αιτήµατα που διαµόρφωσαν και ενεργοποίησαν αυτές τις λειτουργίες προέρχονταν από ποικίλους φορείς: υπουργεία (Εσωτερικών, Οικονοµικών, Στρατιωτικών, Ναυτικού), το Ιατροσυνέδριο, δηµοτικές ή εισαγγελικές αρχές, βιοµήχανους, καθώς και ιδιώτες. Παραθέτουµε ενδεικτικά δύο πίνακες µε τις πλέον χαρακτηριστικές εργασίες του Χηµείου και του Φαρµακευτικού Χηµείου, όπως εµφανίζονται σε διάφορα έγγραφα στο Πρωτόκολλο του Ι.Α. ΕΚΠΑ για τη δεκαετία του 1890.

[...] Από τις εκθέσεις των διευθυντών των φροντιστηρίων, των εργαστηρίων και των µουσείων, κυρίως από τη δεκαετία του 1880 και µετά, διαφαίνεται η συνειδητοποίηση της ανάγκης για διαδικασίες δηµιουργίας νέας γνώσης. Οι όροι µελέτη, έρευνα και, λιγότερο συχνά, διερεύνηση αποκτούν διπλή σηµασία: αναφέρονται µεν σε µια συστηµατική διερεύνηση, καταγραφή και κατηγοριοποίηση της υπάρχουσας γνώσης, αλλά ταυτοχρόνως αναφέρονται και στη δηµιουργία νέας και στην κοινοποίηση των αποτελεσµάτων στη διεθνή επιστηµονική κοινότητα. Σχεδόν σε κάθε εργαστήριο και µουσείο επιτελείται κάποιο είδος έρευνας ή υπάρχει ένα σχέδιο µελέτης. Είναι βέβαια δύσκολο να γίνει διαχωρισµός αυτών των δύο δραστηριοτήτων (των ερευνών και των µελετών) µε σαφή τρόπο, αλλά πολλές µελέτες εκείνης της εποχής δεν θα ήταν δυνατόν να επιτευχθούν χωρίς σηµαντική έρευνα, όπως για παράδειγµα οι ταξινοµήσεις φυτών και ορυκτών. Η αλλαγή αυτή συνδέεται µε ευρύτερες επιστηµολογικές µεταβολές. Εάν ο πανεπιστηµιακός καθηγητής ήταν κυρίως εκείνος ο οποίος µετέδιδε κεκτηµένες γνώσεις, στο δεύτερο µισό του 19ου αιώνα, στο πλαίσιο της επικράτησης του θετικισµού, µεταβάλλεται σταδιακά σε ερευνητή, σε παραγωγό γνώσης µέσω διαδικασιών τις οποίες µοιράζεται µε τους φοιτητές του.

Σε ποιο βαθµό τα φροντιστήρια και τα εργαστήρια διαµόρφωσαν τελικά έναν συνειδητό προσανατολισµό προς την έρευνα; Και ποιες είναι οι πρακτικές και τα αποτελέσµατα εκείνα που ορίζουν την έρευνα ως τέτοια; Βέβαια και εδώ το ζητούµενο είναι η ιστορικοποίηση της έννοιας της έρευνας. Στην εισηγητική έκθεση του νοµοσχεδίου Α. Ευταξία, το 1899, εµφανίζεται µάλλον για πρώτη φορά, απ’ όσο γνωρίζουµε, σε νοµοσχέδιο ο όρος «έρευνα» µε µια σηµασία που υποδηλώνει παρόµοια προσέγγιση µε εκείνη που είχε ο όρος στα διάφορα πανεπιστήµια της Ευρώπης. Αφού πρώτα ο εισηγητής παρατηρήσει ότι στη Γαλλία η έρευνα επιτελείται στις ακαδηµίες, ενώ στα αγγλικά πανεπιστήµια αποτελεί κάτι δευτερεύον, επισηµαίνει ότι το γερµανικό πανεπιστήµιο «έχει τούτον τον ιδιάζοντα χαρακτήρα, ότι αυτό είνε εργαστήριον επιστηµονικής ερεύνης άµα και καθίδρυµα ανωτάτης επιστηµονικής και δη τόσον γενικής, όσον και ειδικής µορφώσεως» (Μπουζάκης αʹ 2006, 170). Καταλήγει αναφέροντας ότι αυτό το πρότυπο θέλησαν να ακολουθήσουν οι ιδρυτές του ελληνικού πανεπιστηµίου. Ο νοµοθέτης ήταν σαφής ως προς τον ρόλο των εργαστηρίων και των φροντιστηρίων: «Όπως οι φοιτηταί εµπεδώσι τας γνώσεις, ας προσκτώνται εκ της ακροάσεως των παραδόσεων των Καθηγητών και εµβαθύνωσιν εις την επιστήµην, εν ταυτώ δε χειραγωγώνται και εις ιδίαν αυτοτελή επιστηµονικήν έρευναν, […] Εν αυτοίς διαπλάττονται οι µέλλοντες ∆ιδάσκαλοι και Καθηγηταί, οι µέλλοντες λειτουργοί της Εκκλησίας και της Πολιτείας, οι µέλλοντες να πληρώσωσι πρακτικωτέρας επιστηµονικάς της κοινωνίας ανάγκας, ως οι ιατροί και οι δικηγόροι.εν αυτοίς κυρίως και κατ’ εξοχήν καλλιεργείται και προάγεται η επιστήµη και καταρτίζονται οι µέλλοντες ταύτης θεράποντες» (Μπουζάκης αʹ 2006, 259). Τα εργαστήρια και τα µουσεία, λοιπόν, αποτελούσαν τους θεσµούς αλλά και τον χώρο όπου πραγµατοποιούνταν η έρευνα. Παρά το γεγονός ότι η άποψη του Α. Ευταξία αφορούσε µια µελλοντική µεταρρύθµιση, οι συγκεκριµένες διατυπώσεις και προτάσεις κατοχύρωναν και νοµοθετικά πρακτικές που είχαν ήδη καθιερωθεί άτυπα, και παράλληλα προλείαιναν το έδαφος για βαθιές τοµές.

