η (αυτο)ειρωνεία του Κοσμά Πολίτη ως «ανακολουθία»

 

η πνευματική σχέση του με την Μαρία Πολυδούρη

 

Σταυρούλα Τσούπρου

files/chronosmag/Afieromata/Politis/hamlet-stoaVivliou-prosklisi.png

 

«― Σας είπα και πριν πως δεν έχω πολυδιαβάσει τους δικούς μας. Παράλειψη μεγάλη, το καταλαβαίνω. Μα απ’ όσα έχω διαβάσει κι απ’ τα αποσπασματικά, βρήκα πολλή ανειλικρίνεια. Από πολλούς μάλιστα λείπει η πείρα της ζωής και γενικά απ’ όλους το χιούμορ. Δεν ξέρω γιατί είμαστε ο πιο μελαγχολικός λαός της Γης, ενώ έπρεπε η πατρίδα του Διόνυσου να ζει μέσα στην ατμόσφαιρα μιας χαρούμενης μέθης. Στην ποίηση θἄθελα το ποιητικό παραλήρημα το τόσο γνώριμο στον Ελύτη, τη νοσταλγική νότα του Αντωνίου σε μερικά κομμάτια του. Δεν μου αρέσει και τόσο ο άκρος πεσσιμισμός του Σεφέρη, εάν αλάφρωνε λίγο αυτά που του βαραίνουν τα χέρια… θα μου ήταν περισσότερο συμπαθητικός… Α, όσο για τον Καρυωτάκη που γίνεται τον τελευταίο καιρό τόσος λόγος, ομολογώ πως όταν μου έπεσε η τελευταία έκδοση των Απάντων του κἔρριξα μια ματιά στα πεταχτά, επείσθηκα ότι δεν πρόκειται πια ποτέ να ξαναρίξω άλλη. Θα μου πείτε πως είμαι παράξενος και γκρινιάρης. Πως έχουμε αρκετούς πεζογράφους και αρκετούς ποιητές, ώστε να μη τα βλέπουμε και τόσο μαύρα. Το πιστεύω. Μα τι να σας πω; Σας είπα την αμαρτία μου. Νίπτω τας χείρας μου. Εγώ δεν καταλαβαίνω και πολλά πράγματα από κριτικές και ρέστα. Θα προτιμούσα μόνο να σας τονίσω με τα ίδια σχεδόν λόγια όπως απάντησα πριν από λίγο καιρό σ’ ένα ερωτηματολόγιο ενός φιλολογικού περιοδικού. Εκείνο που ζητάμε από την Τέχνη είναι κάτι το νέο. Αρκετά συγκινηθήκαμε απ’ τα λουλούδια, τις Ανατολές και τις Δύσεις. Αρκετά μιλήσαμε για τον έρωτα και τις άλλες αισθηματικές συγκινήσεις. Μας χρειάζεται τώρα μια καινούργια κόλαση· ή αν θέλετε ένας καινούργιος παράδεισος. Νά τι μας χρειάζεται!...»

