το έργο του Κοσμά Πολίτη από μία λίγο διαφορετική οπτική γωνία

 

 

Σταυρούλα Τσούπρου

 

Ένα λογοτεχνικό αφιέρωμα δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως μία ευκαιρία αγιοποίησης ή εγκωμιασμού του τιμώμενου προσώπου, παρόλο που η ετυμολογία της λέξης «αφιέρωμα» θα μπορούσε να παρασύρει κάποιον σε παρόμοιες σκέψεις. Σε μία τέτοια περίπτωση, το κύρος των γραφομένων μειώνεται και η στόχευση του όλου εγχειρήματος κινδυνεύει να αποτύχει. Αντιθέτως, οι (πιθανές) αντιρρήσεις και οι επιφυλάξεις ως προς ορισμένες πτυχές του έργου του τιμώμενου συγγραφέα, όταν διατυπώνονται τεκμηριωμένα και καλοπροαίρετα, είναι πάντοτε ευπρόσδεκτες, αν όχι απαραίτητες, προκειμένου η αποτίμηση να μη φαίνεται μόνον αλλά και να είναι πράγματι αντικειμενική, οπότε και οι θετικές κρίσεις (προερχόμενες συχνά από την ίδια, με τις επιφυλάξεις και τις αντιρρήσεις, πηγή) να αποτελούν ουσιαστικό κριτικό λόγο.

Ο Μιχάλης Μερακλής, ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών, λαογράφος και φιλόλογος, διδάκτορας του Πανεπιστημίου του Γκαίττινγκεν, με πλουσιότατο και, τις περισσότερες φορές, θεμελιώδες για την επιστήμη του συγγραφικό έργο, βαθιά φιλοσοφική σκέψη και άριστα κατηρτισμένη αισθητική άποψη για τα έργα της τέχνης του λόγου, προσέγγισε τρεις φορές το έργο του Κοσμά Πολίτη, από διαφορετική πλευρά κάθε φορά, αλλά με την ίδια επιστημονική επάρκεια και καλλιτεχνική ευαισθησία. Η πρώτη ευκαιρία δόθηκε στο πλαίσιο του, μη επανεκδοθέντος δυστυχώς, βιβλίου του Η σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία (1945-1970) ΙΙ. Πεζογραφία, ενώ τις δύο επόμενες φορές πρόκειται για δύο, αντίστοιχα, βιβλιοκρισίες: του τελευταίου και ημιτελούς μυθιστορήματος του Κοσμά Πολίτη με τον τίτλο Τέρμα, αφενός, και, αφετέρου, του βιβλίου του Κοσμά Πολίτη Μάρκο Πόλο. Πρωτότυπη εργασία πάνω στα ταξίδια του, το οποίο αποτελεί μία διαφορετική, όπως προκύπτει, πλευρά του πεζογράφου, όπου η περίφημη (και «συλλογική» σε κάποιες χρονικές περιόδους) «τάση φυγής», αλλά και η ιδιαίτερη αγάπη του Κοσμά Πολίτη για τα παραμύθια, όπως και η προσφιλής του ειρωνική προσέγγιση στα πράγματα του κόσμου τούτου, φαίνεται να βρίσκουν έναν νέο τρόπο, ένα καινούργιο μέσο/όχημα για την εκδήλωσή τους.

