η θωπεία στην υπηρεσία της εθνικής ιδεολογίας

 

Τάσος Σακελλαρόπουλος

 

Σοκ λοιπόν για άλλη μια φορά από τη διαπίστωση ότι μετά από διακόσια χρόνια τελείωσε ο φιλελληνισμός, ότι τελείωσε δηλαδή η υποχρέωση των χριστιανικών «αυλών» και των κοινωνιών της Δύσης να «σπεύδουν» στη θεραπεία των ελληνικών «δικαίων». Όσα παράπονα και να διατυπώνουμε, Ελλαδίτες και Κύπριοι, όσο και να μας προκαλεί έκπληξη, η γοητεία που προκαλούσαν οι αδυναμίες μας στη Δύση τελείωσε. 

Ο Ψυχρός Πόλεμος τελείωσε και το ελληνικό κράτος δεν είναι πια χαϊδεμένο παιδί κανενός. Οι προηγούμενες γεωστρατηγικές συνθήκες άλλαξαν και η Κύπρος δεν έχει τη σημασία που είχε, τουλάχιστον στο πλαίσιο μιας ενδεχόμενης σύρραξης. Το Ανατολικό Μπλοκ δεν υπάρχει και η Δύση δεν δίνει πλέον εξετάσεις υποστηρίζοντας το ανθρώπινο πρόσωπο του καπιταλισμού. Η εργασία και η έννοιά της άλλαξε και μαζί με αυτήν τα κινήματα προχωράνε αλλιώς. Οι ιστορικές πειθαρχίες των κομμουνιστών δεν είναι πλέον τα προαπαιτούμενα για τη συγκρότηση των κινημάτων αυτών. Έτσι, στις διεκδικήσεις των νέων γενεών κυριαρχεί το «ευχερές» δίπολο, το Δίκαιο και το Άδικο, αντί του απαιτητικού, το Σωστό και το Λάθος.

Ωστόσο οι ανθρώπινες ανάγκες παραμένουν ίδιες και δυστυχώς οι θωπείες προς αυτές βρίσκουν πάντοτε έναν διαολεμένο τρόπο να τις ικανοποιούν πρόσκαιρα και στρεβλά.

Έτσι η Κύπρος, το παλαιότερα «αβύθιστο αεροπλανοφόρο της Μεσογείου», βρίσκεται μπροστά σε μια κατάρρευση ενός μοντέλου που χτιζόταν για σχεδόν σαράντα χρόνια. Κι αν οι καταρρεύσεις αφορούσαν μόνο τους επιστήμονες, δεν θα ήταν μεγάλες οι συνέπειες. Εδώ όμως αφορούν έναν κόσμο ολόκληρο, που καλείται και στην Κύπρο να αλλάξει τη ζωή του με τρόπο άμεσο, εντατικό και δραματικό.

Για άλλη μια φορά διαπιστώνεται η βασική διαφορά θωπείας και θεραπείας. Η πρώτη κάνει τα πράγματα εύκολα σε βραχύ χρόνο, η δεύτερη απαιτεί οδύνη και είναι χρονοβόρα. Μας ταιριάζει και διαλέγουμε την πρώτη. Τη διαλέγουμε Ελλαδίτες και Κύπριοι για τους ίδιους λόγους που διαλέξαμε την παράταση, τη διαιώνιση του αλυτρωτισμού. Ακόμη και μετά την κατάρρευση της Μεγάλης Ιδέας το 1922, βρέθηκαν ένα σωρό έμμεσοι τρόποι να εξακολουθήσει η πολιτική θωπεία και η σταθερή εμμονή στα εκκρεμή και ευαίσθητα «εθνικά» ζητήματα. «Βασιλικό» παράδειγμα η Κύπρος και το Κυπριακό.