Αυτά έλεγε στην περίφημη πλέον εκείνη συνέντευξή του στον Κώστα Θρακιώτη, δημοσιευμένη στα Νεοελληνικά Γράμματα στις 28.5.1938, ο Κοσμάς Πολίτης. Αναρωτιέται, ωστόσο, κανείς αν, όντως, συμπυκνώνεται στις παραπάνω γραμμές η γνώμη του για τον Κώστα Καρυωτάκη,1 καθώς, με τον Κοσμά Πολίτη, ποτέ δεν μπορείς να είσαι σίγουρος. Επί παραδείγματι, του άρεσαν πράγματι ως πεζογράφημα Τα άγρια και τα ήμερα του βουνού και του λόγγου του Στέφανου Γρανίτσα (τον οποίο μπέρδεψε, παρεμπιπτόντως, με τον Ανδρέα Καρκαβίτσα), όπως δήλωνε σε μια άλλη συνέντευξή του την ίδια χρονιά (Μακεδονικές Ημέρες 6 (1938)); Ίσως ναι, ίσως και όχι.2 Πέρα από την πάντα ειρωνική και άλλο τόσο αυτοειρωνική διάθεσή του (αυτή, ωστόσο, δεν παύει να είναι μία έντιμη στάση ζωής), ο ίδιος παραδεχόταν ότι: «δεν είμαι βέβαιος για τίποτα και συχνά την παθαίνω παίρνοντας το ένα για το άλλο». Και πρόσθετε (αυτο-ειρωνικά): «Στους ποιητές μας λείπει το ποιητικό παραλήρημα – ή κάνω λάθος; Φιλοσοφία σε στίχους, αποφθέγματα σε στίχους, ιστορία σε στίχους, περιαυτολογία σε στίχους… […] Και μέσα σε όσα διάβασα θα υπάρχουν βέβαια αριστουργήματα. Πιθανόν να μην τα θυμούμαι –κι αυτό είναι κακό σημάδι, να μη θυμάσαι ένα αριστούργημα– πιθανόν να μην κατάλαβα την αξία τους σαν βάρβαρος που είμαι. Χρειάζεται κάτι πολύ χτυπητό: ένας σεισμός, μια πυρκαϊά, ένας κατακλυσμός» (Μακεδονικές Ημέρες 6 (1938)).3 Αυτά δεν τα έβρισκε ο Κοσμάς Πολίτης εύκολα ούτε στα εγχώρια ούτε στα ξένα πνευματικά προϊόντα.4

Και η Μαρία Πολυδούρη; Ο Κοσμάς Πολίτης δεν την αναφέρει στις παραπάνω συνεντεύξεις του και θα έλεγε κανείς πως εύλογα θα τη συγκατέλεγε μαζί με τους άλλους, τους ποιητές του έρωτα και των αισθηματικών συγκινήσεων, οι οποίες, όσο λεπτές και αν είναι, είναι, ωστόσο, πολυϊδωμένες. Είναι στ’ αλήθεια έτσι; Για να κρίνουμε σωστά, ή σωστότερα, πάντως, θα πρέπει να συνυπολογίσουμε οπωσδήποτε και έναν άλλον, ξεχασμένο ίσως, παράγοντα: την παρουσία της Μαρίας Πολυδούρη ως ηρωίδας στο δεύτερο μυθιστόρημα του Κοσμά Πολίτη, την Εκάτη (11933, 21947).

Στην πρώτη έκδοση, μάλιστα, του μυθιστορήματος (η οποία διαφέρει σε αρκετά σημεία από τη δεύτερη, που ήταν και η οριστική),5 η εν λόγω παρουσία σημαίνεται διπλά· αφενός, με τον εσωτερικό, στο σχετικό κεφάλαιο, κεφαλαιογράμματο τίτλο «ΕΙΣ ΜΝΗΜΗΝ ΜΙΑΣ ΠΟΙΗΤΡΙΑΣ» (ο οποίος λείπει από τη δεύτερη έκδοση) και, αφετέρου, μέσω της υποσημείωσης στην οποία ο εν λόγω τίτλος παραπέμπει και όπου, αφού προηγείται η ένδειξη (Σ.Σ.), δηλαδή Σημείωση του Συγγραφέα, διαβάζουμε: «― Φαντάζομαι να πρόκειται για την Μαρία Πολυδούρη».6 Το πρόσωπο που υποτίθεται πως μιλά στην υποσημείωση είναι ο δικαστικός/ανακριτής ποινικών υποθέσεων ο οποίος και (υποτίθεται πως) εξέδωσε τη μυθιστορηματική αφήγηση που διαβάζουμε, βασισμένη σε μία επιστολή («είδος αυτοκατηγορητηρίου») και μερικές σελίδες από το ημερολόγιο του κεντρικού ήρωα Παύλου Καλάνη, τις οποίες ο τελευταίος του είχε στείλει μετά την αυτοκτονία της αγαπημένης του Έρσης. Είναι ο ίδιος που μιλά και στην αντίστοιχη υποσημείωση (για την οποία ο δείκτης εντός του κειμένου βρίσκεται στο τέλος της πρώτης παράθεσης στίχων της Πολυδούρη, όπως θα τους δούμε εδώ στη συνέχεια) της δεύτερης και οριστικής έκδοσης της Εκάτης, γράφοντας, κρυπτικά τώρα και χωρίς την ένδειξη «Σ.Σ.», τα ακόλουθα: «Από τα λόγια της γύφτισσας φαίνεται να πρόκειται για την ποιήτρια Μαρία Π., που πέθανε στη Σωτηρία».7

