εφτά email του λεπτού, για τον βασίλη

 

Τζένη Μαστοράκη

 

Ένα: «ούτε αυτό φτάνει»

Φόραγες γάντια Σι-Ες-Άι. (Μοβ, κάτι σκούρο τέλος πάντων.) 

Γιατί, κατάλαβες, σε ξαναδιάβαζα τώρα που γράφω αυτά που γράφω, κι από Άλλο ποίημα σ’ Άλλο ποίημα, σ’ έβλεπα να μαζεύεις τα στοιχεία (με αποστειρωμένο σακουλάκι, με λαβίδα). Είχες και μάσκα. Ανάσαινες προσεχτικά. 

Μάσκες, λαβίδες, σακουλάκια και λοιπά, τα λένε «Ψύχραιμα, Πιο Ψύχραιμα». Τα στοιχεία δεν τα λένε αποδεικτικά. Δεν ήθελες, νομίζω, ν’ αποδείξεις τίποτα.

Είχες χαράξει όμως περιγράμματα. Εδώ το σώμα, εδώ το σώμα, εδώ το σώμα, το τραπέζι εδώ, σεμέν εδώ. Και το φωσφόρισμα στους τοίχους, μπλε ιατροδικαστικό. Έφεγγαν όλες oι κηλίδες, χρόνων αιματοχυσίες. Το ιατροδικαστικό το λένε Λουμινόλ.

Κοίτα να δεις λοιπόν τι μου ’χεις κάνει, εσύ, μ’ αυτά τα Άλλα σου: 

Σαν μάνα που είμαι, μ’ έχεις απελπίσει: έτσι είμαι; έτσι θα είμαι; πώς να είμαι; 

Σαν το παιδί που ήμουν, με παρηγορείς. (Και για ένα λόγο παραπάνω: τα κεντήματα –«καρέ ντε ταμπλ», «σεμέν ντε ταμπλ», με την ορολογία της εποχής– ήταν ο σχολικός μου εφιάλτης.) 

Σαν μάνα και παιδί και όλα τ’ άλλα, ό,τι και να μου λες, το πιστεύω.

 

Κι άλλο ένα: «ναι, ναι, καταλαβαίνω»

Πήγα να ξεγλιστρήσω με μια γλώσσα τάχα μου ιατροδικαστική. Αλλά εσύ καταλαβαίνεις.

Το βέβαιο είναι πως δε θα ’πιανα τα διαγνωστικά και τις ψυχαναλύσεις, κι ας έχω εκείνη την παλιά σου κάρτα σχεδόν δίπλα στον καναπέ του Φρόυντ. (Αυτό, για όσους δεν το ξέρουνε, άλλη φορά.) 

Εξάλλου, το δικό σου ποίημα τ’ αγαπάω ολόκληρο, ενώ από τον Φρόυντ αγαπάω πιο πολύ τα κόκκινα του καναπέ του. Κι αμέσως έπειτα, την ιστορία της Έμμας, που τη σακατέψανε διδακτικά.

Ο Φρόυντ έβλεπε το βάθος βάθος των πραγμάτων. Έπιασε τη νεύρωση της Έμμας απ’ τη μύτη. Κυριολεκτικά. Μπήκε στη μέση κι ένας ωτο-ρινο-και-λοιπά, που καυτηρίασε μύτη και νεύρωση παρέα. 

Μετά, που η Έμμα υπέφερε από διάφορα απερίγραπτα, όλοι οι ειδικοί, και ο Φρόυντ, της λέγανε πως είναι «η ιδέα της». Ώσπου μια μέρα (ελπίζω/εύχομαι/μακάρι όχι πάνω στα κόκκινα ΑΥΤΟΥ του καναπέ), «η ιδέα» έγινε μια απίστευτη ρινορραγία και ξέβρασε τις σάπιες γάζες. Γάζες χιλιόμετρα, που είχαν ξεχαστεί μέσα στη μύτη της.

Το βάθος των πραγμάτων τα ’χει αυτά. Καλύτερα η επιφάνεια. Μένω εκεί, γιατί ποιο ποίημα σ’ άφησε ποτέ να πας παραμέσα με όρους που δεν είναι όροι του; (Να πας παραμέσα, γενικά, και να μη γίνεις ρεζίλι;)

Λοιπόν, η επιφάνεια. Που έχει μια ανεξήγητη ειρήνη. (Μια συμφιλίωση;) Κι όλο το σπλάτερ, τοίχοι και πατώματα και ρούχα, φωσφορίζει, φωσφορίζει, αλλά πια δεν έχει κόκκινα. 

Έχει μονάχα παλαιότητα. Και αξιοπρέπεια.

 

Κι άλλο ένα: «σαν έκπληκτα αναστημένη»

Στην παλιά Αμερική, τότε που υπήρχαν και φτωχές Πολιτείες, και η φωτογραφία ήταν πολυτέλεια αδιανόητη, περνούσαν οι αρρεβώνες, τα βαφτίσια, κι ούτ’ ένα – ας το πούμε έτσι: ενσταντανέ. 

