η παρουσία του Πανεπιστηµίου Αθηνών στον δηµόσιο βίο

 

 

Το Πανεπιστήμιο Αθηνών και η ιστορία του (1837-1937)

Κώστας Γαβρόγλου, Βαγγέλης Καραμανωλάκης, Χάιδω Μπάρκουλα

Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 2014
Σελίδες  416, σχήμα 21 Χ 29, ISBN  978-960-524-413-2

 

ΜΕΡΟΣ 1

Η παρουσία του Πανεπιστηµίου Αθηνών στον δηµόσιο βίο 

Η ίδρυση του Πανεπιστηµίου Αθηνών συνοδεύτηκε από ένα πλήθος ιδεολογηµάτων που χαρακτήριζαν την ελληνική κοινωνία της περιόδου: την πρόσληψη της γνώσης από τη ∆ύση, την ανάπτυξή της στο ελληνικόν πανδιδακτήριον και τη µετάδοσή της στην Ανατολή. Ιδεολογήµατα που µας επιτρέπουν να κατανοήσουµε γιατί το πανεπιστήµιο, στον πρώτο αιώνα ζωής του, επενδύθηκε από το σύνολο της κοινής γνώµης µε ιδιαίτερο κύρος, πέρα και πάνω από τον αµιγώς εκπαιδευτικό του χαρακτήρα. Το πανεπιστήµιο θεσµοθετήθηκε από τη βαυαρική εξουσία σε µια µεταβατική περίοδο, όταν οι στόχοι και τα προγράµµατα των ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυµάτων, κυρίως στην Ευρώπη, προσαρµόζονταν στην πραγµατικότητα των νέων εθνών-κρατών, µέσα στο κλίµα του ροµαντισµού. Στο πλαίσιο αυτό, όπως θα δούµε στα κεφάλαια που ακολουθούν, το ίδρυµα διαµόρφωσε τη φυσιογνωµία του σε έναν συνεχή διάλογο µε τον ευρύτερο εγχώριο και διεθνή πολιτικό, κοινωνικό, πολιτιστικό και βέβαια επιστηµονικό περίγυρό του.

Μέσα σε έναν αιώνα ζωής η φυσιογνωµία του Αθήνησι γνώρισε σηµαντικές αλλαγές. Το διδακτικό προσωπικό του αυξήθηκε και ισχυροποιήθηκε, µέσω κυρίως της δυναµικής του παρουσίας όχι µόνο στην επιστηµονική αλλά και στη δηµόσια ζωή. Οι ολοένα αυξανόµενοι φοιτητές του ιδρύµατος παρουσιάστηκαν δυναµικά στο κοινωνικό και πολιτικό προσκήνιο. Το πανεπιστήµιο αναδείχτηκε σε καθοριστικό παράγοντα διαµόρφωσης της εθνικής ιδεολογίας και αποτέλεσε επίσης τη ραχοκοκαλιά του δηµόσιου τοµέα αναλαµβάνοντας τη στελέχωση δηµόσιων θεσµικών φορέων και υπηρεσιών. Παράλληλα στελέχωσε σε σηµαντικό βαθµό τον ιδιω­τικό τοµέα και επιφορτίστηκε µια σειρά από κρατικές λειτουρ­γίες. Το πανεπιστήµιο υπήρξε καθοριστικός παράγοντας του εκµοντερνισµού και εκδυτικισµού της ελληνικής κοινωνίας. Αναδείχθηκε στο επίκεντρο της πνευµατικής και πολιτιστικής ζωής της πρωτεύουσας και, κατά συνέπεια, ολόκληρης της χώρας θεραπεύοντας ελλείψεις του κρατικού µηχανισµού και συντελώντας ενεργά στη συγκρότηση των υποδοµών του.