H παραγόµενη έρευνα αναφερόταν σε µεγάλο βαθµό σε όσα συντελούνταν παράλληλα στην Ευρώπη, όπως αποτυπώνεται στις δηµοσιεύσεις σε ξενόγλωσσα περιοδικά, στις παρουσιάσεις σε ξένους οργανισµούς, όπως στην Ακαδηµία Επιστηµών του Παρισιού και σε διεθνή συνέδρια, καθώς και στις επαφές των καθηγητών µε Ευρωπαίους συναδέλφους τους. Στους σχετικούς φακέλους του Αρχείου του Πρωτοκόλλου (Ι.Α. ΕΚΠΑ) διασώζονται δεκάδες προσκλήσεις ξένων ακαδηµαϊκών ιδρυµάτων για τη συµµετοχή εκπροσώπων του πανεπιστηµίου σε συνέδρια και εκδηλώσεις. Αντίστοιχα υπάρχουν δεκάδες αιτήσεις µελών του διδακτικού προσωπικού προς τη Σύγκλητο µε αίτηµα τη συνδροµή του ιδρύµατος στα έξοδα για τη µετάβασή τους σε συνέδρια του εξωτερικού. Από το τέλος του 19ου αιώνα και ιδιαίτερα στο πρώτο µισό του 20ού στην Αθήνα πραγµατοποιήθηκαν διεθνή συνέδρια στα οποία συµµετείχε το πανεπιστήµιο· σηµειώνουµε ενδεικτικά το Αʹ ∆ιεθνές Αρχαιολογικό Συνέδριο που οργάνωσε η Αρχαιολογική Εταιρεία το 1905, το συνέδριο των Ανατολιστών το 1912, όπως και το Γʹ ∆ιεθνές Βυζαντινολογικό Συνέδριο το 1930.

Η συγγραφική και ερευνητική δραστηριότητα του καθηγητικού προσωπικού απευθυνόταν και προς τη ∆ύση. Ο ∆. Αιγινήτης, λόγου χάριν, κατέγραφε τα στοιχεία των µετεωρολογικών µεταβλητών και των ανακαλύψεων διαττόντων αστέρων και δηµοσίευε άρθρα στο Comptes Rendues, το επίσηµο όργανο της Γαλλικής Ακαδηµίας Επιστηµών. Το Αστεροσκοπείο και το Νοµισµατικό Μουσείο ανέλαβαν την πρωτοβουλία να εκδώσουν δικά τους δελτία, που τα έστελναν στα αντίστοιχα ξένα ιδρύµατα. Το 1899 κυκλοφόρησε το βιβλίο του Α. ∆αµβέργη Φαρµακοποιία, που περιελάµβανε οδηγίες για την παρασκευή 3.000 «χηµικών, γαληνικών φαρµάκων και φαρµακευτικών σκευασµάτων». Απαρτιζόταν από 1.250 σελίδες και είχε συνταχθεί, σύµφωνα µε τον συγγραφέα, βάσει των αντίστοιχων οδηγών της Γερµανίας, της Γαλλίας, της Αυστρίας, της Αγγλίας, της Ιταλίας, του Βελγίου και της Ελβετίας. Είχε δε την έγκριση του Ιατροσυνεδρίου «ως ο µόνος παρ’ ηµίν δόκιµος και ασφαλής οδηγός τοις εξασκούσιν την Φαρµακευτικήν εν Ελλάδι» (Πρυτανικοί λόγοι 1898-1899, 143).