Θα αφήσουμε τον αναγνώστη να απολαύσει τον τόσο εύληπτο και ελκυστικό, άρα χαρισματικό, επιστημονικό-κριτικό λόγο του Μ.Γ. Μερακλή, αφού πρώτα σταθούμε σε δύο επισημάνσεις. Η πρώτη αφορά την παρατήρηση του κριτικού σχετικά με την απουσία κοινωνικού προβληματισμού στο Τέρμα του Κοσμά Πολίτη, παρατήρηση στην οποία φαίνεται να προτίθεται να απαντήσει μερικά χρόνια αργότερα ο Peter Mackridge, γράφοντας, για το Αφιέρωμα που είχε γίνει τότε στον Κοσμά Πολίτη από το περιοδικό Διαβάζω (τχ. 116, 10.4.1985, σ. 32-34), το κείμενο με τον τίτλο «Η κοινωνική συνείδηση στο Τέρμα του Κοσμά Πολίτη» – κείμενο το οποίο συμπεριελήφθη στα «Επίμετρα» του μυθιστορήματος από τη δεύτερη έκδοσή του και εξής. Ούτως ή άλλως, οι απόψεις του Μ.Γ. Μερακλή επαναφέρονται στη δημοσιότητα, μέσω του παρόντος Αφιερώματος, ακριβώς για να συνεξεταστούν με τις υπόλοιπες, οι οποίες δημοσιεύθηκαν έκτοτε. Η δεύτερη επισήμανση αφορά το γεγονός ότι το δεύτερο βιβλίο του Κοσμά Πολίτη που κρίνεται εδώ, το Μάρκο Πόλο. Πρωτότυπη εργασία πάνω στα ταξίδια του, δεν έχει μελετηθεί προσώρας σε συνάρτηση με το υπόλοιπο έργο του συγγραφέα,1 ενώ θεωρώ πως μία τέτοια συνεξέταση θα απέφερε αξιόλογους καρπούς.

 Ένα Αφιέρωμα καλόν είναι να παίζει και αυτόν τον ρόλο: της ανακίνησης του ενδιαφέροντος για παραμελημένες πλευρές του έργου του τιμώμενου προσώπου.

Σταυρούλα Γ. Τσούπρου

 

 

Μ.Γ. Μερακλής, Η σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία (1945-1970) ΙΙ. Πεζογραφία, <Μελέτη, 5>, Εκδόσεις Κωνσταντινίδη, Θεσσαλονίκη, χ.χ., σ. 10-11 και 13-14.

«Οι συγγραφείς και οι ποιητές που παρουσιάστηκαν για πρώτη φορά2 στη δεκαετία 1930-1940 δε σίγησαν, φυσικά, μετά την περίοδο τούτη. Αυτό ισχύει περισσότερο για τους πρώτους. Ο πεζογράφος, υποχρεωμένος να διηγηθή, να εκφράση δηλαδή πλατύτερα τη ζωή και τα καθέκαστά της, είναι και στενώτερα δεμένος μαζί της. Αν ο ποιητής έχη μια συνείδηση περισσότερο μυθική, ο πεζογράφος έχει πιο πολύ συνείδηση ιστορική. Ο ποιητής, συλλαμβάνοντας και ενορατικά τον κόσμο, μπορεί με μια μικρότερη μέθεξη σ’ αυτόν να προχωρήση, χωρίς να περιμένη το “πλήρωμα” του ιστορικού χρόνου, στο έργο του, έργο βασικά αφαιρετικό, “συμβολικό” και γι’ αυτό, από μιαν άποψη, διαχρονικό. Απεναντίας, την ιστορική πραγματικότητα, που είναι μια έννοια με χρονικούς περιορισμούς, πρέπει να την τοποθετήσουμε πρώτα, χρονικά τελειωμένη, μπροστά μας, για να την κατακτήσουμε. Γι’ αυτό, από μιαν άποψη, όλοι οι πεζογράφοι δίνουν “ιστορικό” έργο. Και δεν είναι παράδοξο ότι οι συγγραφείς της γενιάς του ’30 έγραψαν μερικά από τα ωριμότερα έργα τους στις επόμενες δεκαετίες.

[…]