Η ίδρυσή του συνεισέφερε σηµαντικά στην ενίσχυση της Αθήνας ως πρωτεύουσας, ως του νέου εθνικού κέντρου. Ενίσχυση συµβολική αλλά και πραγµατική, καθώς σύντοµα άρχισαν να εγκαθίστανται στην πόλη οι πρώτοι φοιτητές από την Ελλάδα και το εξωτερικό, αυξάνοντας τον πληθυσµό της. Ο «ναός της γνώσης» απευθυνόταν στο σύνολο των Ελλήνων, προς όλες τις γεωγραφικές κατευθύνσεις, ενισχύοντας τους δεσµούς τους µε το εθνικό κέντρο. Εάν η καθ’ ηµάς Ανατολή έστελνε οµογενείς φοιτητές, το νέο ίδρυµα προσέλκυε παράλληλα για τη στελέχωσή του  Έλληνες λογίους από τη ∆ύση, ιδιαίτερα τα πρώτα χρόνια λειτουργίας του, οι οποίοι είχαν σπουδάσει και εργαστεί σε ευρωπαϊκές πρωτεύουσες.

Το συµβολικό κύρος που αποδόθηκε στο Πανεπιστήµιο Αθηνών από τα πρώτα χρόνια της ίδρυσής του δεν αφορούσε µόνο την εκπαιδευτική αποστολή του αλλά και τη χρησιµότητά του στην εξυπηρέτηση των ευρύτερων στόχων του ελληνικού βασιλείου στις γεωπολιτικές συνθήκες της περιοχής. Υπηρετώντας τη Μεγάλη Ιδέα, το πανεπιστήµιο χρεώθηκε σε µεγάλο βαθµό, µέσω κυρίως των αποφοίτων του, την πολιτισµική εξάπλωση του ελληνισµού στον χώρο της Oθωµανικής Αυτοκρατορίας. Τις αντιλήψεις αυτές για τον σκοπό του ιδρύµατος τις συναντάµε από πολύ νωρίς σε πολυάριθµα πανεπιστηµιακά κείµενα, στους πρυτανικούς απολογισµούς, στους λόγους των σχολαρχών (κοσµητόρων) για τα εγκαίνια του ιδρύµατος (∆ηµαράς 1987), σε φοιτητικά φυλλάδια, στις προσπάθειες του ίδιου του θεσµού να καταγράψει την ιστορία του ήδη από την επέτειο των πρώτων πενήντα χρόνων ζωής του µε τη σχετική ανάθεση στον καθηγητή της Φιλοσοφικής Σχολής Ιωάννη Πανταζίδη.

Η στοχοθεσία του ιδρύµατος καθώς και η φυσιογνωµία του µέσα στον χρόνο µεταβλήθηκαν σηµαντικά, κι αυτό υπήρξε αποτέλεσµα εσωτερικών διεργασιών αλλά και των ευρύτερων αλλαγών της ελληνικής κοινωνίας. Το Αθήνησι στις πρώτες δεκαετίες της λειτουρ­γίας του συνδέθηκε µε τον φιλελευθερισµό και τον συνταγµατικό πατριωτισµό λόγω κυρίως της συµµετοχής των φοιτητών στην έξωση του Όθωνα. Στο τέλος του 19ου αιώνα και κατά τον Μεσοπόλεµο, διατηρώντας τον καίριο ιδεολογικό ρόλο του, υπερασπίστηκε µε έµφαση τη γλωσσική «καθαρότητα», αντιτάχθηκε στις βενιζελικές µεταρρυθµίσεις και συµµετείχε ενεργά στον αγώνα κατά του κοµµουνισµού. Στο νέο τοπίο που δηµιούργησε η εδαφική και πληθυσµιακή διεύρυνση του ελληνικού κράτους, σε συνδυασµό µε την ανάπτυξη της ανώτατης εκπαίδευσης στον Μεσοπόλεµο, το Πανεπιστήµιο Αθηνών διατήρησε πάντα τον εθνικοεπιστηµονικό χαρακτήρα του και την έντονη παρουσία του στον δηµόσιο βίο, ανάµεσα όµως πλέον σε άλλα όµορα ιδρύµατα.

