ένα ανέκδοτο θεατρικό έργο του Κοσμά Πολίτη

 

Σταυρούλα Τσούπρου

 

Η σχέση του Κοσμά Πολίτη ως συγγραφέα με το θέατρο περιοριζόταν μέχρι πρόσφατα, για τους γνώστες του χώρου, στο εκδοθέν άπαξ το 1957, και επανεκδοθέν μόλις το 1999, πεντάπρακτο δράμα Γάιος Φλάβιος Βαλέριος Αυρηλιανός Κλαύδιος Κωνσταντίνος ή Κωνσταντίνος ο Μέγας, όπως ήταν ο τίτλος στο εξώφυλλο της πρώτης έκδοσης. Πέραν τούτου, ωστόσο, εκείνος που θα είχε ενδιαφερθεί λίγο περισσότερο για τον σπουδαιότερο ίσως πεζογράφο της γενιάς του ’301 θα γνώριζε πιθανόν και το απόσπασμα από το ανέκδοτο και άπαιχτο δράμα Κορίνθιες, δημοσιευμένο στο μικρό Αφιέρωμα στον Κοσμά Πολίτη του περιοδικού Η Λέξη τον Σεπτέμβριο του 1989 – απόσπασμα, πάντως, ασυνόδευτο από οποιαδήποτε άλλη σχετική πληροφορία.

 Επιστρέφουμε για λίγο στον επανεκδοθέντα μεταθανάτια Κωνσταντίνο και στην Εισαγωγή εκεί του Γιώργου Καλλίνη για να σταθούμε, αφενός, στο ότι αυτό το θεατρικό έργο υπήρξε το αγαπημένο παιδί του Κοσμά Πολίτη και, αφετέρου, στο ότι το θέατρο γενικά ήταν η μεγάλη κρυφή αγάπη του συγγραφέα (ως προς αυτό το τελευταίο, μάλιστα, η παρούσα εργασία παρέχει σαφείς επιπλέον ενδείξεις). Πέρα, δε, από όσα άλλα αναφέρονται σχετικά στην εν λόγω Εισαγωγή2 του Κωνσταντίνου, η προαναφερθείσα στενή συναισθηματική (και όχι μόνον) σχέση του συγγραφέα με το συγκεκριμένο θεατρικό του έργο, αλλά και ευρύτερα με τον χώρο, αποδεικνύεται και μέσω της επιστολής του στον Ιταλό σκηνοθέτη Federico Fellini. Στις 10 Σεπτεμβρίου 1973, λοιπόν, 18 σχεδόν μήνες πριν από τον θάνατό του, ο Κοσμάς Πολίτης, γεννηθείς τον Απρίλιο του 1888, και άρα ήδη 85 ετών, στέλνει μία επιστολή στον Ιταλό σκηνοθέτη Federico Fellini, στην οποία του γράφει, στα γαλλικά (από όπου και μεταφράζω), τα ακόλουθα:

«Αγαπητέ δάσκαλε,

»Γνωρίζω το έργο σας εδώ και πολύν καιρό και θα ήταν πολύ κοινότοπο να σας μιλήσω για τον θαυμασμό μου. Ξέρετε καλά πως υπάρχουν ιδέες που μας έρχονται ξαφνικά και αυτό ακριβώς συνέβη με εμένα καθώς διάβαζα πρόσφατα σε ένα περιοδικό ένα άρθρο σχετικά με το έργο σας, που μου θύμισε την αξέχαστη Roma σας. Ξέρω πως αυτή η ταινία προκάλεσε σκάνδαλο σε ορισμένους κύκλους, κάτι που συνέβη επίσης με το θεατρικό μου έργο Κωνσταντίνος ο Μέγας, το οποίο διαβάστηκε πολύ, αλλά χαρακτηρίστηκε ως φρικτό σκάνδαλο, απαγορεύτηκε και εννοείται πως δεν παραστάθηκε ποτέ. Και όλα αυτά επειδή δίνω τη ζωή του Κωνσταντίνου όπως ήταν στ’ αλήθεια, με όλα τα εγκλήματά του, σύμφωνα με τα κείμενα των ιστορικών του καιρού του, και όχι όπως την θέλησαν οι συμβάσεις (σε εμάς, δηλαδή για την Ορθόδοξη Εκκλησία, ο Κωνσταντίνος έχει τη θέση αγίου). Μεταξύ των προσώπων του έργου, το μόνο που δεν είναι ιστορικό είναι αυτό του “τρελού” Μωμ (από τον Μώμο, θεό της χλεύης3) που αντιπροσωπεύει τη συνείδηση του αυτοκράτορα.