 Όµως η ιδέα της συµπόρευσης µε την Ευρώπη σκόνταφτε συχνά στην έλλειψη υποδοµών. Το 1889, ο τότε επιµελητής του Βοτανικού Μουσείου Σπ. Μηλιαράκης, ο οποίος µελετούσε τα κρυπτόγαµα φυτά της Ελλάδας και τα φύκια των γλυκών νερών, παραπονιόταν για τις δυσχέρειες των συνθηκών –το εργαστήριό του, σκοτεινό και υγρό, στεγαζόταν στο υπόγειο της Νοµικής– αλλά και για την έλλειψη συγγραµµάτων που θα διευκόλυναν την έρευνά του. Αναγκάστηκε λοιπόν να διακόψει την έρευνά του, παρ’ όλο που οι ξένοι συνάδελφοί του είχαν τονίσει ότι «εν Ελλάδι δύνανται να γείνωσιν επιστηµονικαί εργασίαι και ουχί απλή συλλογή φυτών εντός κιβωτίων εγκεκλεισµένων» (Πρυτανικοί λόγοι 1889-1890, 62).

Τα συνεχή αιτήµατα για βιβλία αλλά και για επιστηµονικά περιοδικά δεν διατυπώνονται απλώς για να προστεθεί κύρος στα διάφορα εργαστήρια. Το 1914, η βιβλιοθήκη του φροντιστηρίου του Σπ. Λάµπρου περιελάµβανε γύρω στους 360 τίτλους εντύπων. Ανάµεσά τους υπήρχαν περίπου 40 περιοδικές εκδόσεις σε γερµανική, ιταλική, γαλλική και ελληνική γλώσσα. Το σκεπτικό που συνόδευε κάθε φορά το αίτηµα για βιβλία και περιοδικά τόνιζε ότι αποτελούν εργαλεία µελέτης και πως είναι αδύνατο να εκπληρωθούν οι υποχρεώσεις και να πραγµατοποιηθούν τα σχέδια των εργαστηρίων χωρίς τα συγκεκριµένα έντυπα. Οι διατυπώσεις αυτών των αιτηµάτων πιστοποιούν ότι υπήρχε µια κοινή αίσθηση των τρόπων µε τους οποίους λειτουργούσε η επιστηµονική κοινότητα στην Ευρώπη. Στο πλαίσιο αυτό πρέπει να αποτιµηθεί και ο εξοπλισµός των εργαστηρίων, ο οποίος σε ορισµένες περιπτώσεις είναι εντυπωσιακά πλήρης. Στον πανεπιστηµιακό προϋπολογισµό του 1898-1899, παραδείγµατος χάριν, προβλεπόταν κονδύλιο για την αγορά πανοµοιότυπων και πρωτότυπων χειρογράφων στα φροντιστήρια των Σπ. Λάµπρου, Γ. Χατζηδάκι, Ι. Χατζηδάκι, Ν. Πολίτη, Μαργαρίτη Ευαγγελίδη, Αντωνίου Οικονόµου, Σπυρίδωνα Βάσση, καθώς και στο Φροντιστήριο Πατρολογίας στη Θεολογική Σχολή, ενώ το 1904, σε συνεδρίαση της Φιλοσοφικής Σχολής (31 Ιανουαρίου) αποφασίστηκε η πίστωση του κονδυλίου που είχε εγκριθεί για την παραγωγή φωτεινών διαφανειών στα φροντιστήρια των Λάµπρου και Πολίτη (Καραµανωλάκης 2006, 236). Αντίστοιχα κονδύλια προβλέπονταν και για τα εργαστήρια των θετικών επιστηµών· την περίοδο αυτή πρέπει να υπήρχε –βάσει του είδους των ασκήσεων και των εργα­σιών που αναλάµβαναν οι φοιτητές στα εργαστήρια, αλλά και των ερευνών του επιστηµονικού τους προσωπικού– συνεχής χρήση του εξοπλισµού, στοιχείο ούτε αυτονόητο ούτε και χαρακτηριστικό της διαχρονικής διαδροµής του πανεπιστηµίου. Η εδραίωση των µουσείων, των εργαστηρίων αλλά και των κλινικών δεν εγγραφόταν απλώς στη λογική του εξευρωπαϊσµού µέσω της αντιγραφής αντίστοιχων δυτικών θεσµών· ήταν επίσης ένας τρόπος µε τον οποίο το πανεπιστήµιο ενίσχυε τους δεσµούς του µε την κοινωνία, στο µέτρο που εξυπηρετούσε συλλογικά αιτήµατα.

