η επίθεση στο «charlie hebdo» και η αλά καρτ χρήση του Βολταίρου

 

Κωστής Κορνέτης

 

Τα σκίτσα του Charlie Hebdo ήταν πάντοτε προκλητικά και ενίοτε κακόγουστα. Το περιοδικό ήταν γνήσιο παιδί του Μάη του ’68 και της πεποίθησης πως δεν υπάρχει ιερό και όσιο στη σάτιρα. Άλλωστε, γεννήθηκε αμέσως μετά τον θάνατο του στρατηγού Ντε Γκωλ με ένα προβοκατόρικο πρώτο τεύχος που σατίριζε την κηδεία του εθνάρχη, με αποτέλεσμα να απαγορευτεί αμέσως. Είναι γνωστό πως στα σαράντα χρόνια που μεσολάβησαν το περιοδικό τα ’βαλε κατά καιρούς με όλους και με όλα, σατιρίζοντας αμείλικτα, μεταξύ άλλων, ζητήματα θρησκευτικής πίστης ανεξαρτήτως δόγματος. Αδιαφορούσε για τις όποιες νομικές συνήθως, αλλά πρόσφατα και υλικές, επιπτώσεις, δεδομένου ότι το παλιό κτίριο όπου στεγαζόταν δέχτηκε επανειλημμένα επίθεση.

Χθες τέσσερις από τους πλέον εμβληματικούς και τολμηρούς σκιτσογράφους του περιοδικού –ο Cabu, ο Charb, ο Tignous και ο Wolinski– δολοφονήθηκαν εν ψυχρώ από ισλαμιστές φονταμενταλιστές στα γραφεία του Charlie Hebdo στο Παρίσι, μαζί με άλλα οκτώ άτομα που βρίσκονταν στο κτίριο. Πριν καλά καλά κρυώσουν τα πτώματα των σκιτσογράφων, άναψε μια διαδικτυακή κουβέντα για το κατά πόσο αυτή η τρομερή πράξη μπορεί να ιδωθεί αποκομμένη από τα συμφραζόμενά της. Σύμφωνα με αυτή την οπτική, οφείλουμε να δούμε την επίθεση στο σατιρικό περιοδικό ως απάντηση στη διαχρονική δυτική βία και τα απόνερα της γαλλικής αποικιοκρατίας, τις ξένες επεμβάσεις στο Ιράκ και το Αφγανιστάν, και τη δυτική εμπλοκή στη Συρία. Ένα βήμα παραπέρα, διάφορα αριστερά φόρα υποστηρίζουν πως τα σκίτσα του περιοδικού υπήρξαν προσβλητικά και ακραία ρατσιστικά, πως ανέδιδαν συστηματικά άρωμα ισλαμοφοβίας, οριενταλισμού και ομοφοβίας. Δεν είναι λίγοι αυτοί που υποστηρίζουν, σε αυτό το πλαίσιο, πως οι δολοφονημένοι γελοιογράφοι κατά κάποιον τρόπο «πήγαιναν γυρεύοντας». Στη χώρα μας, τα ίδια άτομα που επικαλούνταν τον Βολταίρο πριν από μερικές μόνο εβδομάδες σε σχέση με την υπόθεση Ρωμανού, τώρα τον ξεχνάνε επιδεικτικά, αναφορικά με το αναφαίρετο δικαίωμα αυτών των –σκοτωμένων πλέον– δημοσιογράφων να εκφράζονται άφοβα, ακόμα και αν κάποιοι διαφωνούν κάθετα μαζί τους. Και αυτό, στο όνομα της πολιτισμικής ή θρησκευτικής ορθότητας.

Εδώ παρατηρούμε δύο τάσεις εξίσου προβληματικές. Από τη μια έναν πολύ οικείο συμψηφισμό τής εν ψυχρώ δολοφονίας των σκιτσογράφων με την εγκληματική δράση της επίσημης Γαλλίας –ή της Δύσης γενικότερα– απέναντι στον μουσουλμανικό κόσμο ιστορικά. Και από την άλλη, μια εξίσου αμφιλεγόμενη συζήτηση για τα υποτιθέμενα όρια της τέχνης που αναδεικνύονται δραματικά όταν η τελευταία θίγει τις ευαισθησίες του Άλλου. Αμφότερες οι τάσεις είναι δείγματα μιας προσπάθειας μετάθεσης της συζήτησης από το φριχτό γεγονός στο ψυχρό μετα-επίπεδο. Και οι δύο προδίδουν κυνισμό, πάντα στο όνομα του αναστοχασμού και της αναλυτικής εμβάθυνσης πέραν του «προφανούς», ξορκίζοντας το σοκ, την αγανάκτηση ή τη θλίψη και υιοθετώντας, αντ’ αυτών, μια υποτιθέμενη νηφάλια αλλά κατ’ ουσίαν παγωμένη λογική αναλογιών και σχετικοποίησης, εξαιρετικά προσβλητική προς τα θύματα και άκρως υποτιμητική προς αυτούς που υποτίθεται πως υπερασπίζεται. 

Όσο γοητευτικές και να είναι οι αναλύσεις αυτού του τύπου, θα πρέπει επιτέλους να δούμε το γεγονός αυτό ως μια ξεκάθαρη δολοφονία της ελευθερίας της έκφρασης, απενοχοποιημένα και χωρίς τα κλασικά «όμως», «ναι, αλλά» και τους αγαπημένους μας αστερίσκους. Γιατί ο προμελετημένος και επαγγελματικά εκτελεσμένος φόνος σκιτσογράφων που γενναία και ενυπόγραφα κατέθεταν την άποψή τους από οπλισμένους κομάντο δεν μπορεί να αναλυθεί με όρους ορθού λόγου, πολιτικής ορθότητας ή εννοιολογικής πλαισίωσης μετα-αποικιακού τύπου. Αυτό που συνέβη δεν έχει να κάνει με το κατά πόσο το περιοδικό προσπάθησε να επιβάλει το δικό του χιούμορ και τις δικές του αξίες, αδιαφορώντας για τις αξίες των άλλων. Δεν μπορεί να μπει σε ζυγαριά σε σχέση με το ποιος μπορεί να προσβλήθηκε από τη στάση του και πόσο. 

Γιατί πολύ απλά η ελευθερία της τέχνης και της έκφρασης δεν έχει όρια. Γιατί η ωμή βία που υπέστησαν τα δώδεκα άτομα που σκοτώθηκαν χθες είναι τόσο απάνθρωπα ασύμμετρη σε σχέση με την υποτιθέμενη προσβολή, που δεν μπορεί να δικαιολογηθεί πολιτικά με κανέναν τρόπο και με κανένα αναλυτικό πρόσχημα (εκτός ίσως από το αρχαϊκό πνεύμα της βλασφημίας). Και γιατί, ας μη γελιόμαστε, η προσπάθεια να μετα-θέσουμε τους όρους και την ατζέντα της συζήτησης σχετικά με το τραγικό αυτό συμβάν κάπου αλλού είναι εξίσου επικίνδυνη με την προσπάθεια κάποιων να το εντάξουν στο πλαίσιο μιας ξενοφοβικής συζήτησης σχετικά με τους μουσουλμάνους της Ευρώπης.

files/chronosmag/themes/theme_one/faviconXronos.png

  ΧΡΟΝΟΣ 21 (01.2015)