»Με δυο λόγια, πιστεύω ότι είναι ένα θέμα αντάξιο του ταλέντου σας και το οποίο ταιριάζει στην κινηματογραφική τέχνη. Υποθέτω ότι θα βρεθεί κάποιος που θα μπορούσε να σας δώσει μία ιδέα του περιεχομένου του έργου και του τρόπου με τον οποίο είναι γραμμένο, ο οποίος, πιστεύω, συμφωνεί με τον δικό σας τρόπο να βλέπετε την Ιστορία.

»Θα ήμουν πολύ ευτυχής να λάβω μια λέξη από σας, και έως τότε σας παρακαλώ να δεχθείτε τους πιο διακεκριμένους χαιρετισμούς μου.

Κοσμάς Πολίτης (Ταβελούδης)/ Πανσιόν Relax Palace

 Οδός Πεντέλης 55, Αμαρούσιον, Αθήνα (Ελλάδα)».4

Γραμμένη από έναν βαθιά πικραμένο, ηλικιωμένο άνθρωπο, βαθιά μόνο (καθώς κατέληξε να φιλοξενείται σε μία πανσιόν για την τρίτη ηλικία), η ανωτέρω επιστολή, αντλημένη από το αρχείο του ζεύγους Παπούλια, δεν εστάλη ποτέ.

 

Στο μικρό αφιέρωμα του περιοδικού Η Λέξη, τώρα, για να έρθουμε στο κυρίως θέμα μας, του θεατρικού αποσπάσματος από τις Κορίνθιες προηγείτο η «Υπόθεσις» του έργου, γραμμένη προφανώς από τον συγγραφέα, η οποία είχε ως εξής:

«Είναι η ιστορία του Περίανδρου, του σοφού αλλά σκληρού Τυράννου της Κορίνθου. Πριν από χρόνια, για μια αιτία που μένει σκοτεινή, έχει σκοτώσει τη γυναίκα του Λυσίδα, ίσως από έρωτα, πάντως όχι από ζήλεια όσο από σκοπό να διατηρήσει την ανάμνηση της ομορφιάς της ανέπαφη από τη φθορά του χρόνου. Ο γιος του Λυκόφρων, σχεδόν βέβαιος για το έγκλημα, αφήνει το πατρικό σπίτι και αποφεύγει κάθε σχέση με τον πατέρα του, χωρίς όμως να τολμά να τον κατηγορήσει φανερά και χωρίς να έχει το θάρρος να εκδικήσει το φόνο.

»Πλησιάζει το τέλος του τυράννου. Προχωρημένης ηλικίας, νευρασθενικός, κάτω από το βάρος των εγκλημάτων, κυνηγημένος από τις τύψεις της συνειδήσεως, τις αιμοχαρείς Ερινύες, διατηρεί ακόμη κάποιες αναλαμπές του πνεύματός του ανακατωμένες με παρακρούσεις. Ζητεί να ξεχάσει, να εύρει κάποια ησυχία της ψυχής, αλλά η σκληρότης του αρχαίου κόσμου ορθώνεται φοβερή. Τρελλός από απελπισία, πνίγει τις τύψεις του σε νέο αίμα και πέφτει νεκρός από σαϊτιά του Απόλλωνος.

»Στο τέλος του δράματος προφητεύεται ο ερχομός ενός νέου Θεού, του Θεού της συγγνώμης, αλλά ο χορός καταλήγει ότι ο ανθρώπινος πόνος είναι ανώτερος από κάθε παρηγοριά της θρησκείας.

»Ο χορός αποτελείται από δύο ημιχόρια, μητέρες και κόρες της Κορίνθου, από τις οποίες έλαβε το όνομά του και το δράμα. Προλογίζει το φάντασμα της Λυσίδας».

Στο δημοσιευμένο στο περιοδικό απόσπασμα ακολουθούσε, λοιπόν, ο Πρόλογος από το Φάντασμα της Λυσίδας και ένα μέρος του Διαλόγου της με τον γιο της Λυκόφρονα, ως «ζωντανή συνέχεια στα όνειρα» που εκείνος έβλεπε μέχρι πριν λίγο:

 

[…]

Λυσίδα

Ορκίσου πρώτα όρκο ιερό τριπλόδετο

να δώσεις στην ψυχή μου ησυχία,

το μόνο αγαθό που απομένει στους νεκρούς.

[…]

Λυκόφρων

Ορκίζομαι. Στύγα φριχτή,

Λίμνη Αχερουσία,

Πλούτωνα βασιλέα,

καλόδεχτος να ’ρθώ μια μέρα στο βασίλειό σου

την ώρα που η μοίρα θα ορίσει.