Γενικότερα, το κύρος του ιδεολογικού λόγου που εξέφρασε το πανεπιστήµιο συνδέθηκε αναµφίβολα µε τη θέση του στο πλαίσιο της ανώτατης εκπαίδευσης, µε τις ευρύτερες λειτουργίες του, αλλά και µε τον ορίζοντα των προσδοκιών που καλλιέργησε η κοινή γνώµη για το ίδρυµα στην πάροδο του χρόνου. Ήταν διαφορετική η θέση του πανεπιστηµίου στα οθωνικά χρόνια, ως ένας από τους ελάχιστους δηµόσιους θεσµούς παραγωγής και διάδοσης της γνώσης συνδεδεµένος µε τα µεγαλοϊδεατικά οράµατα, από τη θέση του ιδρύµατος µετά τη δεκαετία του 1870, όταν η πληθωρική παρουσία συλλόγων και εταιρειών όπου και πάλι βέβαια πρωτοστατούσαν πανεπιστηµιακοί καθηγητές δηµιουργούσε έναν παράλληλο, ενδεχοµένως εξίσου ισχυρό, λόγο.

Μετά το 1864, η έντονη συζήτηση για την αξία των παρεχόµενων σπουδών και των πτυχίων του πανεπιστηµίου έπληξε εύλογα την αξιοπιστία του ως εκπαιδευτικού θεσµού. Στις αρχές του 20ού αιώνα, η κριτική έλαβε άλλο χαρακτήρα. Οι αιτιάσεις των δηµοτικιστών αναφορικά µε το «αρχαιόπληκτο» πανεπιστήµιο σε συνδυασµό µε τις πρωτοβουλίες του βενιζελικού στρατοπέδου για τον έλεγχό του, καθώς και οι κριτικές των αριστερών φοιτητών λίγο αργότερα για τον «αντιδραστικό» θεσµό, έριξαν αρνητικές σκιές στην εικόνα του εθνικού καθιδρύµατος. Η ένταση και η διαφορετική σήµανση των κριτικών ήταν απόρροια του σηµαίνοντα ρόλου του πανεπιστηµίου στη δηµόσια ζωή, αλλά και χαρακτηριστική των αντίλογων που διατυπώθηκαν για την εξέλιξη της ανώτατης εκπαίδευσης στο ελληνικό κράτος.

Η υπάρχουσα βιβλιογραφία έχει αναδείξει συγκεκριµένες πλευρές της πολυεπίπεδης φυσιογνωµίας του ιδρύµατος, µε βάση τα ιστοριογραφικά προτάγµατα κάθε εποχής. Η συνεισφορά του ιδρύµατος στη συγκρότηση και τη διάχυση της Μεγάλης Ιδέας, καθώς και στη διαµόρφωση της πνευµατικής ζωής αποτέλεσαν δύο από τις πιο σηµαντικές οδούς µέσω των οποίων το προσέγγισαν οι ερευνητές της ιστορίας του. Το ίδρυµα ως πεδίο πνευµατικών συγκρούσεων και παράλληλα ως συνδιαµορφωτής της ιδεολογικής ταυτότητας του ελληνικού κράτους, µε βάση κυρίως τη συγκρότηση του εθνικού παρελθόντος και το γλωσσικό ζήτηµα, βρέθηκε στο επίκεντρο προσεγγίσεων που κινήθηκαν στον χώρο της ιστορίας των ιδεών. Το βάρος δόθηκε –σηµειώνουµε ιδιαίτερα το δηµαρικό έργο– στην ιδεολογική φυσιογνωµία του, όπως αποτυπώθηκε στις δηµόσιες παρεµβάσεις του, και στον πνευµατικό εξοπλισµό του διδακτικού του προσωπικού, χωρίς όµως ιδιαίτερη αναφορά στην εκπαιδευτική του διάσταση. Η ιδεολογική διάσταση της λειτουργίας του πανεπιστηµίου ενισχύθηκε και µέσα από έναν άλλο δρόµο, εκείνον των φοιτητικών αγώνων.  Οι πολυάριθµες σχετικές εκδόσεις, συνδεδεµένες κυρίως µε ηρωικές στιγµές, συντέλεσαν στη γνωριµία πλευρών της ιστορίας του ιδρύµατος από ένα ευρύτερο κοινό, στην κατεύθυνση κυρίως της έντονης παρουσίας των φοιτητών στην πολιτική και κοινωνική ζωή.