Η μεγαλύτερη, ωστόσο, και πιο ενδιαφέρουσα διαφορά που παρουσιάζουν οι δύο εκδόσεις, σε ό,τι μας αφορά εδώ, έχει να κάνει με την πλαγιογράφηση των στίχων της Πολυδούρη οι οποίοι εντάχθηκαν στο κείμενο του μυθιστορήματος· πλαγιογράφηση η οποία καταργήθηκε στη δεύτερη έκδοση, δημιουργώντας, εύλογα, σύγχυση, αν όχι παραπλανώντας, τελικά, τον αναγνώστη (είναι πιθανή εδώ μια τέτοια επιδίωξη του συγγραφέα). Διότι ο Παύλος ακούει από το στόμα της άρρωστης γύφτισσας, την οποία έχει πάει να επισκεφθεί στο σανατόριο «Σωτηρία», τόσο τα καθέκαστα των τελευταίων ημερών της Πολυδούρη (είχε πεθάνει δύο ημέρες νωρίτερα) όσο και φράσεις/στίχους από τα ποιήματά της, ενσωματωμένους στη διήγηση. Τα ποιήματα από όπου έχουν αντληθεί οι, πλαγιογραφημένοι στην πρώτη έκδοση, στίχοι είναι τα: «Αφιέρωση», «[Με της σιωπής τα κρίνα…]», «Βράδυ», «Κοντά σου», «Πάντα γυρίζω», «Χαμένα», «Σε μια δέσμη τριαντάφυλλα», «Γυρισμός», «Γιατί μ’ αγάπησες», «Στον κήπο του Ζαππείου» (από τη συλλογή Οι τρίλλιες που σβήνουν, 1928), «[Άλλοτε ήμουν περήφανη…]», «[Πριν φύγω…]», «[Καλέ μου, η Άνοιξη…]» και «[Έλα μαζί μου…]» (από τη συλλογή Ηχώ στο χάος, 1929),8 ενώ τα μυθιστορηματικά αποσπάσματα στα οποία οι στίχοι αυτοί παρατίθενται (ή ενσωματώνονται λίγο παραλλαγμένοι) έχουν ως εξής (στην πρώτη έκδοση):

«― […] Είμαστε όλοι σκλάβοι, άλλος στην ίδια του ιδέα κι’ άλλος στην ιδέα του διπλανού του. Μη σκοτίζεσαι: και για τα δυο είμαστε σκλάβοι γελασμένοι. Νά, η συντρόφισσά μου, αυτή που σηκώσανε προχθές, ήτανε σκλάβα κι’ απ’ τις δυο μεριές. Άκου τι μου ξεμυστηρεύτηκε μια μέρα: πριν από κείνον πέθαναν όσα μοὖχε ταμένα· κι’ αυτός, κι’ εγώ, βγήκαμε γελασμένοι.

Σήκωσε τα μάτια της στον ουρανό και αναστέναξε.