Ο τόπος που αρνήθηκε –και καλά έκανε– να πιστέψει ότι είναι ελληνική επαρχία, ακολούθησε μια πορεία αιματηρή και δραματική για την αυτοδιάθεσή του. Τελικά όμως, μέσω του αλυτρωτισμού. Και σε αυτό το πεδίο η πολιτική μεγαλομανία και η πεποίθηση πως μας αξίζουν περισσότερες μπουκιές απ’ όσες μπορούμε να μασήσουμε, έκανε το νησί ένα εργαστήριο σύγκρουσης εθνικών-πολιτικών παθών, τα οποία προφανώς συντονίστηκαν από τις διεθνείς τότε ισορροπίες, τις οποίες νομίσαμε πως θα φέρναμε στα μέτρα μας.

Το εργαστήριο δεν άντεξε και ήρθε ο πραγματικός πόλεμος. Σε αυτόν που όλοι ελπίζουν. Αυτός που γεννά καταστροφή, αυτός που γεννά αμετάκλητες συνθήκες. Αυτός που τελικά δεν μπορεί με το αποτέλεσμά του να τους ικανοποιήσει όλους.

Έτσι η τραγική εδαφική ανατροπή έκανε την αυτοδιάθεση τραύμα αλυτρωτισμού. Από εκεί τα πράγματα έδωσαν τη θέση τους στη διαρκή διεκδίκηση μιας λύσης που όμως καμία από τις προτάσεις γι’ αυτήν δεν ικανοποιούσε, αφού η πληγή, το τραύμα θωπευόμενο, δεν έλεγε να κλείσει. Έτσι φτάσαμε η κάθε νέα πρόταση λύσης να είναι χειρότερη από την προηγούμενη. Βέβαιοι όλοι ότι μας κορόιδευαν.

Πίσω από την εικόνα της εμφαντικής προσπάθειας για δικαίωση, στέριωνε σιγά σιγά η επιμονή στην εθνική καθαρότητα του κυπριακού κράτους. Η προσπάθεια αυτή στηρίχθηκε σε μια ασύνδετη, θεωρητικά, λειτουργία, η οποία ήρθε να καλύψει τη χαίνουσα πληγή: σε εκείνη της οικονομικής ανάπτυξης, του πλουτισμού, της παρηγοριάς που διαμορφώνει την πεποίθηση της παντοδυναμίας. Κι αυτή όμως, βασισμένη σε ευκαιριακούς κανόνες, σε ευάλωτες κατασκευές που αφήνουν απέξω τις πραγματικές δυνατότητες και τις παραδόσεις ενός λαού.

Το χρήμα όντως δεν έχει πατρίδα. Η συντεταγμένη ανάπτυξη όμως έχει. Όπως έχει και κανόνες. Μπορείς να αναπτύσσεσαι περίπου όπως θέλεις όταν δεν χρωστάς. Μπορείς επίσης να χρωστάς, αλλά να έχεις μια διεθνή στρατιωτική παρουσία και τεχνολογική διείσδυση τόσο ισχυρή που να μη σου λέει κανείς τίποτα.

Ούτε η Ελλάδα ούτε η Κύπρος έχουν κάτι από αυτά. Ούτε έναν κανόνα έχουμε που να διέπει τη λειτουργία μας. Έχουμε τελικά πολλούς, περίπου ο καθένας τον δικό του.

Αν επιθυμούμε τη διατήρηση αυτής της «λεβεντιάς», τότε θα πρέπει να χειριστούμε τη «λεβεντιά» μόνοι μας.

Όπως όταν νομίσαμε Κύπριοι και Ελλαδίτες ότι θα μπορούσαμε μέσω της άρνησής μας στο Σχέδιο Ανάν να φέρουμε την Ευρώπη και τον κόσμο ολόκληρο στα δικά μας μέτρα, όπως όταν δεν προσπαθήσαμε να συνδυάσουμε τα δικά μας μέτρα με τα δικά τους.

Τι πληρώνουμε τελικά;

Πληρώνουμε το μπουρδούκλωμα των εννοιών που φέρουν οι λέξεις: δίκιο, δικαίωμα, λειτουργικότητα, αποτελεσματικότητα, συμφωνία, παρελθόν, παρόν και μέλλον.

 files/chronosmag/themes/theme_one/faviconXronos.png

ΧΡΟΝΟΣ, τεύχος ΜΗΔΕΝ, σελ. 35 < προηγ. σελίδα     |     επόμ. άρθρο >