Μίλησε τώρα..

Λυσίδα

Φανερώθηκα και πριν

στα όνειρά σου, κι έστειλα την υποψία

να ετοιμάσει το σημερινό μου ερχομό.

Λυκόφρων

Κι αυτή, αόρατη, γλυστρά μέσ’ στο μυαλό μου,

λαβύρινθο ερειπωμένο, να γεννιόμουν ήρωας,

παλαιϊκός Θησέας, να την πνίξω.

Με βλέπεις να γυρνώ με τρίχινο χιτώνα,

και παραδέρνω μη τολμώντας ούτε

να ’μπώ στο πατρικό αρχοντικό,

ούτε να φύγω ξετινάζοντας το χώμα

απ’ τα σανδάλια μου, εξόριστος για πάντα.

Όνειρ’ απαίσια αξεδιάλυτα ώς τώρα.

Λυσίδα

Είναι φριχτό να πω, και όμως πρέπει –

θα ξεδιαλύνουν όταν μάθεις πως ο θάνατος

δεν ήρθε από το Θεό δοσμένος, μα το χέρι

εκείνου που σε γέννησε, στάλαξε το φαρμάκι

στα χείλη αυτά που σε γλυκοφιλούσαν.

Λυκόφρων

Ω Ουρανέ

Ω Γη, μάνα μου Γη!5

 

Το απόσπασμα τελείωνε εδώ και δεν θα γνωρίζαμε τίποτε άλλο για τις Κορίνθιες του Κοσμά Πολίτη εάν δεν εμφανίζονταν ανέλπιστα, στο Επιστημονικό Δελτίο Παράβασις του Τμήματος Θεατρικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αθηνών, και συγκεκριμένα στο έκτο κατά σειράν τομίδιο της Σειράς «Μελετήματα», σε εκείνο, δηλαδή, όπου καταγράφονταν τα σχετικά με τον Σταθάτειο Δραματικό Διαγωνισμό της Εταιρείας Ελλήνων Θεατρικών Συγγραφέων, πολλά περαιτέρω στοιχεία. Σύμφωνα, λοιπόν, με αυτά, ο Κοσμάς Πολίτης υπέβαλε τις Κορίνθιες στον Σταθάτειο Δραματικό Διαγωνισμό, στον φάκελο του οποίου καταχωρίσθηκαν με αύξοντα αριθμό 40 (επί συνόλου 90 υποψηφιοτήτων) και ημερομηνία 8.10.1930. Διαβάζουμε, δε, πως στο έργο του Κοσμά Πολίτη δόθηκε ιδιαίτερη προσοχή και πως κατετάγη, τελικώς, μεταξύ των δεκαπέντε διαφιλονικησάντων τα βραβεία: «Από τα έργα αυτά», όπως αναφέρεται στην τελική έκθεση, «η Επιτροπή, συμφώνως με την προκήρυξι, βραβεύει διά χρηματικών επάθλων τα τρία που ξεχωρίζουν από τα άλλα. Εις τα λοιπά δώδεκα [ανάμεσα στα οποία και οι Κορίνθιες], που τα θεωρεί αξιοβράβευτα αλλά δεν έχει δυστυχώς ισάριθμα χρηματικά βραβεία, απονέμει την δάφνην με το δικαίωμα της αναγραφής εις αυτά του τιμητικού αυτού τίτλου. Η κρίσις της Επιτροπής επί των έργων αυτών είναι λεπτομερεστάτη και μακρατοτάτη, διότι συγκεντρώνουν τα προσόντα εκλεκτής θεατρικής εργασίας. […] Όλα είναι έργα που αποδεικνύουν ότι η Ελληνική Δραματουργία ακμάζει, και που το πρωτότυπο Θέατρό μας είναι γερά θεμελιωμένο».6

Αυτή η πολύ θετική αντιμετώπιση των Κορινθίων (όχι, ωστόσο, και χωρίς κάποιες επιφυλάξεις) διαπιστώνεται, βέβαια, ήδη στις «Σημειώσεις των Κριτών». Εκεί διαβάζουμε τα ακόλουθα, γραμμένα από τον Γρηγόριο Ξενόπουλο (ο οποίος αργότερα συμπλήρωσε ότι οι Κορίνθιες θα μπορούσαν να διεκδικήσουν και το δεύτερο βραβείο7):

«Μια αρχαία τραγωδία σε γλώσσα σημερινή. Αλλά και κάποιες σημερινές ιδέες μέσα… Ε, διάβολε, ένας σημερινός δεν μπορεί να μετουσιωθή σε Αισχύλο!8