― Ανάθεμα σε όσα πίστεψαν οι άνθρωποι για αιώνια! Γι’ αυτό κι’ εμείς οι γύφτοι ποτέ δεν αγαπούμε μ’ αφοσίωσι, ούτε στεκόμαστε σε μια μεριά να σπείρωμε και ούτε θεμελιώνομε ποτέ!... […] ― Τ’ ήρθες εδώ να μάθεις; Μήπως για την αγάπη;

Εκείνος ανασήκωσε τους ώμους:

― Ποια η ανάγκη να μιλά κανείς για κάτι αόριστο, κάτι που δεν μπορεί ν’ αποδειχθεί! […]

― Πρέπει ν’ αρκεσθούμε σε μια μοναδική στιγμή μέσα στη ζωή, πρόσθεσε. Αυτός είναι ο νόμος: να μην αγκιστρωθούμε απάνω στη στιγμή αυτή και τη χαλάσωμε, ας φύγει ακέρηα όπως ήρθε. Μπορεί και να ξανάρθει πάλι, ποιος ξέρει, σε κάποιον άλλον κύκλο… τελειωτικά.

Σταμάτησε μια στιγμή κι’ έπειτα ξανάρχισε:

― Όλα μου τᾄλεγε τραγουδιστά η συντρόφισσα που έλλειψε. Τις νύχτες που την έδερνε ο πυρετός με φώναζε κοντά της. Από πάνω μας στεκότανε η αγρύπνια. Εγώ, θα στα πω τώρα όπως-όπως γιατί δεν ξέρω να τα λέω σαν εκείνη. Θυμούμαι, ήταν τον περασμένο Σεπτέμβριο. Τα δέντρα καταπράσινα, το καλοκαίρι δεν είχε καλά-καλά περάσει, και όμως παντού χυμένη μια χλωμάδα που την ένιωθες δίχως και να τη ξεχωρίζεις. Φίλη, μου λέει, του φθινοπώρου η ώρα ήρθε στην πόρτα μας έξω. Φοράει κίτρινο στεφάνι από μυρτιά. Στα νικηφόρα χέρια της κρατάει κιθάρα θλιβερή που κλείνει μέσα της ήχους και ήχους. Κάθε ώρα που ήταν γλυκιά και γίνηκε πικρή αποστάζει σαν ήχος…

Όσο πήγαινε, ο τόνος της φωνής της γινόταν ανόμοιος. Συνόδευε τα λόγια της με ακατάστατες χειρονομίες.

― Έπειτα έπιανε κουβέντα μ’ εκείνον που δεν ήταν πια εκεί. Μην κουράζεσαι, της είπα, κοιμήσου. Όχι, μου κάνει, μεσιτεύω στη σκέψι του και στη βουλή του απείρου. Κι’ όπως πια τα μάτια δε σφαλίζω, ξέρω πως δεν είναι απάτη ονείρου. Το σούρουπο, σαν πλακώνει τον άρρωστο η βαριά φτερούγα του σκοτεινού αγγέλου, το σούρουπο ήταν γι’ αυτήν η πιο γλυκιά της ώρα: καλώς το που ήρθε το άφωτο βραδάκι έτσι απαλό σαν τη καλωσύνη, σα χάδι, να τραβήξει τη σκέψι μου εκεί που όλες οι χαρές μου καρτερούνε. Και όμως πέθανε, κατάλαβες;

― Τι σχέσι έχει…, άρχισε να πει ο Παύλος.

― Θα κρίνεις μοναχός σου. Την απόδειξι που ζήτησες δε θα στη δώσω στα χαρτιά της τράπουλας!... Τι λέγαμε; Α! ναι, όλο μιλούσε του αγαπημένου της: κοντά σου είναι η γαλήνη και το φως, στη χρυσόβεργη ανέμη του νου μου τυλίγεται ο ρόδινός σου στοχασμός. Τέτοια του έλεγε.

― Μιλούσε όμορφα, ψιθύρισε ο Παύλος. Μα δεν είν’ αυτό που ζητώ να…

― Και όμως πέθανε, του λέει πάλι σταματόντας [sic] τον με μια χειρονομία.

