το δώρο γενεθλίων του Ντέηβιντ Χόππερ

 

Μια περιπλάνηση στα χρόνια του θατσερισμού

Μάρκος Βογιατζόγλου

 

Έχει ενδιαφέρον να διερευνήσει κανείς το πώς φαινομενικά απλές ειδήσεις φέρουν βαρύτατο συμβολικό φορτίο. Ο θάνατος μιας γηραιάς πρώην πρωθυπουργού, σκουριασμένης, ασθενούς και αποσυρμένης από τον δημόσιο βίο εδώ και χρόνια, προκάλεσε όχι μόνο ζωηρή συζήτηση σε παγκόσμιο επίπεδο αλλά και πυρετώδη αρθρογραφία. Δημοσιογράφοι, opinion makers, κοινωνικοί επιστήμονες και κάθε λογής σχολιαστές, από τον πολύ Σλάβοϊ Ζίζεκ μέχρι την ταπεινότητά μου, όλοι θεωρήσαμε καθήκον μας να γράψουμε δυο γραμμές για τη θανούσα και την πολιτική της.

Μας πρόλαβε όλους όμως ο Ντέηβιντ Χόππερ, πρώην πρόεδρος του Σωματείου Ανθρακωρύχων του Ντάραμ, με ένα μνημειώδες οξύμωρο επτά λέξεων: «Ήταν το καλύτερα γενέθλια που γιόρτασα ποτέ».

Αυτό ακριβώς δήλωσε για τον θάνατο της Μάργκαρετ Θάτσερ, ο οποίος συνέπεσε με τα 70ά του γενέθλια. Διαβάζοντάς το, δεν μπορεί να αποφύγει κανείς να αναρωτηθεί: Τι είδους δώρο γενεθλίων κόμισε η είδηση του θανάτου στον Χόππερ; Η κυρία πέθανε πλήρης ημερών, πρόλαβε όμως να συντρίψει, μέχρις εξαφανίσεως, τον εν λόγω συνδικαλιστή, το σωματείο του, το συνδικαλιστικό κίνημα εν γένει, καθώς και την Αριστερά της Μεγάλης Βρετανίας. «Σκιά του πάλαι ποτέ πανίσχυρου εαυτού του»1 ο ίδιος, το μόνο που του απέμεινε, θαρρείς, είναι μια κάποια κακεντρέχεια έναντι του θανάτου.

Και όμως. Ο θάνατος της Θάτσερ έδωσε, σε όλους μας, την ευκαιρία να ανοίξουμε και πάλι τη συζήτηση. Καθώς στρέφουμε το βλέμμα στις μαύρες σελίδες του θατσερισμού, έχουμε την ευκαιρία να κατανοήσουμε καλύτερα τα λάθη της εποχής εκείνης προκειμένου να διορθώσουμε τις αστοχίες του παρόντος. Και να βάλουμε έτσι το λιθαράκι μας στην ανατροπή του νεοφιλελεύθερου δόγματος – που λυμαίνεται (και θα συνεχίσει να λυμαίνεται, όσο δεν διαμορφώνεται από μέρους μας πειστική απάντηση) το σύνολο της Ευρώπης.

Σε αυτήν ακριβώς τη χρησιμότητα (την αναγκαιότητα, θα πρόσθετα) ενός αναστοχασμού έγκειται το οξύμωρο της δήλωσης. Κι αυτό είναι το πραγματικό δώρο γενεθλίων που έκανε –με τον θάνατό της– η Θάτσερ. Στον Χόππερ αλλά και σε όλους μας.

 

Σιδηρά στρατηγική για τη συντριβή του βρετανικού εργατικού κινήματος

Το πρώτο που πρέπει να επισημανθεί είναι πως η Σιδηρά Κυρία ελάχιστα ευθύνεται για την κρίση του εργατικού κινήματος από τη δεκαετία του ’70 και μετά. Τις προκλήσεις που συνιστά στη συνδικαλιστική εκπροσώπηση η αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου –με την αποβιομηχάνιση, την εγκατάλειψη του φορντισμού και την ουσιαστική χρεοκοπία του μεταπολεμικού κράτους πρόνοιας– τις είχαν καταγράψει εγκαίρως όχι μόνο ακραιφνείς αριστεροί, όπως π.χ. οι Ιταλοί εργατιστές, αλλά και πιο ήπιων τόνων διανοητές. Ο Χόμπσμπωμ, ήδη από το 1978, είχε παραθέσει μια σειρά συστημικών προβλημάτων των βρετανικών συνδικάτων, τα οποία, όπως έγραφε, απειλούσαν να «σταματήσουν την προέλαση»2 του εργατικού κινήματος. Όπως αποδείχτηκε στη συνέχεια, οι προκλήσεις δεν περιορίζονταν στη Μεγάλη Βρετανία αλλά αφορούσαν το σύνολο των ανεπτυγμένων καπιταλιστικών χωρών. Δεν χρειάζεται να κοιτάξουμε πολύ μακριά για να βρούμε αποδείξεις γι’ αυτό: αρκεί μια ματιά στα χάλια της δικής μας Γ.Σ.Ε.Ε., οι αδυναμίες της οποίας είχαν καταδειχθεί πολύ πριν από την έλευση των μνημονίων που ισοπέδωσαν τις εργασιακές σχέσεις στην Ελλάδα.