»Ο συγγραφεύς εφρόντισε αξιέπαινα να προτάξη την υπόθεση. Αλλά και πάλι ο αναγνώστης διευκολύνεται σοβαρά να παρακολουθήση την εξέλιξη, τον ειρμό, τη γραμμή του έργου, για πολλούς και διάφορους λόγους, που ένας είναι και η έλλειψη κάθε σημείωσης, κάθε οδηγίας. Ούτε τι παριστάνει η σκηνογραφία, ούτε είσοδος, ούτε έξοδος, ούτε τίποτα. Αλλά πρέπει να τα μαντεύης από τα λεγόμενα. Είναι δηλαδή σα να πρωτοδιαβάζης έναν πάπυρο, αντίγραφο –καθαρό κάπως– αρχαίας τραγωδίας που ανακαλύφθηκε άξαφνα στον οξύρρυγχο (sic).9 Δουλειά δηλαδή για φιλολόγους.

»Κορίνθιες επιγράφεται η τραγωδία, αλλά θα της ταίριαζε καλύτερα ο τίτλος Εριννύες. Γιατί ο ήρωας, ο Περίανδρος, δεν κάνει άλλο παρά να τις προκαλή μ’ εγκλήματα και με βλαστήμιες. Είναι μια πάλη μεταξύ Περιάνδρου και Εριννύων, που καταλήγει με το θάνατό του από μυστικό τόξευμα του Απόλλωνα, γιατί, όπως λέγεται κάπου, άνθρωπος δεν θα μπορούσε ποτέ να σκοτώση αυτό το ανήμερο αγριογούρουνο.

»Το πιο ενδιαφέρον σημείον είναι εκεί που ο τρελλός αυτός βλάστημος ζητεί καινούργιο θεό, που να συγχωρή, που να πεθαίνη για τις αμαρτίες των ανθρώπων σαν εξιλαστήριο θύμα, – λόγος που φέρνει στο νου το Χριστό, του οποίου η έλευση προφητεύεται πιο καθαρά στο τέλος.

»Στην κατασκευή, η νέα αυτή τραγωδία μοιάζει ολωσδιόλου με μιαν αρχαία. Ο συγγραφεύς όμως εδιάλεξε ως πρότυπο μια από τις αρχαίες εκείνες τραγωδίες10 που δεν παίζονται στο σημερινό θέατρο – π.χ. τον Οιδίποδα επί Κολωνώ, τους Πέρσας, τις Τραχίνιες, τις Τρωάδες, τον Προμηθέα ακόμα, ενώ θάκανε καλύτερα, κατά τη γνώμη μου, αν εμιμείτο καμμιά από κείνες που παίζονται, – Οιδίποδα Τύραννο, Ιφιγένεια, Ηλέκτρα, Αντιγόνη… Και τόσο μάλλον, όσο το θέμα του τού παρείχε όλα τα στοιχεία μιας πλοκής, μιας αναπτύξεως που να κινή το ενδιαφέρον του θεατού και να συγκινή. Έτσι όπως είναι το έργο, θα συγκινούσε περισσότερο ο σκηνοθέτης, ο μουσικός, ο ηθοποιός, όπως γίνεται όταν παίζεται σε αρχαίο θέατρο ο Προμηθεύς.

»Μ’ όλην αυτήν την ελαττωματική, για σημερινό θέατρο, κατασκευή, το έργο είναι γραμμένο στον τόνο. Η φράση του είναι πάντα ποιοτική, η γλώσσα του –εκτός από μερικά ακαλαίσθητα σύνθετα– δημοτική ωραιοτάτη, κι’ ο στίχος του μεστός και τεχνικός. Εκείνο δε που μου έκαμε τη μεγαλύτερη εντύπωση είναι η συμφωνία των φθόγγων –όχι πια των λέξεων– αυτής της γλώσσας, με την περίσταση και με το πρόσωπο που μιλεί: ούτε τραχείς, ούτε μαλακοί και γλυκοί. Νομίζεις διαρκώς ότι γίνονται “παρηχήσεις”. Είναι μεγάλος τεχνίτης σ’ αυτό ο ποιητής των Κορινθίων.