Τα ζαρωμένα βλέφαρά της ανοιγόκλεισαν αργά πάνω σ’ ένα δάκρυ που τρεμούλιαζε. Κύτταξε γύρω της φοβισμένα:

― Όλο μιλούσε στο φίλο της. Εγώ δεν τον είδα ποτέ γιατί γλυστρούσε σαν ίσκιος: αναζητώ το βλέμμα σου, γεμάτο αστέρευτη αφοσίωσι, σαν έννοια, σαν έλξι μαγνητένια, τόσο ήταν γεμάτο. Κι’ εδώ η μάγισσα μου λέει πως έρχονται ολοένα οι σκιές που χάνονται μακριά… Φαίνεται πως εμένα εννοούσε, και όμως εγώ δεν της είχα πει τίποτα!... Η μάγισσα! Ένιωθα σαν μικρό παιδί που δεν έχει άλλο στον κόσμο από τα δάκρυά του… Παντού άκουγε φωνές. Όλα τής μιλούσαν μια γλώσσα που καταλάβαινε μονάχα εκείνη, που έβγαινε άθελά τους από τα πράματα γύρω σαν που έβγαινε κι’ από μένα χωρίς να το ξέρω. Μα ίσως να της μιλούσε η μαύρη περιστέρα… […]

― Χλωμή, χλωμή, κερένια. Δεν εννοούσε να βαφτεί. Χλωμή σαν τα κρίνα μέσα στο βάζο, που άνοιγαν τα σπλάχνα τους να τα χαδέψει ο ήλιος. Χθες ήτανε μπουμπούκια σεμνά, μου λέει, δίχως καμάρι και υποσχέσεις. Κι’ εγώ είμαι σεμνή, με κάθαρε η αγάπη του… Έπειτα μου εξήγησε το τραγούδι της: δεν τραγουδώ παρά γιατί μ’ αγάπησε, μόνο γιατί με κράτησε στα χέρια του μια νύχτα και με φίλησε στο στόμα, μόνο γι’ αυτό είμαι ωραία. Μόνο γιατί όπως πέρναγα με καμάρωνε κι’ είδα μέσ’ τη ματιά του να περνά η λυγερή σκιά μου, μόνο γιατί σ’ εκείνον άρεσα, γι’ αυτό έμεινε ωραίο το πέρασμά μου. Τότε της είπα, φτάνει πια, μην τραγουδάς. Έχεις δίκηο, μου κάνει, πόσο πιο καλλίτερα τα χείλη αυτά νἄτανε σιωπηλά και να τα εφίλει!

Κάτι χτύποι μουντοί, σαν από σκάψιμο, ερχόταν [sic] ώς εκεί. Ο Παύλος ανασηκώθηκε να δει. Σε κάποιο μέρος του πευκώνα, φυτεμένο μάλλον αραιά, δυο-τρεις εργάτες καταγινόταν [sic] ν’ ανοίγουν λάκκους, σκάβοντας γρήγορα, βιαστικοί να τελειώνουν το μεροκάματο. Διέκρινε κάμποσες πυραμίδες από χώμα, σε κανονικά διαστήματα.

― Δεν είναι τίποτα, είπε η γύφτισσα. Ανοίγουν τρύπες να φυτέψουν κι’ άλλα δέντρα.

Έμεινε για ώρα σιωπηλή.

― Πάει κι’ αυτή, ψιθύρισε. Για τελευταία φορά τα χείλη της σιγοτραγούδησαν: τώρα που όλα μ’ αφήσανε κι’ όλα με ξεγελούνε, ακόμα εσύ, Αγάπη, περνάς λυπητερή, γλυκοθωρούσα. Προχθές μου λέει: τον πήρα μαζί μου στην απόκοσμη κορφή, μονάχα, του είπα, μη θελήσεις να κατέβεις, δεν είναι πουθενά μια επιστροφή. Κατάλαβες τώρα;… Την τελευταία στιγμή έκανε νόημα να φύγωμε όλοι. Αντίκρυσε μονάχη της το τέλος, αμφίβολη αν την επίστεψε ΑΥΤΟΣ που τη γνωρίζει… Έτσι έκλεισε τα μάτια της απάνω στα πράματα του κόσμου τούτου. […]

― Η απόδειξις;… είπε δειλά ο Παύλος.