»Ο λυρισμός δεν είναι ξένος ούτε στον Κοσμά Πολίτη (Λεμονοδάσος, 1931), κάθε άλλο μάλιστα. Εξάλλου, με το τελευταίο ώς τώρα μυθιστόρημά του (Στου Χατζηφράγκου, 1963), συναντήθηκε με τους δύο προηγούμενους3 και στο ειδικό θέμα της λυρικής ανάπλασης της ελληνικής Ανατολής. Ωστόσο, εύκολα φανερώνονται και οι διαφορές του. Ο Μυριβήλης μένει στην αρχαϊκότητα. Η γλώσσα του συνεχίζει μια γραμμή ολοΐσια, αυτή που χάραξαν οι πρωτοπόροι του δημοτικισμού. Οι ήρωές του θυμίζουν, επίσης, φιγούρες των λαϊκών διηγήσεων, κάποτε είναι ξεκολλημένοι από τις τοιχογραφίες του Θεόφιλου. Και είναι, βασικά, αισιόδοξος. Ο Βενέζης στην απλότητα του ύφους και του ήθους προσθέτει το στοιχείο της μετάστασης όχι απλώς στο παρελθόν, αλλά σ’ ένα χαμένο παράδεισο. Ζωντανεύει στιγμές ενός φυλετικού ξεριζωμού· βασικά είναι απαισιόδοξος. Ο Πολίτης έλκεται από το όνειρο, όπως πλάθεται στις αδιαμόρφωτες συνειδήσεις της εφηβικής ηλικίας. Το όνειρο τούτο θολώνουν καταστάσεις μισοξυπνημένων ενστίκτων – δε σπανίζουν οι άγουροι έρωτες, γεμάτοι υποκρυπτόμενη λαγνεία, εφήβων για ώριμες γυναίκες. Τελικά όμως συγχωνεύονται όλα σε μιαν αέρινη ατμόσφαιρα· τυπικό παράδειγμα το διήγημα Η κορομηλιά, στον ομώνυμο τόμο (1959). Βέβαια, ο Πολίτης δε μιλάει μονάχα για εφήβους. Αλλά και οι ώριμης ηλικίας ήρωές του φωτίζονται εσωτερικά από τις αβασίλευτες ανταύγειες μιας παιδικής ρομαντικότητας. Η γλώσσα του, αστικοποιημένη, δοκιμάζεται και σε κάπως πιο σύνθετες μορφές πλοκής, με άνιση επιτυχία. Όμως ο εμπρεσιονισμός των εικόνων του διασώζει, έτσι κι αλλιώς, την πρωτοτυπία του και τη δροσιά του».

 

Μ.Γ. Μερακλής: Κοσμάς Πολίτης, Τέρμα, Εκδοτική «Ερμής», Αθήνα 1975 (βιβλιοκρισία στο περ. Νέα Πορεία, τχ. 263-264, Ιανουάριος-Φεβρουάριος 1977, σ. 45-47).

«Το Τέρμα, μυθιστόρημα μισοτελειωμένο, και δημοσιευμένο μετά τον θάνατο (Φλεβάρης του 1974) του Κοσμά Πολίτη, είναι, θα μπορούσαμε κάπως να πούμε, μια “δεύτερη έκδοση” του μυθιστορήματος Στου Χατζηφράγκου (1963). Τούτο το τελευταίο στάθηκε κορυφαία στιγμή της πεζογραφίας του Π. Δεν μπορούμε διόλου να πούμε το ίδιο και για το Τέρμα, που δίνει, στην αρχή, μερικές επιτυχημένες εικόνες της αστικής ζωής στη Σμύρνη στις αρχές του αιώνα μας, αλλά γρήγορα ξεπέφτει σ’ ένα δεύτερης σειράς ρομάντζο, έξω από τόπο και χρόνο, με ρομαντικούς έρωτες και λυρικές απίθανες χειρονομίες.