Στο πλαίσιο αυτό πρέπει να κατανοήσουµε και τους διαγωνισµούς που προκήρυσσε το Πανεπιστήµιο Αθηνών για την αποστολή υποτρόφων στην Ευρώπη µε σκοπό την εκπαίδευσή τους σε συγκεκριµένους επιστηµονικούς κλάδους. Οι διαγωνισµοί αυτοί αποτελούν ισχυρότατους δείκτες των κατευθύνσεων που το ίδιο το πανεπιστήµιο θεωρούσε ότι έπρεπε να πάρει η επιστηµονική έρευνα, ενώ παράλληλα υπήρξαν και σηµαντική δεξαµενή ανανέωσης του διδακτικού προσωπικού του. Σηµειώνουµε ενδεικτικά ότι την περίοδο αυτή µε υποτροφία του πανεπιστηµίου σπούδασαν στο εξωτερικό, και κυρίως στη Γερµανία, πολλοί γνωστοί µετέπειτα καθηγητές του: ο Κ. Μητσόπουλος Ορυκτολογία και Γεωλογία, ο Π. Καββαδίας Αρχαιολογία, ο Ι. Χατζηδάκις Μαθηµατικά, ο Σπ. Μηλιαράκης Βοτανική, ο Σπ. Βάσσης Λατινική Φιλολογία και ο Γ. Χατζηδάκις Γλωσσολογία.

 

Το Πανεπιστήµιο Αθηνών και η «εθνική πρόοδος» 

Οι πολλαπλές λειτουργίες του Πανεπιστηµίου Αθηνών στις οποίες αναφερθήκαµε έχουν µια κοινή συνισταµένη: την περαιτέρω εδραίωση µέσα στην κοινωνία των επιστηµών και του συνόλου των πρακτικών που µορφοποιούνται κατά τις διαδικασίες καθιέρωσης των επιστηµονικών κλάδων και ειδικοτήτων, τη διεύρυνση του χώρου δικαιοδοσίας τους, τη θεµελίωση θεσµών για την ικανοποίηση κοινωνικών αναγκών µέσω της εφαρµογής τους, την προοδευτική καθιέρωση «σύγχρονων» λύσεων για την αντιµετώπιση αναγκών, τη διαµόρφωση κανόνων.

Οι λειτουργίες αυτές βρίσκονταν σε έναν συνεχή διάλογο µε το γενικότερο ιδεολογικοπολιτικό πρόγραµµα του πανεπιστηµίου. Η ενίσχυση της πρακτικής εκπαίδευσης των φοιτητών δηµιουργούσε Έλληνες επιστήµονες εφάµιλλους µε τους Ευρωπαίους, οι κανόνες τυποποίησης ενίσχυαν τη βιοµηχανία και τη γεωργία της χώρας, η αντιµετώπιση των αναγκών είτε επρόκειτο για την πρόβλεψη του καιρού, τη ρύθµιση της ώρας, τον έλεγχο της καταλληλότητας των πόσιµων υδάτων ή την ιατρική φροντίδα εξασφάλιζαν, σύµφωνα µε τους πρυτανικούς απολογισµούς, καλύτερες συνθήκες ζωής στους  Έλληνες. Οι κρανιοµετρικές έρευνες του Ανθρωπολογικού Μουσείου επιβεβαίωναν τη συνέχεια του έθνους, κι αυτό ενισχυόταν και από τις συλλογές του Νοµισµατικού Μουσείου, η δε µελέτη των ορυκτών και των φυτών αναδείκνυε την καθόλου ευκαταφρόνητη βιοποικιλότητα που υπήρχε στη χώρα.