(Λέω «ας το πούμε», γιατί μόνο της στιγμής δεν ήταν η ατέλειωτη αναμονή, η ατέλειωτη ακινησία των σωμάτων, η πόζα που διαρκούσε ατέλειωτα.)

Σε σπάνιες περιπτώσεις όμως, ο κοσμάκης έδινε ό,τι είχε και δεν είχε για να κρατήσει την εικόνα ενός αγαπημένου, που ήταν πια νεκρός. 

Στην ίδια εικόνα, με την ευκαιρία, έμπαιναν κι οι ζωντανοί. 

Οι συγγενείς, όσοι θα χώραγαν στο κάδρο, με τα πένθιμα καλά τους. Κι ο μακαρίτης κάπου ανάμεσά τους, πένθιμος και ανακαθιστός – θες κάτι δευτερόλεπτα για να τον ξεχωρίσεις, έτσι που όλοι τους μοιάζουν νεκροί.

Ακολουθούσε η κορνίζα. Και ο τοίχος. Το «ενθύμιον θανάτου», διακοσμητικό. Πάνω από το καναπεδάκι. Πάνω απ’ το τραπέζι. Πάνω απ’ το κρεβάτι.

Χρόνια αυτό. 

Κι ύστερα, στη δεκαετία του ’70, ήρθε ένας Στάνλεϋ Μπερνς (πολύ δικός μου, αν και είμαστε τελείως άγνωστοι), κι άρχισε να γυρίζει πόρτα πόρτα την αγροτική Αμερική μαζεύοντας φωτογραφίες, δαγκεροτυπίες και τέτοια, έφτιαξε μια ωραία μακάβρια συλλογή, έβγαλε και μακάβρια βιβλία, ωραιότατα.

Έπρεπε να σ’ τα εξηγήσω αυτά, γιατί με το που είδα το εξώφυλλό σου, ξεγελάστηκα. Α! είπα, Στάνλεϋ Μπερνς! 

Αλλά η γυναίκα της φωτογραφίας ήταν ζωντανή. 

Το «ενθύμιον» βρισκόταν λίγο παραμέσα.

 

Κι άλλο ένα: «πιο θυμωμένο ποίημα»

Τις πρώτες λέξεις που μου ήρθανε μόλις σε διάβασα, σ’ τις είχα γράψει αμέσως: «Τι μακελειό!» (Αυτό, νομίζω, δυο φορές απανωτά.)

Εσύ, ξανά. Κι εσύ, αλλιώς. Πριν απ’ τα γάντια και τη μάσκα. Με την απελπισμένη ανακρίβεια ενός– 

Που θα τον έλεγα και σιαμαίο. Που αρπάζει ό,τι μα ό,τι αγχέμαχο διαθέτει κι αποφασίζει να ξεκόψει. Και που, ξεκόβοντας, αφήνει πάνω στο άλλο σώμα, στο σώμα που θα γίνει «άλλο», τόσα κομμάτια, τόσα κομματάκια, τόσα αίματα, που πια–

Δεν ξέρω.

Πάντως, εσένα εννοούσα όταν είπα «μακελειό».

Σ’ αυτό το κατά συρροήν ποίημα.

 

Κι άλλο ένα: «κι ας ηρεμήσει πάλι ο λόγος»

Σκέφτομαι πως μπορεί ν’ αρπάχτηκες από τις υποσημειώσεις. Όχι για να σωθείς. Για ν’ αρπαχτείς. (Αν ναι, εκεί θα βρίσκονται τα πιο βαθιά, τα πιο σκαφτά σου αποτυπώματα.) 

Πιάνομαι από τις υποσημειώσεις σου κι εγώ. Κάποια κομμάτια τους τα έβαλα για δήθεν τίτλους. Γιατί τα σκόρπια που σου γράφω ήθελαν μια αφορμή. (Έστω κι αν είχα αποφασίσει εξαρχής πως δε θα ξαναπώ εδώ μέσα ούτε έναν στίχο, πως τίποτα δε θα σου μεγεθύνω σα να λέω «κοιτάξτε».)

Ο λόγος ηρεμεί λοιπόν. Σωστά. Σαν τα «ενθύμια» που λέγαμε. 

Σαν κρατημένος απ’ τη μηχανή που σκάρωσε η βικτωριανή Αγγλία –μια σκαλωσιά, φαντάσου: αθέατη– κι έστηνε τους νεκρούς της όρθιους, ευθυτενείς, στο ατέλειωτο που διαρκούσε η κάθε πόζα. 

(Κατά τα άλλα, οι φωτογραφίες της είχαν πολλές δαντέλες, και τις άφησα απ’ έξω.)