»Βέβαια ο Π. δεν μπορεί να θεωρηθεί κατεξοχήν κοινωνικός συγγραφέας. Το κοινωνικό πλαίσιο πάντα το ανακαλύπτεις, αλλά και πάντα είναι διακριτικό, αχνό γύρω από τα έργα του. Όταν δίνει π.χ. τον αστικό κόσμο της κοσμοπολίτικης εκείνης ελληνικής πόλης, που τον ξέρει καλά, τον δίνει, για να μιλήσω με μια δική του φράση σαν “έναν αμέριμνο και καθωσπρέπει κόσμο, επιφανειακά τουλάχιστον” – μένοντας και ο ίδιος στην κοινωνική επιφάνεια. Ίσως εξαιτίας μιας τέτοιας βαθύτερης έλλειψης κοινωνικού προβληματισμού ρέπει και προς κάποιο είδος “μεταφυσικών” ερμηνειών, όπως το κάνει και στο Τέρμα: σχολιάζοντας σε υποσημείωση –κατά τη συνήθειά του– ένα φαινόμενο παλίρροιας, που αναφέρεται στο μυθιστόρημα, παρατηρεί: “Όσο κι αν φαίνεται άσχετο, όσο κι αν φαίνεται απίθανο, δεν αποκλείεται να έχει παίξει το ρόλο του το φεγγάρι στα γεγονότα που επακολούθησαν. Έχουν να πουν ότι το φεγγάρι επηρεάζει το νευρικό μας σύστημα, τα αισθήματα και τις ορμές μας, σε άλλους λιγότερο, σε άλλους περισσότερο. Αυτό, αν είν’ αλήθεια, αποτελεί άλλη μιαν απόδειξη ότι δεν είμαστε απόλυτα υπεύθυνοι για τις πράξεις μας: ένα ελαφρυντικό για τους εγκληματίες (και για τους ποιητές, είπε κάποιος) –ή ακόμη και για ορισμένους πολιτικούς άντρες και αρχηγούς κρατών– όπως, λόγου χάρη, ο Νέρων στα παλιά χρόνια, ή ο Χίτλερ, μαζί με τους δικτατορίσκους της Νότιας Αμερικής. Κάτι ανάλογο έχει πει κι ένας μεγάλος ιταλός ποιητής: Natura così mi dispone – έτσι με προδιαθέτει η φύση”…

»Η δική του στόφα είναι άλλη. Δουλεύει προπάντων με τις κατηγορίες του αισθησιακού και του αισθηματικού, με την προσπάθεια της μετουσίωσης του πρώτου στο δεύτερο και εκμεταλλευόμενος, εξάλλου, έμπειρα τις καταστάσεις που προκύπτουν από τη σύγκρουση –ή τη σύμπτωση– αυτών των δύο. Σε περιπτώσεις ισορροπίας ήταν έξοχος. Ωστόσο, καθώς η αισθηματικότητα είναι ένα από τα μεγέθη της πεζογραφίας του, όχι σπάνια ξεφεύγει από τον έλεγχό του και καταντά – αισθηματολογία. Μια τέτοια περίπτωση έχουμε και στο Τέρμα. Όπου, επιπλέον, συχνά παίρνεις την αφορμή να συλλογιστείς πως ο γνωστός του φραστικός εμπρεσιονιστικός διάκοσμος, όπως εκδηλώνεται σε πολλές σελίδες του, παλιές και νεώτερες, θα γίνεται, όσο θα περνάει ο καιρός, ολοένα πιο κουραστικός: “Η κυρία Ελένη συνέχισε το εργόχειρό της. Προοριζότανε για μαξιλάρι του καναπέ: μια κεντημένη μαξιλαροθήκη, όλο γαρίφαλα και πεταλούδες, μόνο που τούτα εδώ ήταν κόκκινα γαρίφαλα, σε δυο τόνους, κόκκινο κοραλλί και κόκκινο της φωτιάς, γαρίφαλα υπερφυσικά, κι οι πεταλούδες είχαν πράσινα και γαλάζια φτερά – κι ένα μικρό άγνωστο ανθάκι ανάμεσά τους, μυθολογικό, έμοιαζε με ζωάκι, λες και ήτανε σκαθάρι – επαναλαβαινότανε κανονικά μέσα στο σχέδιο – όχι παραφωνία όλα μαζί, μια βάρβαρη αρμονία σαν από σαξόφωνο και από ντραμς και σείστρο, ανατριχιαστική ακόμα –ένας διηθητός ιός– κι ένιωθες αυτή την ξέφρενη αρμονία σαν ένα μελλοντικό ρυθμό ζωής, που θα εξελισσότανε ακόμη παραπέρα” κ.λπ.

»Το Τέρμα είναι από τα έργα, που η μεταθανάτια έκδοσή τους ζημιώνει το κύρος δημιουργών, οι οποίοι θέλησαν, όσο ζούσαν, με σοβαρότητα και αξιοπρέπεια να το διαφυλάξουν.

