ενιαία τιμή βιβλίου - υστερόγραφο

 

Σωκράτης Καμπουρόπουλος

 

«Όσο πιο φτηνό είναι το βιβλίο, τόσο πιο πολλά βιβλία θα πουλιούνται και τόσο πιο πολύ θα διαβάζουν οι αναγνώστες», υποστήριξε στις συζητήσεις που οργανώθηκαν για την Ενιαία Τιμή Βιβλίου ο δημοσιογράφος Πάσχος Μανδραβέλης. Γεννιέται εύλογα το ερώτημα: Ποια αφορμή δημιούργησε αυτή τη συζήτηση; Είναι ακριβό το βιβλίο στη χώρα μας; Aν ναι, πόσο ακριβό; Είναι η τιμή του στοιχείο που εμποδίζει την πρόσβαση του κοινού στην ανάγνωση; Για ποιους ακριβώς/και για πόσους;

Μια ματιά σε ερευνητικά δεδομένα, στη σημείο αυτό, δεν είναι άσκοπη. Σύμφωνα με τα αποτελέσματα της Γ΄ Έρευνας Αναγνωστικής Συμπεριφοράς που εκπόνησε το Ε.ΚΕ.ΒΙ. (σε συνεργασία με τη Metron Analysis), ανάμεσα στον Νοέμβριο και τον Δεκέμβριο του 2010, η τιμή είναι η έκτη κατά σειρά παράμετρος για την επιλογή ενός βιβλίου, σημαντική μόνο για το 18% των αναγνωστών (βλ. http://www.ekebi.gr/appdata/documents/erevnes/anagn2010/KefalaioIII.pdf). Η έρευνα έγινε σε πανελλήνια κλίμακα και «σταθμίστηκε» ή ελέγχθηκε εκ των υστέρων ως προς το φύλο, την ηλικία, το αστικό και το μορφωτικό –επομένως και εισοδηματικό– επίπεδο· στο ερώτημα απάντησαν μόνον όσοι δήλωσαν «αναγνώστες»· προηγούνται δε, ως σημαντικότερες της τιμής, πέντε άλλες «εξωοικονομικές» παράμετροι που αναφέρονται στην αντίληψη του αναγνώστη για το περιεχόμενο του βιβλίου, στη σύσταση των άλλων και στη γνώμη της κριτικής. Στους λόγους για τους οποίους δεν διαβάζουν βιβλία οι μη αναγνώστες, εξάλλου, όπου κυριαρχεί είτε το «δεν έχω χρόνο» ή το (ειλικρινέστερο) «δεν έχω συνηθίσει το διάβασμα/το βαριέμαι» (βλ. http://www.ekebi.gr/appdata/documents/erevnes/anagn2010/KefalaioII.pdf), οι «οικονομικοί λόγοι» αναφέρονται ως σημαντικοί μόνον από το 2% των ερωτηθέντων. Επομένως, πού βρίσκεται το πρόβλημα;

Η χρονική στιγμή της έρευνας αξίζει να σημειωθεί. Είναι το τελείωμα μιας χρονιάς που ξεκίνησε με την υπαγωγή της χώρας στο μνημόνιο και στον μηχανισμό χρηματοοικονομικής υποστήριξης (European Financial Stability Facility) της Ε.Ε. και του Δ.Ν.Τ., συνεχίστηκε με μειώσεις στους μισθούς του δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα, με ταυτόχρονη αύξηση μιας σειράς άμεσων και έμμεσων φόρων (όπως λ.χ. στα καύσιμα) και με δύο διαδοχικές αυξήσεις του Φ.Π.Α. (από τον Δεκέμβριο του 2009 έως τον Ιούλιο του 2010, από το 19% στο 21% και έπειτα στο 23%· όσον αφορά το βιβλίο, αντίστοιχα, από το 4,5% στο 5,5% και από εκεί στο 6,5%). Επομένως, πρόκειται, κυριολεκτικά, για το πρώτο έτος των οδυνηρών επιπτώσεων από το ξέσπασμα της κρίσης, οι οποίες, μάλιστα, επενεργούν πάντα περισσότερο σε ψυχολογικό επίπεδο. Την ίδια περίοδο, η μέση τιμή του βιβλίου δεν μειώθηκε αλλά αυξήθηκε οριακά, σύμφωνα με τη Βιβλιονέτ (από 17,10 ευρώ, το 2009, σε 17,47 ευρώ το 2010). Σύμφωνα πάντα με τις έρευνες του Ε.ΚΕ.ΒΙ., η ευαισθησία του αναγνωστικού κοινού απέναντι στο θέμα της τιμής είναι αυξημένη σε σύγκριση με το 1999 (price aware ή sensitive δήλωναν το 13% των αναγνωστών, το 1999). Παραμένει, ωστόσο, το 2010, σε επίπεδο χαμηλότερο από 1:5 αναγνώστες, κατά δήλωσή τους.