»Τελική γνώμη δεν μπορώ να εκφράσω. Πρέπει να συζητήσω με τους συναδέλφους μου αν το πνεύμα του Σταθατείου επιτρέπη τη βράβευση ενός τόσο αρχαιοπρεπούς κι αντιθεατρικού για σήμερα έργου, που μόνο σε κανένα αρχαίο θέατρο θα μπορούσε να παιχθή καμμιά φορά… για περιέργεια. Όταν παίζουμε μιαν αρχαία τραγωδία, δείχνουμε επιτέλους τι ήταν το αρχαίο θέατρο. Τι θα δείχναμε παίζοντας τις Κορίνθιες; Πώς ξέρουμε να το μιμηθούμε; Ή πώς πρέπει να γυρίσουμε στην τεχνοτροπία του Δ΄ π.Χ. αιώνος;».11

Ο Μιλτιάδης Λιδωρίκης, από την πλευρά του, αρκέστηκε να σημειώσει τα παρακάτω, που εξηγούν και τον λόγο για τον οποίο δεν βραβεύθηκε εντέλει το έργο του Κοσμά Πολίτη: «Ο Σταθάτειος διαγωνισμός –κατά την γνώμην μου– επιδιώκει την βράβευση έργων άλλης μορφής και συνθέσεως. Μια τραγωδία για να βραβευθή σήμερα πρέπει να είναι τέλειο δημιούργημα θεατρικής εμπνεύσεως και οι Κορίνθιες δεν είναι».12

Ο χαρακτηρισμός τους (όχι αναγκαστικά σωστός) ως «αντιθεατρικών» συνδέει, τελικά, τα δύο θεατρικά έργα του Κοσμά Πολίτη, τις Κορίνθιες και τον Κωνσταντίνο,13 το ένα γραμμένο στην αφετηρία της συγγραφικής σταδιοδρομίας του –πιθανότατα, μάλιστα, οι Κορίνθιες και όχι το Λεμονοδάσος να ήταν το πρώτο του συγγραφικό προϊόν (σε αυτό θα επανέλθουμε), γεγονός που αναδιατάσσει την εικόνα που υπήρχε μέχρι τώρα για το έργο τού Κοσμά Πολίτη– και το άλλο γραμμένο προς το τέλος της. Από το Δελτίο του Τμήματος Θεατρικών Σπουδών μαθαίνουμε, επίσης, ότι ο Κοσμάς Πολίτης στη συνέχεια, και μετά την αποτυχία του ουσιαστικά στον Σταθάτειο, επιχείρησε, ματαίως όμως, να προωθήσει το έργο του στο Εθνικό Θέατρο, ζητώντας, μάλιστα, μέσω της αιτήσεως της ηθοποιού Αγγελικής Κοτσάλη, να επιτραπεί η παράσταση των Κορινθίων στο θέατρο Ηρώδου του Αττικού. Η αρμόδια Επιτροπή, ωστόσο, απεφάνθη ότι τα αρχαία θέατρα δεν πρέπει «να παραχωρούνται παρά μόνο διά παραστάσεις αρχαίων τραγωδιών».14

Το χειρόγραφο, ωστόσο, των Κορινθίων δεν λανθάνει, όπως αφηνόταν να εννοηθεί στο εν λόγω Δελτίο και όπως, βεβαίως, πιστευόταν γενικότερα, μέχρι πριν δύο-τρία χρόνια, αλλά υπάρχει, και είχα μάλιστα η ίδια την ευκαιρία να το δω σε φωτοτυπία, αλλά, δυστυχώς, και περιέργως, μόνον για μία και μοναδική φορά. Περιλαμβανόταν στο Αρχείο του Κοσμά Πολίτη το οποίο η κυρία Ματίνα Παπούλια σχετικά πρόσφατα (την Άνοιξη του 2008) δώρισε στη Βιβλιοθήκη τού Κολεγίου Αθηνών. Από τα στοιχεία της καταγραφής αυτού του Αρχείου, η οποία ξεκίνησε όχι αργότερα από τον Ιανουάριο του 2009 και η οποία, από όσο γνωρίζω, δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί, πληροφορούμαστε ότι: το χειρόγραφο είναι δακτυλόγραφο σε λεπτό εύθραυστο χαρτί, διαστάσεων 29x22 εκ., εκτείνεται σε 56 αριθμημένες σελίδες (εκτός αρίθμησης είναι η πρώτη σελίδα και μία λευκή στο τέλος) και αποτελείται από 1516 στίχους. Η κατάσταση του χειρογράφου είναι καλή, το εξώφυλλο και το οπισθόφυλλο έχουν χρώμα ροζ και στη σελίδα τίτλου υπάρχει η ιδιόχειρη αφιέρωση «Αφιερώνεται στον Gerhart Hauptmann», αφιέρωση που δείχνει τις διόλου ευκαταφρόνητες φιλοδοξίες του πρωτοεμφανιζόμενου συγγραφέα.15 Στο Σχεδίασμα Βιβλιογραφίας Κοσμά Πολίτη (1930-2006) ο Γιώργος Καλλίνης αναφερόταν στο χειρόγραφο των Κορινθίων, για του οποίου την ύπαρξη φαίνεται να γνώριζε τουλάχιστον από τον Φεβρουάριο του 2000 (σύμφωνα με την περιγραφή της επιστολής της 22.2.2000 από τον Γ. Καλλίνη προς τη Μ. Παπούλια, επιστολή που απόκειται στο ίδιο Αρχείο), αλλά ούτε σε εκείνον, από όσο είμαι σε θέση να γνωρίζω, ούτε σε εμένα επιτρέπεται προσώρας να δούμε το έργο και να το μελετήσουμε.

