Η Κύπρος λοιπόν μας βοηθά πλέον να κατανοήσουμε και τις στρατηγικές αντίστασης στην επιβολή του νέου πολιτισμού. Το «όχι» της κυπριακής Βουλής δεν ήταν αρκετό για αντίσταση, όχι όμως επειδή αυτό, όπως έσπευσαν να πανηγυρίσουν κάποιοι δικοί μας, ήταν άχρηστο και οδήγησε σε μεγαλύτερη τιμωρία. Αλλά επειδή δεν θεμελιώθηκε ούτε σε μία ουσιαστική αποκωδικοποίηση του ευρωπαϊκού παρόντος ούτε στη βάση μιας πρότασης για ένα άλλο μέλλον, σχεδιασμένο δημοκρατικά και εμπνευσμένο από ένα όραμα που θα περιορίζει στο εξής τον εθνικό, «φορολογικό παράδεισο». Μόλις έναν χρόνο πριν, η κυπριακή Βουλή, με την πλειοψηφία των κομμάτων που στήριξαν φέτος την προεδρία του Αναστασιάδη, καταψήφισε την επιβολή του εταιρικού φόρου που ήθελε να επιβάλει η προεδρία Χριστόφια σε μια προσπάθεια ελέγχου του φορολογικού παραδείσου. Αντί να στηρίξουν λοιπόν τον τότε πρόεδρο σε κάτι που φαινόταν από τότε ότι θα περιόριζε την καταστροφή, προτίμησαν να μη διαρρήξουν τις προνομιακές σχέσεις με το χρηματοπιστωτικό σύστημα το οποίο έχει βαθιές ιστορικές και πολιτικές ρίζες στην Κύπρο. Οι ευθύνες σε εθνικό επίπεδο για τον εκμαυλισμό, την αποχαύνωση και την εγκατάλειψη των κοινωνιών, ανοχύρωτων απέναντι στην επιβολή του πολιτισμού της λιτότητας, είναι τεράστιες. Το μοναδικό σχέδιο που είχε η Κύπρος μετά το «όχι» ήταν η προσφυγή στη Ρωσία, σαν να μην εμπλέκεται η χώρα αυτή στα γρανάζια του νεοφιλελευθερισμού, σαν να μη δημιουργεί εξαρτήσεις και όρους υποταγής, πιθανότατα και χειρότερους από την ίδια την Ευρωζώνη.

Από την άλλη μεριά, ούτε οι υδρογονάνθρακες έσωσαν την Κύπρο, παρά το γεγονός ότι η μελλοντική αξιοποίησή τους θα μπορούσε να αποτελέσει σωσίβιο σωτηρίας. Δεν ήταν αυτοί βέβαια ο στόχος για τον οποίο επιβλήθηκε βίαια ο πολιτισμός της λιτότητας στην Κύπρο. Παρ’ όλα αυτά, η οικονομική κρίση αυξάνει τους γεωστρατηγικούς κινδύνους, πολύ περισσότερο επειδή με την ανακήρυξη της Α.Ο.Ζ. η Κύπρος «ανοίχτηκε» σε συμμαχίες τακτικισμού που φαίνονταν ισχυρές εκείνη την εποχή –η συμμαχία με το Ισραήλ– αλλά ανίσχυρες σήμερα που τα δεδομένα της περιοχής αλλάζουν και πάλι. Η συμμαχία με αυτό το κράτος –σε εχθρική κατάσταση τότε με την Τουρκία– έμοιαζε να εξασφαλίζει το ενεργειακό, οικονομικό και στρατηγικό μέλλον της Κύπρου. Ξέχασε όμως η Κύπρος ότι το γεωστρατηγικό της πρόβλημα το δημιουργεί η μη λύση του Κυπριακού, κι αυτό επειδή την καθιστά ευάλωτη όχι μόνο στην πολιτική της Τουρκίας αλλά κυρίως στη ρευστότητα των συγκρούσεων της Μέσης Ανατολής.

Η λύση του Κυπριακού σύμφωνα με τις αποφάσεις του Ο.Η.Ε. και με τη συναίνεση των δύο κοινοτήτων συνιστά τη μοναδική προοπτική για τον περιορισμό των κινδύνων που οφείλονται στη γεωστρατηγική της θέση, καθώς και για την προστασία του ενεργειακού της μέλλοντος. Η Κύπρος αλλά και η Ελλάδα, αν θέλουν να ξαναοραματιστούν το μέλλον τους, οφείλουν καταρχήν να αποφασίσουν για το «ποιοι είμαστε» –ένας ενιαίος ελληνισμός ή πολίτες δύο ξεχωριστών, ευρωπαϊκών κρατών στη δίνη της λιτότητας;– καθώς και για το «ποια δεσμά μας ενώνουν». Οφείλουμε δηλαδή να ξαναδιαβάσουμε προσεκτικά και με άλλον τρόπο τη θέση μας στη γειτονιά μας καταρχήν, για να μπορέσουμε να δούμε και τη θέση μας στην Ευρώπη και τον κόσμο. Ζούμε σε μια εποχή μεγάλης ιστορικής μετάβασης, και σε τέτοιες εποχές επιβιώνουν τα κράτη που έχουν το θάρρος να ξαναοραματιστούν τον εαυτό τους όχι με τα παλιά γνώριμα εργαλεία, εκείνα που τα οδήγησαν σε «υποταγή», αλλά με αυτά που θα οδηγήσουν την κοινωνία τους σε χειραφέτηση.

 files/chronosmag/themes/theme_one/faviconXronos.png

ΧΡΟΝΟΣ, τεύχος ΜΗΔΕΝ, σελ. 11 < προηγ. σελίδα     |     επόμ. άρθρο >