»Το βιβλίο έχει και δύο επίμετρα· από την κυρία Μ. Παπούλια και τον κ. Γ.Ν. Πεντζίκη. Θα μπορούσε να έχει γίνει κάποια συνεννόηση, ώστε να μην επαναλαμβάνονται, κατά ένα μεγάλο μέρος, τα ίδια πράγματα. Δίνω ένα παράδειγμα. Γράφει η κ. Παπούλια, στη σ. 183: “Ο τρόπος της δουλειάς του Κ.Π. ήταν ο εξής: Έγραφε την κάθε σελίδα από την αρχή και πάλι από την αρχή μέχρι να καταλήξει στην οριστική της μορφή. Κράταγε στις σημειώσεις του φράσεις μόνον, ασύνδετες, και από κει, αντλώντας μετά, ολοκλήρωνε τις ενότητές του. Και όταν ολοκλήρωνε ένα κεφάλαιο ή μια ενότητα, πάλι το ξανακοίταζε και το άλλαζε και κατέληγε”. Και ο κ. Πεντζίκης, στη σ. 196, επαναλαμβάνει: “έγραφε την κάθε σελίδα πολλές φορές μέχρι να καταλήξει στην οριστική μορφή, αντλώντας από τις σημειώσεις του τις ενότητες που ξανακοίταζε και διόρθωνε μόλις τις ολοκλήρωνε”!».

 

Μ.Γ. Μερακλής: Κοσμάς Πολίτης, Μάρκο Πόλο. Πρωτότυπη εργασία πάνω στα ταξίδια του, Ιωλκός (βιβλιοκρισία στο περ. Η λέξη, τχ. 166, Νοέμβρης-Δεκέμβρης 2001, σ. 733-734).

«Πριν από τριαντατέσσερα χρόνια ο Κοσμάς Πολίτης είχε δημοσιεύσει στο περιοδικό Ταχυδρόμος, σε συνέχειες, το παραπάνω έργο. Με τον Ταχυδρόμο συνεργαζόταν με μεταφράσεις, αλλά και πρωτότυπη δουλειά· εκεί πρωτοδημοσιεύθηκε (σε συνέχειες πάλι) και το σπουδαίο μυθιστόρημά του Στου Χατζηφράγκου.

»Τα χειρόγραφα του Μάρκο Πόλο φύλαξε ο κ. Γιάννης Κορίδης (εργαζόταν τότε στο περιοδικό) με υπόδειξη ή μάλλον παράκληση του ίδιου του συγγραφέα, καταβεβλημένου ήδη τότε από τον εντελώς πρόσφατο θάνατο της γυναίκας του αλλά και από την επιβολή του απριλιανού πραξικοπήματος, που τον κρατούσε κιόλας σε κατ’ οίκον περιορισμό (ούτε καν το όνομά του δεν μπήκε κάτω από το κείμενο στην πρώτη εκείνη δημοσίευσή του, τον Μάιο-Ιούνιο του 1967· είχε πάντως γραφεί πριν απ’ τη δικτατορία).

»Δημοσιεύεται, όπως και την πρώτη φορά, μαζί με μια κατατοπιστική εισαγωγή για το περιεχόμενο του Μάρκο Πόλο, που κατά τη μαρτυρία του κ. Κορίδη (ο οποίος επίσης έχει γράψει ένα πολύ ενδιαφέρον, βιωματικό “προλογικό σημείωμα-παρουσίαση” σχετικά με την πνευματική και κοινωνική ατμόσφαιρα της εποχής) το αγαπούσε, “σχεδόν τον γέμιζε, γιατί του είχε δώσει την ευκαιρία να ταξιδέψει στο χρόνο”.