Κανείς δεν μπορεί να υποστηρίξει σοβαρά ότι η συζήτηση για το αν είναι ακριβό ή όχι το βιβλίο στη χώρα μας εξαντλείται σ’ αυτά τα στοιχεία. Είναι διάχυτη, όμως, η εντύπωση ότι η απόφαση κατάργησης της Ενιαίας Τιμής Βιβλίου δεν ξεκινάει, a priori, από την ανάλυση οποιωνδήποτε πραγματικών δεδομένων, αλλά από μια προϊδεασμένη στάση περί «απελευθέρωσης» των αγορών. Το ότι ένα λογοτεχνικό βιβλίο με μέση τιμή 17-18 ευρώ στην πρώτη έκδοση, το 2010 (η οποία έχει μειωθεί, σήμερα, ενδεχομένως, στα 14-16 ευρώ), με παράλληλη διάθεση των λίγο παλιότερων σε τιμή στοκ, 3, 4 ή 5 ευρώ, δεν είναι ακριβό μέσα στην κρίση, είναι κοινή αντίληψη όλων, ιδίως μάλιστα όταν τα περισσότερα «υποκατάστατα» παραμένουν ακριβότερα (λ.χ. οι έξοδοι, το σινεμά, οι θεατρικές παραστάσεις, η συναναστροφή σε εστιατόρια και μπαρ – με εξαίρεση την τηλεόραση και ένα μέρος από το περιεχόμενο του διαδικτύου). Είναι δε σχεδόν φενακισμός να πιστεύει κανείς ότι σε μια πρακτική που συνδέεται τόσο πολύ με το μορφωτικό επίπεδο και ακόμα περισσότερο με την εξοικείωση (habitus ή έξη), η μείωση της τιμής του βιβλίου θα οδηγούσε μαζικά το κοινό σ’ αυτό, σε μια χώρα που στην πλειονότητά της δεν διαβάζει (θα το οδηγούσε άραγε, εξίσου, στην όπερα, εάν μειωνόταν το εισιτήριο της Λυρικής Σκηνής;)

Ο περιορισμός της εφαρμογής του νόμου της ενιαίας τιμής ΜΟΝΟ στα λογοτεχνικά βιβλία, ο οποίος εξαγγέλλεται σήμερα, ανεξάρτητα από τα πολλά προβλήματα στην εφαρμογή του, πρόκειται να συμβάλει προνομιακά στην προστασία των συγγραφικών πνευματικών δικαιωμάτων που εισπράττουν οι λογοτέχνες (και ειδικότερα οι πεζογράφοι, αφού οι ποιητές σπάνια βασίζονται σ’ αυτά). Τα δικαιώματα αυτά καθορίζονται, ως γνωστόν, από τον Ν. 2121/93 ως ποσοστό επί της λιανικής τιμής πώλησης των βιβλίων και ελέγχονται πιο εύκολα, φυσικά, σ’ ένα καθεστώς σταθερών τιμών. Τα συγγραφικά δικαιώματα των συγγραφέων δοκιμίων, αντίθετα (ή των συγγραφέων οδηγών μαγειρικής, όπως γράφει παραδειγματικά ο Χρ. Χρυσόπουλος), κατά τον νομοθέτη, δεν χρειάζονται ανάλογη μέριμνα.

Κατά τα άλλα, όπως εξηγήσαμε σε προηγούμενο σημείωμα, η τιμή των μη λογοτεχνικών βιβλίων αναμένεται να αυξηθεί, με την επανεμφάνιση του φαινομένου της «διόγκωσης» της αρχικής τιμής τους από τους εκδότες, ώστε να αντιμετωπίσουν τις μεγάλες εκπτώσεις, όπως ακριβώς γινόταν στο παρελθόν (καθώς θα πρόκειται άλλωστε για τα λιγότερο εμπορικά βιβλία). Το φαινόμενο των μεγάλων αρχικών τιμών και της ευκολίας ή δυσκολίας παροχής έκπτωσης σ’ αυτές, αναμένεται να μειώσει τα μη λογοτεχνικά βιβλία στα ράφια των μικρών, ανεξάρτητων βιβλιοπωλείων (που ήταν, σε πολλές περιπτώσεις, ο «φυσικός» τους χώρος – γιατί να μην τα αγοράσει όμως πια κανείς, φτηνότερα, από τα μεγάλα βιβλιοπωλεία;), βάζοντας σε δοκιμασία τη φυσιογνωμία και την επιβίωσή τους (ενόψει, μάλιστα, ενός δεύτερου μελλοντικού κύματος «απελευθερώσεων»).

Μια καταληκτική παρατήρηση είναι: η οικονομική επιστήμη, ως μέλος των κοινωνικών επιστημών, αναφέρεται στις συμπεριφορές πραγματικών ανθρώπων, ομάδων, κοινωνικών και οικονομικών υποκειμένων (επιχειρήσεων κ.λπ.) Από την άποψη αυτή, οι ασκούμενες πολιτικές –εφόσον αποτελούν επιλογή δική μας και όχι επιταγές άλλων– είναι αποτελεσματικότερες, όσο λιγότερο βασίζονται σε «αμετακίνητες» θεωρητικές προσεγγίσεις και όσο περισσότερο σέβονται (και διορθώνονται) από το απλό αυτό γεγονός.

files/chronosmag/themes/theme_one/faviconXronos.png

 

 

  ΧΡΟΝΟΣ 11 (03.2014)