Προσοχή όμως! Όσο λάθος θα ήταν να παραγνωρίσει κανείς τα γενικά, δομικά χαρακτηριστικά της συνδικαλιστικής κρίσης, άλλο τόσο εσφαλμένο θα ήταν να αδιαφορήσει για τον συγκεκριμένο ρόλο που έπαιξε στη συντριβή του βρετανικού εργατικού κινήματος η έξοχη στρατηγική της Θάτσερ. Το σκεπτικό και οι κινήσεις της τελευταίας έχουν αναλυθεί επαρκώς τόσο από εχθρούς όσο και από φίλους. Αξίζει όμως να ξαναδούμε ορισμένα βασικά σημεία, μιας και, δυστυχώς, παραμένουν άγνωστα στο ελληνικό κοινό.

Εν πρώτοις, τα γεγονότα.

files/chronosmag/contentVOL02/vogiatzoglou/vogiatzoglou-pic01.png

 

Τρία είναι τα σημεία που αναδεικνύονται από το χρονολόγιό μας. Πρώτον, οι διαδοχικές μεταβολές του νομοθετικού πλαισίου εις βάρος των συνδικάτων. Δεύτερον, η στρατηγική χρήση του πολέμου των Φώκλαντ για τη χάραξη της εσωτερικής πολιτικής. Τρίτον, οι μεταβολές του πολιτικού σκηνικού στη δεκαετία του ’80, κυρίως σε ό,τι έχει να κάνει με τον ηττημένο των αναμετρήσεων, το Εργατικό Κόμμα. 

Σχετικά με το νομοθετικό πλαίσιο, δεν θα πρέπει να παρασυρθούμε σε μια βεβιασμένη εκτίμηση ότι η Θάτσερ κέρδισε απλώς και μόνο επειδή «ποινικοποίησε τους εργατικούς αγώνες». Το 1974 η κυβέρνηση του Συντηρητικού Κόμματος υπό τον Έντουαρντ Χηθ κλήθηκε να αντιμετωπίσει μιαν αντίστοιχου βεληνεκούς απεργία ανθρακωρύχων, έχοντας στο οπλοστάσιό της έναν πολύ σκληρότερο νόμο από της Θάτσερ περί εργατικών σωματείων. Η κυβέρνηση όχι μόνο έχασε τη μάχη αλλά κατέρρευσε κιόλας, παραδίδοντας την εξουσία στους Εργατικούς για την επόμενη πενταετία. Αυτό συνέβη διότι ο δρακόντειος νόμος του Χηθ ήταν τόσο αναντίστοιχος με το κοινωνικοπολιτικό πλαίσιο της εποχής, ώστε πρακτικά ήταν αδύνατο να εφαρμοστεί – όπως και δεν εφαρμόστηκε εντέλει.

Η Θάτσερ, αντιθέτως, ακολούθησε τη λογική των σταδιακών παρεμβάσεων3 με φαινομενικά «ήπιες» νομικές προβλέψεις, οι οποίες όμως παρήγαγαν σημαντικά δευτερογενή αποτελέσματα. Αρχικά δυσκόλεψε δραματικά τις διαδικασίες κήρυξης νόμιμης απεργίας. Έπειτα πέρασε διατάξεις που επέτρεπαν την κατάσχεση των περιουσιακών στοιχείων των συνδικάτων σε περίπτωση κήρυξης μη νόμιμης απεργίας. Τέλος, απαγόρευσε τις απεργίες και τις διαδηλώσεις αλληλεγγύης. Όταν λοιπόν, το 1984, οι ανθρακωρύχοι «σύρθηκαν στο πεδίο» της ολοκληρωτικής σύγκρουσης με την κυβέρνηση, η Θάτσερ κατάσχεσε το απεργιακό τους ταμείο, έκοψε τα προνοιακά επιδόματα από τα μέλη των οικογενειών τους κι έλυσε τα χέρια της Αστυνομίας στο να προχωρήσει σε μαζικές συλλήψεις και να διαλύσει βίαια τα μπλόκα στα ανθρακωρυχεία.

Στο επικοινωνιακό επίπεδο, ιδιαίτερα αποδοτική ήταν η ταύτιση των απεργών με τους Αργεντίνους (!), τους οποίους οι Βρετανοί είχαν κατατροπώσει δυο χρόνια νωρίτερα στον πόλεμο των Φώκλαντ. Οι διαρκείς αναφορές στον «εσωτερικό εχθρό», ο οποίος πρέπει να αντιμετωπιστεί με τον ίδιο τρόπο που νικήθηκε ο «εξωτερικός», η διοχέτευση πληροφοριών για χρηματοδότηση των απεργών από την Ε.Σ.Σ.Δ. και διάφορα άλλα επικοινωνιακά τρικ έστρεψαν την κοινή γνώμη και τα Μ.Μ.Ε. υπέρ της κυβέρνησης. Προς τα τέλη της απεργίας, οι τέσσερις από τις πέντε μεγάλες εφημερίδες της Αγγλίας (οι δύο εκ των οποίων σχετίζονταν παραδοσιακά με το Εργατικό Κόμμα) καταφέρονταν ανοιχτά εναντίον των απεργών.

 

σελ. 1 (από: 2) ΧΡΟΝΟΣ 02 (06.2013) < προηγ. άρθρο     |     επόμ. σελίδα >