»Ο περίφημος Βενετσιάνος ταξιδευτής και εξερευνητής Μάρκο Πόλο, γυρίζοντας το 1295 στην πατρίδα του, συνέχισε την περιπετειώδη ζωή, έγινε αιχμάλωτος των Γενοβέζων σε μια ναυμαχία με τους Ενετούς, κλείστηκε στις φυλακές της Γένοβας, εκεί γνωρίστηκε μ’ ένα συγκρατούμενο, τον Μεσέρ Ρουστικέλλο από την Πίζα, που διέθετε και κάποια λογιοσύνη, στον οποίο υπαγόρευσε (ή αφηγήθηκε) τις εμπειρίες του από το μακρινό ταξίδι του στην Ανατολή. Ο Ρουστικέλλο, όταν του δόθηκε η ευκαιρία, έγραψε το Βιβλίο του Μάρκο Πόλο. Το γεγονός, ότι υπάρχουν “κάπου 120 χειρόγραφα ή μεταφράσεις από το πρωτότυπο χειρόγραφο του Βιβλίου” και μάλιστα με παραλλαγές σε διάφορα σημεία –κάτι που θυμίζει τον τρόπο λειτουργίας της προφορικής παράδοσης– υποδηλώνει την επιτυχία που είχε σ’ ένα ευρύτερο λαϊκό κοινό.

»Στην εισαγωγή του ο Πολίτης γράφει: “Δεν είναι καθόλου βέβαιο πως ο Μάρκο Πόλο είναι ο πρώτος Ευρωπαίος που πάτησε στην Κίνα. Εκτός που είχαν προηγηθεί εκεί ο πατέρας του κι ο θείος του, έν’ από τα χειρόγραφα αναφέρει πως ο αρχίατρος του Κουμπλάι, του Μογγόλου αυτοκράτορα της Κίνας, ήταν Έλληνας. Αυτό δεν μειώνει, βέβαια, την αξία του Μάρκο Πόλο, γιατί παραμένει ο πρώτος Ευρωπαίος που αφηγήθηκε τις εντυπώσεις του από την Κίνα, την Ινδονησία και τις Ινδίες, και αποκάλυψε στους σύγχρονούς του έναν άγνωστο και απίστευτο κόσμο γι’ αυτούς”.

»Από αυτόν τον κόσμο, όπως τον παράδωσε η αφήγηση του Πόλο –μέσα από τα φίλτρα έστω του λογιότερου Ρουστικέλλο–, από αυτόν τον εξωτικό μισό πραγματικό-μισό παραμυθένιο κήπο έδρεψε καρπούς και άνθη ο Πολίτης και τα πρόσφερε στους αναγνώστες, προσθέτοντας κάθε τόσο τα δικά του σχόλια, άλλοτε για να διευκρινίσει κάτι, άλλοτε για να σχολιάσει, κατά κανόνα με χιούμορ· π.χ. την εντυπωσιακή επαφή του χαχάνου των Μογγόλων και τότε αυτοκράτορα της Κίνας Κουμπλάι με τον Πάπα μέσω του πατέρα και του θείου του Μάρκο, εμπόρων που είχαν ήδη κάνει ένα πρώτο μακρινό ταξίδι στην Ανατολή. Στο δεύτερο ταξίδι τους (1271) πήραν μαζί και τον νεαρό Μάρκο.

»Δίνω ένα μικρό, χαρακτηριστικό όμως δείγμα απ’ το χαριτωμένο και ευφάνταστο αυτό βιβλίο: “Κοντά στα σύνορα της Γεωργίας είναι μια πηγή απ’ όπου ‘αναβλύζει λάδι σε τόση αφθονία, που εκατό καράβια θα μπορούσαν να γεμίσουν μεμιάς. Αυτό το λάδι δεν είναι φαγώσιμο αλλά το χρησιμοποιούν για φωτισμό και για ν’ αλείψουν τους ανθρώπους και τις καμήλες που πάσχουν από ψώρα’. Πρώτη φορά Ευρωπαίος μιλάει για τις μεγάλες πετρελαιοπηγές του Μπακού. Πού να ’ξερε ο καημένος ο Μάρκο πως αυτό το λάδι θ’ αποκτούσε τόση μεγάλη σημασία στο σημερινό μας κόσμο!”».

files/chronosmag/themes/theme_one/faviconXronos.png

 

  ΧΡΟΝΟΣ 14 (06.2014)