Εάν η αναφορά στον δηµαρικό κύκλο παραπέµπει σαφώς στην ιστορία των ιδεών, το γλωσσικό ζήτηµα και η τοποθέτηση του Αθήνησι εντός του αποτέλεσε έναν από τους κύριους δρόµους για τη µελέτη του ιδρύµατος και από τη σκοπιά της ιστορίας των ιδεών και από τη σκοπιά της ιστορίας της εκπαίδευσης. Εκκινώντας από τη δίτοµη ανθολογία του Αλέξη ∆ηµαρά, το 1973-74, υπήρξε µια συστηµατική σύνδεση της τριτοβάθµιας µε τις άλλες δύο εκπαιδευτικές βαθµίδες, µε έµφαση στον ηγετικό ρόλο του Πανεπιστηµίου Αθηνών στο αντιδηµοτικιστικό στρατόπεδο. Στο πλαίσιο αυτό άλλωστε µελετήθηκε η ίδρυση και λειτουργία του Πανεπιστηµίου Θεσσαλονίκης, ως του γλωσσικού αντίβαρου στο παλαιότερο ίδρυµα µε ιδιαίτερη έµφαση στον φιλελεύθερο χαρακτήρα του και στη σχέση του µε το βενιζελικό στρατόπεδο.  Σηµειώνουµε, πάντως, ότι ιστορικές προσεγγίσεις της εκπαίδευσης και των θεσµών της, στην προσπάθεια συνολικής κατανόησης της εξέλιξης της ελληνικής κοινωνίας, προήλθαν από επιστήµονες διαφορετικών πεδίων µε ποικίλο µεθοδολογικό οπλισµό, εργαλεία, αφετηρίες. Αυτό είχε ως αποτέλεσµα µια σηµαντική βιβλιογραφική παραγωγή – είναι χαρακτηριστικές οι σχετικές εκδόσεις του ΙΑΕΝ, µε στοιχεία τόσο από την ιστορία όσο και από άλλες επιστηµονικές πειθαρχίες. Από τη δεκαετία του 1990 και µετά, η ανάπτυξη της ιστορίας της εκπαίδευσης στη χώρα µας οδήγησε σε σηµαντικό εµπλουτισµό των σχετικών µελετών στη λογική της ανάλυσης των σύγχρονων και παλαιότερων εκπαιδευτικών πολιτικών µε βάση την ιστορικοσυγκριτική µέθοδο. Στην κατεύθυνση αυτή δόθηκε ιδιαίτερο βάρος στις µεταρρυθµίσεις, στο πλαίσιο των ευρύτερων πολιτικών για το σύνολο της εκπαίδευσης, καθώς και στα ζητήµατα σχέσεων κράτους-ανώτατης εκπαίδευσης. 

Παράλληλα µε το έργο του Αλέξη ∆ηµαρά και τις συζητήσεις περί µεταρρυθµίσεων, από τη δεκαετία του 1970 και µετά, η λειτουργία του πανεπιστηµίου ως κατεξοχήν θεσµού κοινωνικής κινητικότητας και αναπαραγωγής βρέθηκε στο επίκεντρο αρκετών µελετών µε πλέον χαρακτηριστική εκείνη του Κωνσταντίνου Τσουκαλά, η οποία επηρέασε και επηρεάζει ακόµη µια σειρά από προσεγγίσεις. Συνδεδεµένες αυτές οι οπτικές µε τα µεγάλα θεωρητικά σχήµατα, τα οποία συνοµιλούσαν µε τις θεωρίες περί κέντρου/περιφέρειας, ανάπτυξης/υπανάπτυξης, εξάρτησης/αναπαραγωγής, στο πλαίσιο µαρξιστικών και µεταµαρξιστικών αναλύσεων, επιχείρησαν να µελετήσουν το πανεπιστήµιο στο πλαίσιο της εξέλιξης της ελληνικής κοινωνίας εντός του καπιταλιστικού συστήµατος.