Από όσα λίγα μπορώ να θυμηθώ από τη μοναδική φορά κατά την οποία διέτρεξα το φωτοτυπημένο αντίγραφο του χειρογράφου, το καλοκαίρι του 2010 (η Βιβλιοθήκη αρνήθηκε έκτοτε να ξανανοίξει το Αρχείο για οποιονδήποτε λόγο), στο πρωτόλειο αυτό θεατρικό έργο του Κοσμά Πολίτη ανευρίσκονται αρκετά από τα θέματα που επανέρχονται αργότερα στην πεζογραφία του, όπως το θέμα του ιδανικού και της παρθενίας στον Έρωτα, ενώ, βεβαίως, εξαιρετικά ενδιαφέροντα θα ήταν τα συμπεράσματα που θα προέκυπταν από τη διερεύνηση της διακειμενικής σχέσης των Κορινθίων του Κοσμά Πολίτη με τη Μέλισσα του Νίκου Καζαντζάκη (που, όπως αποδεικνύεται, έπεται του Κοσμά Πολίτη στην επιλογή του αρχαίου μύθου του έργου του16), η οποία, παρεμπιπτόντως, ευτύχησε να ανεβεί και στη σκηνή, αν και, στην Ελλάδα, μόλις το 1962 (25 χρόνια αργότερα από τη χρονολογία συγγραφής της17). Να σημειωθεί εδώ ότι στη δική του τραγωδία ο Κοσμάς Πολίτης διατήρησε το πραγματικό όνομα της συζύγου του Περίανδρου, Λυσίδα από το Λυσίδη ή Λυσιδίκη,18 και όχι εκείνο με το οποίο προτιμούσε να την αποκαλεί χαϊδευτικά ο Περίανδρος, δηλαδή το «Μέλισσα», «ένα όνομα που στάζει… μέλι, ένα τρυφερό παρωνύμιο που σημαίνει ότι κοντά της απολάμβανε διαρκώς τον “μήνα του μέλιτος”».19 Επιπλέον, είναι αναμφισβήτητη η αυτοδιακειμενική σχέση που υφίσταται μεταξύ των δύο θεατρικών έργων του Κοσμά Πολίτη, του Κωνσταντίνου, δηλαδή, και των Κορινθίων, τόσο από την άποψη της ποιητικής όσο και από την άποψη της θεματολογίας.

Υπάρχει, πάντως, μία παράμετρος του πρώτου (και ανέκδοτου ακόμη, αλλά, τουλάχιστον, ευρεθέντος) θεατρικού έργου του Κοσμά Πολίτη η οποία μπορεί να εξεταστεί ερήμην του ίδιου του δραματικού κειμένου: πρόκειται για τη «διαδικασία» της συγγραφής του και της μετέπειτα υποβολής του στον Σταθάτειο Διαγωνισμό. Έχουμε, λοιπόν, βάσιμες υποψίες ότι αυτή η διαδικασία, καθώς και η αναμονή των αποτελεσμάτων αλλά και η αποτυχία, η οποία φοβόταν πως θα είναι η κατάληξη της προσπάθειάς του, έχουν καταγραφεί με έναν πολύ καλά συγκαλυμμένο τρόπο, κατά τη συνήθεια του συγγραφέα Κοσμά Πολίτη, στο κείμενο του Λεμονοδάσους. Θα προχωρήσουμε στην καταγραφή των περί ων ο λόγος ιχνών, παρακολουθώντας το κείμενο της πρώτης έκδοσης του Λεμονοδάσους, εκείνης του 1930, που, όπως φαίνεται, για ένα διάστημα, βάδισε, κατά έναν ιδιαίτερο τρόπο, παράλληλα με τις Κορίνθιες.