Τινάχτηκε όρθια:

― Μα πέθανε σου λένε! Πέθανε! Τι παραπάνω ζητάς; φώναξε αγριεμένη. Ο ανίλεος βήχας τής ξέσκιζε το στήθος. […]

Ο Παύλος σήκωσε το κεφάλι:

― Η απόδειξις… Αυτό είναι η απόδειξις που γυρεύω;… Μια απόδειξις που θἄθελα ίσως να λάβω μα όχι βέβαια να δώσω».9

 

Μήπως, λοιπόν, το ιδανικό ερωτευμένο ζευγάρι (τόσο ως υλοποιημένη όσο και ως άυλη έννοια) που ρίχνει τη σκιά του στην Εκάτη,από αρχής μέχρι τέλους του μυθιστορήματος, έχει κάτι από τον ιδανικό δεσμό της Πολυδούρη με τον Καρυωτάκη, ο οποίος, τελικά, δεν ευοδώθηκε; Η Έρση, στην τελευταία, μοιραία συνάντησή της με τον Παύλο, του λέει (στη δεύτερη έκδοση) λόγια εμπνευσμένα, πιθανότατα, από τους στίχους της πεθαμένης ποιήτριας: «― Με καθάρισε η αγάπη σου. Δίχως αυτή δε θα μπορώ να ζήσω». Ενώ ο Παύλος, και στις δύο εκδόσεις (αν και με παραλλαγμένα τα σχετικά λόγια), φαίνεται να αναγνωρίζει ότι ο ίδιος δεν θα μπορούσε παρά να δεχτεί και όχι να κάνει τη θυσία· δεν θα ήταν, δηλαδή, εκείνος που θα πέθαινε πρώτος (ούτε ακόμα και για να αποδείξει την αγάπη του).

Και από την άλλη, τι θα μπορούσε άραγε να σκεφθεί κανείς, λαμβάνοντας υπ’ όψιν την προηγηθείσα παράθεση/μυθιστορηματική ενσωμάτωση μίας, καθόλου ευκαταφρόνητης σε έκταση, επιλογής10 από το έργο της ποιήτριας (γεγονός που δείχνει, αν μη τι άλλο, μία σοβαρότερη ενασχόληση μαζί του), για τη γνώμη του Κοσμά Πολίτη προκειμένου για τη Μαρία Πολυδούρη (ή και για τον Κώστα Καρυωτάκη);11 Μήπως να υιοθετήσει την άποψη του Γιάννη Ξούρια σχετικά με την «έντονα καρυωτακική» ατμόσφαιρα της Εκάτης, όπου, ωστόσο, οι ήρωες αναζητούν εναγωνίως ιδανικά;12 Και αν λάβουμε επιπλέον υπ’ όψιν, αφενός, το μότο από το Συμπόσιον του Πλάτωνα (ήδη από την α′ έκδοση της Εκάτης)13 και, αφετέρου, την αφιέρωση που συνοδεύει τη β′ έκδοση: «Σ’ εκείνη που ξέρει / πως δεν υπάρχει χωρισμός»; Πού ακριβώς ελλοχεύει εδώ η (αυτο)ειρωνεία του Κοσμά Πολίτη;

 