Οι συγκεκριµένοι τόποι συζήτησης σχετίζονταν κυρίως µε την ιδεολογική και ταξική λειτουργία της ανώτατης εκπαίδευσης και της σχέσης της µε το κράτος. Από τη δεκαετία του 1990 κυρίως και µετά, στο πλαίσιο µιας γενικότερης συζήτησης αναφορικά µε τη διαµόρφωση των επιστηµονικών πεδίων στο νεότευκτο ελληνικό κράτος, και ενός ευρύτερου αναστοχασµού γύρω από την έννοια της κριτικής σκέψης έχει εκδηλωθεί σηµαντικό ενδιαφέρον για θέµατα που αφορούν το περιεχόµενο των σπουδών. Υπερβαίνοντας παλαιότερες διεργασίες, οι νεότερες προσεγγίσεις από τον χώρο της ιστορίας, της ιστορίας της εκπαίδευσης, της µεθοδολογίας και της ιστορίας των επιστηµών µελετούν, στις ευτυχέστερες στιγµές τους, συνολικά τη συµβολή της ανώτατης εκπαίδευσης στη συγκρότηση της επιστηµονικής παράδοσης στην Ελλάδα. Η ανάπτυξη της ιστορίας των επιστηµών αλλά και ενός ευρύτερου προβληµατισµού αναφορικά µε την ιστορική εξέλιξη και τη συγκρότηση των γνωστικών κλάδων προκάλεσε ερωτήµατα και πρόσφερε νέες οπτικές, διευρύνοντας και εµπλουτίζοντας τη µελέτη της ιστορίας του ιδρύµατος.

Όλες οι παραπάνω κατευθύνσεις  συνδέονται άρρηκτα µε τις εξελίξεις στην ελληνική ιστοριογραφία. Η µετάβαση από την υπεριδεολογικοποιηµένη συζήτηση της δεκαετίας του 1970 αναφορικά µε τα µεγάλα σχήµατα ερµηνείας στον αναστοχασµό και στον επιµερισµό των τελευταίων χρόνων δεν αφορά µόνο την ιστορία των πανεπιστηµίων, αλλά και ευρύτερα τη συναφή ιστοριογραφική παραγωγή. Η συµβολή του Πανεπιστηµίου Αθηνών στη διαµόρφωση των αλυτρωτικών στόχων, ο ρόλος του στις διαδικασίες κοινωνικής και ταξικής αναπαραγωγής, η δράση των φοιτητικών κινηµάτων διασταυρώνονται µε ευρύτερα θέµατα που απασχόλησαν και απασχολούν τους ιστορικούς και τους κοινωνικούς επιστήµονες στην Ελλάδα και στο εξωτερικό.

Παρά όµως την ύπαρξη µιας πλούσιας και ευρείας βιβλιογραφικής παραγωγής απουσιά­ζουν ακόµη σηµαντικές ψηφίδες που θα συµπλήρωναν την κατανόηση και αποτίµηση της ιστορικής διαδροµής του. Αν και η πρόσφατη ελληνική βιβλιογραφία συνοµιλεί, πολύ περισσότερο από ό,τι στο παρελθόν, µε την αντίστοιχη διεθνή σε µια σειρά από θέµατα, η συγκριτική διάσταση παραµένει περιορισµένη. ∆εν έχει µελετηθεί συστηµατικά η σχέση του ελληνικού πανεπιστηµίου µε τα  αντίστοιχα ιδρύµατα γειτονικών χωρών, παρ’ όλο  που το Αθήνησι υπήρξε το πρώτο στον χώρο της Βαλκανικής Χερσονήσου. Στις αίθουσές του, τα πρώτα χρόνια λειτουργίας του, εκτός από Έλληνες σπούδασε και ένας µικρός αριθµός φοιτητών από άλλα βαλκανικά κράτη. Μεγαλύτερο αιτούµενο εξακολουθεί να παραµένει σε αυτή την κατεύθυνση η συστηµατικότερη συγκριτική µελέτη της ιστορίας της ελληνικής ανώτατης εκπαίδευσης µε την αντίστοιχη ευρωπαϊκή. Η συζήτηση για τον ιδεολογικό ρόλο του Αθήνησι επικεντρώνεται κατά κύριο λόγο εντός του ελληνικού κράτους, την ώρα που για έναν περίπου αιώνα η ανώτατη εκπαίδευση είχε επιλεγεί για να λειτουργήσει ως ο προωθητικός κριός του ελληνισµού, σηµείο συνάντησης πέρα από κρατικά σύνορα και συµβάσεις. Η κατανόηση της ίδρυσης και της οργάνωσης του Ιωνικού Πανεπιστηµίου στη Σµύρνη περνάει µέσα από αυτούς τους δρόµους. Ενώ η µελέτη του ιδεολογικού ρόλου του Αθήνησι έχει εστιαστεί στη συγκρότηση της εθνικής ιδεολογίας στον 19ο αιώνα, η συµβολή του στη διαµόρφωση λόγου χάριν του αντικοµµουνισµού και της εθνικοφροσύνης στον 20ό παραµένουν σε µεγάλο βαθµό ανεξερεύνητα. Νέα ιστοριογραφικά ρεύµατα, όπως η ιστορία του κοινωνικού φύλου, ελάχιστα ασχολήθηκαν στην ελληνική βιβλιογραφία µε την ανώτατη εκπαίδευση.