Στην πρώτη αυτή έκδοση, η (πλασματική) ημερολογιακή καταγραφή της ζωής του Παύλου Αποστόλου (διότι περί αυτής πρόκειται στο μεγαλύτερο μέρος του Λεμονοδάσους, πλην του τελευταίου κεφαλαίου) έχει ως αφετηρία την ημερομηνία «22 Μαρτίου 1924»20 (στην οριστική έκδοση η χρονολογία έχει αντικατασταθεί με τους εν είδει απόκρυψης τρεις αστερίσκους), ενώ ο χώρος στον οποίο τοποθετείται κατά τις πρώτες καταγραφές (πριν αρχίσουν οι εναλλαγές του σκηνικού μεταξύ Πόρου και Αθήνας) είναι οι Δελφοί. Οι Δελφοί, βεβαίως, με τον περίφημο αρχαιολογικό χώρο και, επιπλέον, οι Δελφοί του ζεύγους Σικελιανού, οι οποίοι, ήδη από την αρχή της δεκαετίας του 1920, προετοίμαζαν τις τόσο σημαντικές εκείνες εορταστικές καλλιτεχνικές εκδηλώσεις.21 Η πρωταγωνίστρια, μάλιστα, του μυθιστορήματος, η Βίργκω Δροσινού, επρόκειτο να λάβει μέρος, ως μέλος του Χορού, στην παράσταση των Ικέτιδων του Αισχύλου μαζί με την εξαδέλφη της, αλλά αποφασίζει, τελικά, να παραιτηθεί από τα σχέδιά της (σ. 128-131).22 Γίνεται πολύς λόγος στην αρχή του μυθιστορήματος (και όχι μόνον, φυσικά, επειδή ο Παύλος είναι αρχιτέκτων) για το αρχαίο πνεύμα της σαφήνειας, του μέτρου και της αρμονίας, το οποίο, όμως, δεν έχει σχέση ούτε με την «ξερή δασκαλική ανάπτυξή» του, η οποία το απονεκρώνει, ούτε με την κρύα επιστήμη των αρχαιολόγων, οι οποίοι, επίσης, μοιάζουν να ανατέμνουν ένα πτώμα. Ο Παύλος προτιμά αναμφιβόλως την άποψη της υπηρέτριας του ξενοδοχείου, σύμφωνα με την οποία οι αρχαίοι «ζούσαν σαν κι’ εμάς μόνον που γύριζαν γυμνοί». «Ζούσαν», σκέφτεται ανακουφισμένος ο Παύλος, «αυτό ήθελα ν’ ακούσω. Ζούσαν και το πνεύμα τους ζη ακόμη και φτερουγίζει ασύλληπτο επάνω από τ’ ακρωτηριασμένα μάρμαρα που εξετάζουν ανύποπτοι οι αρχαιολόγοι» (σ. 12). Θα έλεγε κανείς εδώ, ως προς τη σύνθεση των Κορινθίων, ότι τα παραπάνω απηχούνται στην προαναφερθείσα κριτική του Ξενόπουλου: «Μια αρχαία τραγωδία σε γλώσσα σημερινή. Αλλά και κάποιες σημερινές ιδέες μέσα».

Ο Παύλος, πάντως, βρίσκεται στους Δελφούς και για έναν πολύ συγκεκριμένο λόγο: «Πρέπει να μελετήσει τις αναλογίες και να μετρήσει ακριβώς τις διαστάσεις του Θησαυρού των Αθηναίων για το αρχαϊκό μνημείο που σχεδιάζει ο πατέρας» του (σ. 13-14), με τον οποίο συνεργάζεται επαγγελματικά. Είναι το πρώτο αρχιτεκτονικό σχέδιο για το οποίο γίνεται λόγος στο μυθιστόρημα, και θα ακολουθήσουν και άλλα αργότερα, αλλά το σημαντικότερο ανάμεσά τους είναι εκείνο το σχέδιο με το οποίο ο Παύλος συμμετέχει σε έναν Διαγωνισμό. Το αποκαλύπτει στην κυρία Δροσινού, τη μητέρα της Βίργκως:

«― Ευχηθήτε να έλθω πρώτος στο διαγωνισμό.

Της εξηγώ ότι πρόκειται για ένα Ηρώον και ότι λαμβάνω μέρος σε διαγωνισμό για πρώτη φορά με έργον εντελώς δικό μου» (σ. 108-109).