Ο έρωτας της Μαρίας Πολυδούρη για τον Κώστα «Καρυωτάκη, η αυτοκτονία του αλλά και ο δικός της πρόωρος θάνατος δημιούργησαν μια ολόκληρη μυθολογία και τροφοδότησαν μια σειρά από μελοδραματικά δημοσιεύματα που άγγιζαν την υπερβολή και συχνά πρόδιδαν προχειρότητα. Αυτού του είδους η δημοσιότητα ανέδειξε ίσως τη γυναίκα Πολυδούρη, έριξε όμως τη σκιά της πάνω στην ποιήτρια», γράφει η Χριστίνα Ντουνιά. «Πολλοί ήταν εκείνοι που είπαν τον καλό τους λόγο για την άδικη μοίρα της ή για τη συναρπαστική της προσωπικότητα». «Είναι “μια διανοούμενη που την κυβερνά το ένστικτο” σημειώνει εύστοχα η Καίτη Ζέγγελη, το 1930, στο περιοδικό Ελληνίς του Εθνικού Συμβουλίου Ελληνίδων. Η στοχαστική πλευρά της Πολυδούρη μπορεί ίσως να μη διακρίνεται καθαρά πίσω από τον πλούσιο λυρισμό του συναισθήματος ή πίσω από την οξύτητα του πόνου της, αλλά μόνο χάρη σ’ αυτή την πλευρά οι στίχοι της ξεχωρίζουν ανάμεσα σε χιλιάδες άλλους στίχους του κυρίαρχου νεορομαντισμού και του νεοσυμβολισμού της εποχής της: η ποίησή της δεν είναι απλή συναισθηματολογία, αποκτά βάθος και πολυσημία. […] Η ζωή των δύο αυτών νέων [της Πολυδούρη και του Καρυωτάκη] τρέφει με τόσο συγκλονιστική ειλικρίνεια την ποίησή τους, ώστε δεν είναι εύκολο να απομονώσουμε το έργο τους, όσο και αν αυτό μπορεί κάλλιστα να σταθεί αυτόνομο και ανεξάρτητο. Ο αναγνώστης που γοητεύεται από την ποίησή τους νιώθει ταυτόχρονα ένα ισχυρό ενδιαφέρον για την προσωπική τους ιστορία, ώστε τελικά τα προσλαμβάνει σαν ένα ενιαίο κείμενο. Κατά μία έννοια, και εκείνοι ασυναίσθητα ή συνειδητά έβλεπαν τη ζωή τους σαν έργο τέχνης, όχι με την έννοια του ωραίου, αλλά της λογοτεχνικής δημιουργίας. Το πρόωρο τέλος και των δύο και η αποτύπωση αυτής της τραγικής στιγμής της ύπαρξης στο έργο τους είναι από αυτή την άποψη χαρακτηριστικά».14

Οπωσδήποτε, η ενσωμάτωση μιας συμπύκνωσης (και ο αυτονόητος παράλληλος εμπλουτισμός) των παραπάνω (αν και με την απουσία αποσπασμάτων από το έργο του Κώστα Καρυωτάκη) στο λογοτεχνικό σύμπαν ενός μυθιστορήματος δεν μπορεί παρά να έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, πόσω μάλλον όταν γίνεται από τον πιο «ποιητικό» πεζογράφο της Γενιάς του ’30, ο οποίος, επιπλέον, έχει δημοσίως εκφρασθεί αρνητικά για το έργο του Κώστα Καρυωτάκη. Διαπιστώνουμε ότι ο Κοσμάς Πολίτης δημιούργησε τη δική του εκδοχή για τη ζωή του ζεύγους (Πολυδούρη-Καρυωτάκης) ως έργο τέχνης, πολύ μακριά από οποιοδήποτε πρόχειρο μελόδραμα, αντικρούοντας, την ίδια στιγμή, μέσω της λογοτεχνικής του γραφής, τις σχετικές «επίσημες» δηλώσεις του. Πού ξεκινά η αυτοειρωνεία και πού τελειώνει η ανακολουθία, λοιπόν; Για την ερευνήτρια και τον ερευνητή της Λογοτεχνίας, το πεδίον δράσης ανοίγεται λαμπρόν!

files/chronosmag/themes/theme_one/faviconXronos.png

 

  ΧΡΟΝΟΣ 18 (10.2014)