Κύριο µέληµα του πανεπιστηµίου ήταν η ενίσχυση της κοινής ταυτότητας των µελών του έθνους που βρίσκονταν εντός αλλά και εκτός συνόρων, η βελτίωση των συνθηκών ζωής της ελληνικής κοινωνίας, η συστράτευση στην προσπάθεια για την εθνική ολοκλήρωση, δηλαδή, την εδαφική επέκταση του κράτους. Ο στόχος ήταν η αναγκαία πρόοδος ώστε να επιτευχθεί η πλήρης ένταξη της Ελλάδας στη χορεία των ευρωπαϊκών κρατών. Στην ατζέντα των πανεπιστηµιακών αρχών, η πρόοδος ήταν συνδεδεµένη µε τον εξευρωπαϊσµό της χώρας, όπως αποτυπωνόταν και στην προσπάθεια συναρµογής της επιστήµης που συγκροτούνταν κατά κύριο λόγο στο ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυµα και τα παραρτήµατά του µε τα δυτικά αντίστοιχα. Η ανάπτυξη του Αθήνησι και η οικονοµική ενίσχυσή του από το κράτος αποτελούσε αναγκαίο όρο, ώστε να εξασφαλιστούν οι λειτουργίες παραρτηµάτων που, ακόµη και εάν έµοιαζαν περιθωριακά σε σχέση µε την κύρια εκπαιδευτική αποστολή του πανεπιστη­µίου, είχαν ωστόσο καίρια σηµασία για την εξέλιξη της επιστήµης.

Αυτό το ιδεολόγηµα της προόδου και της σύνδεσής της µε το ιστορικό παρελθόν διατυπώνεται εύγλωττα στον πρυτανικό λόγο του Α. Χρηστοµάνου για την ακαδηµαϊκή χρονιά 1896-1897. Ξεφεύγοντας από τη συνηθισµένη θεµατογραφία των πρυτανικών λόγων, όπου συχνά ο εκάστοτε πρύτανης παρουσίαζε την ιστορική πορεία του γνωστικού αντικειµένου του µε αφετηρία την αρχαιότητα, ο πρυτανικός λόγος του Α. Χρηστοµάνου µε τίτλο«Φυσικαί επιστήµαι και πρόοδος» αποτελεί µία από τις πιο συγκροτηµένες απόψεις που συνέδεαν την ανάπτυξη των φυσικών επιστηµών µε την πρόοδο του έθνους και της χώρας. Όπως ση­­µείωνε ο πρύτανης, το έθνος βρισκόταν σε αναγέννηση και το «κυριώτατον δι’ ηµάς ζήτηµα είναι να προωθήσωµεν την εν ηµίν ζώσαν και επανακµάζουσαν ελληνικήν φυλήν της αρχαιότητος». Όµως, ο µόνος τρόπος για να επιτευχθεί αυτό ήταν να συνειδητοποιήσουν όλοι ότι «η ΠΡΟΟ∆ΟΣ [κεφαλαία στο πρωτότυπο] του ηµετέρου έθνους, είναι το σύνθηµα εκάστου ηµών» (Πρυτανικοί λόγοι 1896-1897, 4).

Σε αυτή την πρόοδο το πανεπιστήµιο, παρά τις λογής αντιξοότητες, είχε συµβάλει αισθητά όχι µόνο σε ιδεολογικό αλλά και σε πρακτικό επίπεδο. Την περίοδο µετά την έξωση του Όθωνα και µέχρι το τέλος της πρώτης δεκαετίας του 20ού αιώνα, το ίδρυµα είχε αναβαθµίσει τις εκπαιδευτικές του λειτουργίες, κυρίως µε τη θεσµοθέτηση των εργαστηρίων και φροντιστηρίων, αλλά και τη συστηµατοποίηση της πρακτικής άσκησης των φοιτητών της ιατρικής. Σιγά σιγά είχαν αρχίσει να καθιερώνονται οι ερευνητικές διεργασίες για ορισµένα γνωστικά αντικείµενα και να γίνεται καθεστώς η ανάγκη παραγωγής νέας γνώσης. Η ανάδειξη της Φυσικοµαθηµατικής ως αυτόνοµης σχολής αποτελούσε µια σηµαντική συµβολή σε αυτό. Σηµαντικός ήταν και ο ρόλος του πανεπιστηµίου στην ανταπόκριση των αιτηµάτων που έστελναν διάφορα υπουργεία και υπηρεσίες, αλλά και στη διαµόρφωση εκείνων των λειτουργιών που αποτέλεσαν τους προποµπούς θεσµών ενός σύγχρονου κράτους, όπως ήταν η Μετεωρολογική Υπηρεσία, το Χηµείο του Κράτους κ.ά.

files/chronosmag/themes/theme_one/faviconXronos.png

 

 

  ΧΡΟΝΟΣ 14 (06.2014)