Δεν θα μπορούσε, βέβαια, να συμμετέχει σε Διαγωνισμό με ένα σχέδιο αρχαίου ναού, για να το παραλληλίσουμε με την τραγωδία Κορίνθιες, αλλά τα υπόλοιπα στοιχεία είναι ενδεικτικά. Οι Κορίνθιες πρέπει να υπήρξαν το πρώτο έργο που ολοκλήρωσε και το οποίο, στη συνέχεια, υπέβαλε σε δημόσια κρίση (αν και ανωνύμως) ο Κοσμάς Πολίτης, αν κρίνουμε από την ημερομηνία υποβολής του (8.10.1930) στον Σταθάτειο Διαγωνισμό,23 ενώ και τα ακόλουθα στοιχεία με τα οποία περιγράφει το «Ηρώον» του ο ήρωας ταιριάζουν (και) με την τραγωδία: «Έχω τελειώσει το αρχιτεκτονικό μέρος του προπλάσματος. Ένας όγκος τετράγωνος και βαρύς [όπως, ίσως, και η προκαθορισμένη δομή της τραγωδίας]. Μένει να σκαλισθή η αλληγορία της εμπνεύσεώς μου» (σ. 109). Αρκετές σελίδες αργότερα καταγράφονται (ως εξορκισμός;) τα σχετικά με την (απευκταία, όσον αφορά στις Κορίνθιες) αποτυχία του ήρωα: «Είμαι λυπημένος για την αποτυχία μου στο διαγωνισμό […] δεν βραβεύθηκε το πρόπλασμά μου» (σ. 140-141).

Το Λεμονοδάσος, ωστόσο, στο σύνολό του ως μυθιστόρημα, εμπνέεται από το πνεύμα των αρχαίων Ελλήνων προγόνων, με τη σαφή θέση που, όπως είδαμε, παίρνει απέναντι σε αυτό το πνεύμα ο αφηγητής και έτσι το αποτυχόν, αλλά όχι αναγκαστικά και αποτυχημένο, αρχιτεκτονικό σχέδιο του Παύλου υποστηρίζεται από μία πληθώρα αναφορών, οι οποίες, πέραν των Δελφών και των Δελφικών Εορτών (για τις τελευταίες, παρεμπιπτόντως, η ευνοϊκή κριτική του συγγραφέα δεν είναι δεδομένη24), εξακτινώνονται σε παραθέσεις στίχων μεταφρασμένων ή και από το πρωτότυπο των αρχαίων τραγωδιών,25 για να καταλήξουν στο όνειρο της κατασκευής ενός ιδανικού σπιτιού-εστίας, που θα αποτελεί, κατά έναν τρόπο, την αποτύπωση αλλά θα παρέχει και τα εχέγγυα για έναν ιδεώδη τρόπο ζωής, κατά τα αρχαία πρότυπα της αρμονίας: «Εκεί επάνω στον πευκόφυτο λόφο θα κτίσω ένα σπήτι! Όχι σπήτι. Κάτι σαν αρχαίο ναό και σαν στοά, με κίονες, χωρίς πόρτες και παράθυρα. Θα κλούσε με βαρειά παραπετάσματα. Μαρμάρινες ταράτσες και σκαλιά θα οδηγούσαν κάτω ώς τη θάλασσα» (σ. 144-145). Αλλού ο ήρωας-αφηγητής, συμμεριζόμενος, υποθέτουμε, τα λόγια του πατέρα του, εξηγεί και το ιδιαίτερο αυτό κράμα που εμφανίζεται στα σχέδια και στα ιδανικά του: «― Οι κλασικοί, οι κλασικοί. Δεν ξέρετε να λέτε παρά αυτό. Εγώ τους κλασικούς τούς μεταβάλλω σε ρωμαντικούς. Όπως και ήσαν άλλως τε» (σ. 36).26 Ίσως και με τις Κορίνθιες να επιχείρησε κάτι παρόμοιο.

 Να ήταν άραγε σημαντικό το γεγονός ότι ο Κοσμάς Πολίτης, αποκρύπτοντας πιθανότατα την ύπαρξη των Κορινθίων (που είχαν ήδη υποβληθεί ανωνύμως στον Σταθάτειο Διαγωνισμό), παρουσιάστηκε στον, κατά κύριο λόγο, άνθρωπο του θεάτρου Φώτο Πολίτη με το χειρόγραφο του Λεμονοδάσους, αποσπώντας, παρεμπιπτόντως, από έναν τέτοιο κριτή, μία ενθουσιώδη κριτική;27 Τότε, ίσως, δεν θέλησε να διακινδυνεύσει τη μείωση, κατά έναν τρόπο, της ευνοϊκής υποδοχής του πρώτου μυθιστορήματός του, δείχνοντας στον Φώτο Πολίτη και το πρώτο του, την ίδια εποχή γραμμένο, θεατρικό έργο. Μένει, λοιπόν, οι σημερινοί θεατρικοί κριτικοί, που ευελπιστώ πως θα μπορέσουν να διαβάσουν τις Κορίνθιες, να αποφανθούν εκ νέου για την ποιότητά τους. 

files/chronosmag/themes/theme_one/faviconXronos.png

 

  ΧΡΟΝΟΣ 10 (02.2014)