Θεµατολογικά σηµαντικές πλευρές της λει­τουργίας του Αθήνησι παραµένουν ακόµη εκτός έρευνας.  Πέρα από το εκπαιδευτικό του πρόγραµµα, για το οποίο σταδιακά συσσωρεύεται ένας σηµαντικός αριθµός µελετών, απουσιάζουν εργασίες για καίρια ζητήµατα όπως τα οικονοµικά, και µάλιστα σε µια περίοδο όπου το θέµα της οικονοµικής αυτοτέλειας των ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυµάτων και της σχέσης τους µε το κράτος βρίσκεται στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος της κοινής γνώµης. Παρά τις επιµέρους συµβολές λείπουν γενικότερες θεωρήσεις για τον  κρίσιµο ρόλο του ιδρύµατος στην εξυπηρέτηση κοινωνικών αναγκών, στη συγκρότηση και διοίκηση ενός µεγάλου µέρους υποδοµών οι οποίες λειτούργησαν υποκαθιστώντας ή σε συνεργασία µε την κρατική µηχανή. Τα εργαστήρια, τα µουσεία, τα φροντιστήρια αποτέλεσαν χώρους εκµάθησης, συστηµατοποίησης της παλαιότερης γνώσης και, σε έναν βαθµό, παραγωγής νέας. Μέσα από το πρόγραµµα των µαθηµάτων του και την εργαστη­ρια­κή και φροντιστηριακή διδασκαλία το πανεπιστήµιο λειτούργησε καθοριστικά στη συγκρότηση επιστηµονικών κλάδων στο νεοσύστατο κράτος και υπήρξε ο κατεξοχήν φο­ρέας, τουλάχιστον έως τον Μεσοπόλεµο, δηµιουργίας και διάχυσης του επιστηµονικού λόγου.

Γενικότερα, όπως προκύπτει και από την επισκόπηση της βιβλιογραφίας, ελάχιστοι θεσµοί άσκησαν την επιρροή που είχε το Πανεπιστήµιο Αθηνών στη συγκρότηση του ελληνικού κράτους, στην κοινωνική οργάνωση, στη διαµόρφωση της εθνικής ιδεολογίας, στην αυτονόµηση των επιστηµών. Η συνολική µελέτη της λειτουργίας και της στελέχωσής του, του εκπαιδευτικού του προγράµµατος και της δηµόσιας παρουσίας του θα µας επιτρέψει να αντιληφθούµε τους διαφορετικούς δρόµους µέσα από τους οποίους το ίδρυµα αναδείχθηκε σε έναν από τους κυριότερους πρωταγωνιστές του δηµόσιου βίου, της πνευµατικής και επιστηµονικής ζωής, στον πρώτο αιώνα της λειτουργίας του. 

 

files/chronosmag/themes/theme_one/faviconXronos.png

 

 

  ΧΡΟΝΟΣ 15 (07.2014)