Το ξέρεις όμως: η ηρεμία είναι πιο φριχτή. Πίσω από την ηρεμία αυτού του λόγου, βλέπω, θα βλέπω, κάθε τόσο κι ένα στήριγμα, κάτι από τη σκαλωσιά. Και τη διχάλα που κρατούσε όρθιο το κεφάλι.

 

Κι άλλο ένα: «λίγο πιο ψύχραιμα»

Όμως– Άκου μια έξοδο από ένα άλλο μακελειό: 

Η Πενθεσίλεια (που κατασπάραξε με δόντια, νύχια κι άγρια σκυλιά τον Αχιλλέα) βγαίνει απ’ την τρέλα, βγαίνει κι από το λήθαργο όπου βούλιαξε λίγο μετά, μαθαίνει τι έκανε σ’ εκείνον που αγαπούσε, και προσπαθώντας να εξηγηθεί και να εξηγήσει (πριν σκοτωθεί μ’ ένα φανταστικό μαχαίρι), λέει:

Τι φίλημα, τι δάγκωμα–
Μοιάζουν αυτά.

Η Πενθεσίλεια του Κλάιστ είναι. (Την έχω δίπλα μου ανοιχτή απ’ το τυπογραφείο, άφησα ανοιχτό και το επίμετρο που μισοφτιάχνω, και οι στίχοι ήρθαν αναπόφευκτα όσο σε ξαναδιάβαζα.) 

Ναι, αλλά εκεί μαίνονται άλλα πάθη – θα μου πεις. Όμως, και πάλι. 

Πάλι ένα άγριο και εξημερωμένο ποίημα.

 

Κι άλλο ένα–

Για το επίμετρο, θέλω να σου το πω κι αυτό, έχω ένα πολύτιμο απόσπασμα. Σε μια επιστολή, φθινόπωρο του 1807, ο Κλάιστ λέει για την Πενθεσίλειά του –για το έργο δηλαδή:

μέσα εκεί έχω αποθέσει [...] όλη τη λάσπη, όλη τη λάμψη της ψυχής μου.

Τέσσερα χρόνια αργότερα, ο Κλάιστ φεύγει, όπως διάλεξε να φύγει. Μπαίνουν στη μέση τότε οι φίλοι, οι μελετητές, και νά η διόρθωση αμέσως: 

Όχι, δεν εννοούσε λάσπη, πόνος θα ήθελε να πει, τι Schmutz, τι Schmerz, και πόσο ίδια όταν τα γράψεις με το χέρι, κάποιος δε θα το διάβασε σωστά, εκτός κι αν πρόκειται για lapsus, πράγμα απίθανο, αλλά– Και η επιστολή, στο μεταξύ, χαμένη.

Έκαναν, όλοι τους, κατάλαβες, σαν να μην ξέρουν ότι απ’ αυτά τα δυο είναι φτιαγμένα όσα μας ταράζουν. Ότι αυτά τα δυο –χωρίς τον Φρόυντ και χωρίς τους ενδιάμεσους– είναι οι ματωμένες γάζες κάποιων ποιημάτων. 

Το τελευταίο μέιλ μου κλείνει εδώ, αλλά χρειάζεται έναν τίτλο. Σ’ τον παίρνω και σ’ τον ξαναδίνω:

«μ’ έχεις κάνει σκόνη»

Γιατί κυρίως αυτό ήθελα να σου πω.

6 Δεκεμβρίου 2014

 

files/chronosmag/contentVOL22/amanatidis-mastoraki/iv-athina-ksenokratis-kostatos.jpg

Το κείμενο της Τζένης Μαστοράκη γράφτηκε γύρω από –και με αφορμή το– μ_otherpoem: μόνο λόγος του Βασίλη Αμανατίδη (Νεφέλη, 2014), για την παρουσίαση του βιβλίου στην Αθήνα (11 Δεκεμβρίου 2014, «Βιβλιοθήκη Βολανάκη»).

Στην παρουσίαση, το κείμενο διάβασε η ποιήτρια Πατρίτσια Κολαΐτη. Με κείμενά τους συμμετείχαν, επίσης, η ποιήτρια Κατερίνα Ηλιοπούλου και η επιμελήτρια κειμένων Αρετή Μπουκάλα.

Οι φωτογραφίες: από τις παρουσιάσεις του βιβλίου στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη (φωτογράφοι: Σοφία Καμπλιώνη, Χρήστος Αθανασίου, Ξενοκράτης Κωστάτος). Το γλυπτό της φωτογραφίας είναι της εικαστικού Ράνιας Εμμανουηλίδου, φτιαγμένο για την παρουσίαση του βιβλίου στη Θεσσαλονίκη και εμπνευσμένο από τη φωτογραφία του εξωφύλλου («Γυναίκα» του Λεωνίδα Παπάζογλου, αρχείο Γ. Γκολομπία).

files/chronosmag/themes/theme_one/faviconXronos.png

  ΧΡΟΝΟΣ 22 (02.2015)