Ακροβατώντας μεταξύ Αριστεράς και Δεξιάς

Την ίδια στιγμή, η πολυδιασπασμένη ιταλική Αριστερά όχι μόνο δεν έπιασε τον παλμό της εποχής σε επίπεδο νέων τεχνολογιών, αλλά συνέχισε να προβάλλει μη χαρισματικούς και καθόλου επικοινωνιακούς ηγέτες. Γι’ αυτό και ο Βρετανός ιστορικός Πέρρυ Άντερσον τη χαρακτήρισε ως «ασπόνδυλη» – δανειζόμενος τον όρο που είχε χρησιμοποιήσει παλιότερα για το σύνολο της χώρας ο γνωστός Ιταλός πολιτικός επιστήμονας Τζοβάννι Σαρτόρι. Δεν είναι τυχαίο πως ο ίδιος ο Γκρίλλο βάφτισε τον πρώην πρωθυπουργό Ρομάνο Πρόντι «κύριο Βάλιουμ», αλλά και τον σημερινό ηγέτη του Partito Democratico Πιερλουίτζι Μπερσάνι «κινούμενο πτώμα». Το μεγαλύτερο λάθος αυτών των άνευρων και άχρωμων ηγετών όμως ήταν το γεγονός πως δεν πρόβαλαν όσο θα έπρεπε τα προτερήματα του χώρου τους έναντι της διεφθαρμένης Δεξιάς του Μπερλουσκόνι, αφήνοντας τον Γκρίλλο να αλωνίζει, κατηγορώντας αναφανδόν ολόκληρο το πολιτικό σύστημα ως σάπιο. Κάποιοι βέβαια υποστηρίζουν πως το ίδιο το κόμμα του είναι κατά βάση μια εθνικολαϊκιστική έκφραση της Αριστεράς. Όμως η θολούρα των απόψεών του, η πολυσυλλεκτικότητα του κινήματος και η λυσσαλέα επίθεση που έχει εξαπολύσει εναντίον της Αριστεράς γενικότερα –την οποία έχει παρομοιάσει με κακή εκδοχή της Μαφίας– καθιστούν τέτοιου είδους συμπεράσματα τουλάχιστον προβληματικά. 

Την ίδια στιγμή, ο Γκρίλλο φαίνεται να μοιράζεται ένα από τα μεγάλα ατού της αντίπαλης όχθης, και συγκεκριμένα του Μπερλουσκόνι, απέναντι στην ιταλική Αριστερά – και αυτό δεν είναι άλλο από το γεγονός πως δεν είναι «επαγγελματίας» πολιτικός. Αν όμως ο Καβαλιέρε ήταν ο πρώτος μεγιστάνας που θα κυριαρχούσε στην ιταλική πολιτική ζωή, μοιάζοντας με ήρωα που ερχόταν από το μέλλον, ο Γκρίλλο –παρά τις διαδικτυακές του επιδόσεις– μοιάζει να είναι μια φιγούρα που έρχεται κατευθείαν από το παρελθόν. Σε κάποιους φέρνει στον νου τον Μπενίτο Μουσσολίνι: όχι μόνο λόγω της ανάλογης σκηνικής παρουσίας με τον Ντούτσε –παραδοσιακά, οι Ιταλοί αρέσκονται στη θεατρικότητα– αλλά και εξαιτίας του γεγονότος πως εμφανίζεται ως τιμωρός της παλαιάς πολιτικής τάξης και της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας γενικότερα. «Είμαστε κάτι αντίστοιχο με τη Γαλλική Επανάσταση, απλώς χωρίς γκιλοτίνες», δήλωνε πρόσφατα ο Γκρίλλο, αναδίνοντας άρωμα από τον γιακωβινισμό του πρώιμου φασισμού. Στην εποχή της οικονομικής κρίσης, με τον αστραφτερό κόσμο του Καβαλιέρε να καταβυθίζεται μέσα σε σεξουαλικά και οικονομικά σκάνδαλα –από τα οποία δεν διασώθηκε ούτε η πάλαι ποτέ «αντισυστημική» Λέγκα του Βορρά–, τέτοιου είδους σχόλια ικανοποιούν την απύθμενη δυσπιστία των πολιτών απέναντι στην πολιτική. «Οι πολιτικοί είναι παράσιτα – πρέπει να τους στείλουμε όλους σπίτια τους», επαυξάνει με έμφαση ο Γκρίλλο. Για κάποιους, αυτή η εικονοκλαστική δύναμή του πηγάζει κατευθείαν από το 1968 και την κατεξοχήν γενιά της αμφισβήτησης, από την οποία προέρχεται. Τότε που όλα ήταν δυνατά, που το παλιό ήταν καταδικασμένο να πεθάνει και το καινούριο συμπυκνωνόταν στο σύνθημα «Lo stato borghese si abatte, non si cambia» («Το αστικό κράτος το καταλύεις, δεν το αλλάζεις»).

Παραδόξως, είναι αυτός ο επιτελεστικά καταγγελτικός λόγος που κάνει τον Γκρίλλο να λειτουργεί ως αντίδοτο σε μια Χρυσή Αυγή ιταλικής κοπής, την οποία καθιστά αχρείαστη. Επιπλέον, η παρουσία του είναι ο λόγος που η Ιταλία δεν έζησε φαινόμενα όπως οι «πλατείες» της Ελλάδας, της Ισπανίας και της Πορτογαλίας. Αντ’ αυτού, η Ιταλία είχε τους «Γκριλλίνι», όπως επονομάζονται χαϊδευτικά οι χιλιάδες οπαδοί του κωμικού ηγέτη, που εκτόνωναν το λαϊκό αίσθημα στις πιάτσες. Το κίνημά τους βέβαια δανείστηκε ουκ ολίγες ιδέες και σλόγκαν από τους indignados, αλλά και το αμερικανικό Occupy Wall Street (χωρίς ποτέ να τους αναγνωρίζει την πατρότητα). Όμως ο αυταρχικός τρόπος δομής και λειτουργίας του συνέθλιψε εν τη γενέσει του κάθε αίτημα άμεσης δημοκρατίας, που ήταν από τα σταθερά χαρακτηριστικά αυτών των κινημάτων «από τα κάτω». Σύμφωνα με την ανάγνωση της ριζοσπαστικής Αριστεράς –την οποία έχει σε μεγάλο βαθμό απεμπολήσει–, το κίνημα του Γκρίλλο ουσιαστικά στήριξε το σύστημα αντί να το αμφισβητεί πραγματικά, μετατρέποντας τον λαϊκό ριζοσπαστισμό σε γραφική μορφή διαμαρτυρίας και άρα ενσωμάτωσης. Επιπλέον, ο Γκρίλλο ψέγεται για υποκρισία, απολιτική δημαγωγία και ροπή κατ’ εξακολούθησιν προς δύο χαρακτηριστικές ιταλικές «αμαρτίες»: το λεγόμενο qualunquismo και το sfascismo, που παραπέμπουν στην αδιαφορία και την παθητικότητα στο όνομα της προάσπισης του λαϊκού συμφέροντος, την άρνηση συμμετοχής σε εποικοδομητικό διάλογο και τη διόγκωση των κρίσεων μέσα από εμπρηστικές τοποθετήσεις.

 

σελ. 2 (από: 3) ΧΡΟΝΟΣ 01 (05.2013) < προηγ. σελίδα     |     επόμ. σελίδα >