ο Μαντέλα στο νοσοκομείο

 

Η ζώσα Νότια Αφρική του ηγέτη που φεύγει

 

Θοδωρής Ρακόπουλος

 

Κοιτώ το περιεχόμενο του πορτοφολιού μου, μετά την επίσκεψη στην τράπεζα: χαρτονομίσματα των 10, των 20, των 50, των 100 και των 200 ραντ: όλα έχουν πάνω τους την ήρεμη, ελαφρώς χαμογελαστή φυσιογνωμία του Νέλσον Μαντέλα. Πέρα, στο κέντρο της Πρετόρια, ένας από τους πύργους που ξεχωρίζει είναι αυτός της Κεντρικής Τράπεζας. Το κτίριο κυριαρχεί στο αστικό τοπίο (έως τον ουρανό που βασιλεύει, για να θυμηθούμε τον Σεφέρη, που έζησε στην Πρετόρια το 1941)· ονομάζεται τοπικά Reserve Bank, Bankakgolo ya Aforikaborwa, Panka ya Resefe ya Afrika Borwa και ούτω καθεξής έως να τελειώσει η λίστα με τις 11 επίσημες γλώσσες της Νότιας Αφρικής. Μια μεγάλη διαφήμιση καλύπτει, σαν χιτώνας, το κύριο μέρος του: παρουσίαση των νεόκοπων χαρτονομισμάτων, με εγγεγραμμένη πάνω τους, μονοφωνικά, τη μορφή του πιο γνωστού Αφρικανού.

Ο Μαντέλα βρίσκεται εδώ και καιρό στο νοσοκομείο, χαροπαλεύοντας. Πριν επισκεφτεί κανείς τη Νότιο Αφρική (όπως σόλοικα συνεχίζουμε να αποκαλούμε τη χώρα), ή κατά την πρώτη παραμονή του εκεί, συζητώντας πολιτικά με ντόπιους θα βρεθεί κάποια στιγμή ενώπιον της (δι)ερώτησης «Και τι θα γίνει όταν πεθάνει ο ηγέτης;» Ο Ακίλλε Μπέμπε συζητά εκτενώς τη νεκροπολιτική (2003) – και μάλιστα, ανάμεσα σε άλλα, στο συγκείμενο της χώρας: ο Μπέμπε διδάσκει στο Wits, το πιο γνωστό ίσως πανεπιστήμιο της Νότιας Αφρικής, που βρίσκεται στο Γιοχάννεσμπουργκ (Johannesburg). Το Γιο’μπούργκ (Jo’burg) είναι μια πόλη-χοάνη, ίσως η σημαντικότερη της υποσαχάριας Αφρικής. Στους ατέλειωτους ορεινούς του αστικούς χερσότοπους (1.650 υψόμετρο, 5 εκατομμύρια κάτοικοι, άθλιες συνθήκες ζωής) βρίσκει σπίτι, κρησφύγετο ή πάτημα ένας τεράστιος αριθμός μεταναστών από αφρικανικές χώρες, στους οποίους συχνά οι ντόπιοι, μαύροι και λευκοί, δεν φέρονται με τον καλύτερο τρόπο (είναι χαρακτηριστικά τα πογκρόμ που υπέστησαν κοινότητες από τη Ζιμπάμπουε, το 2008). Μετανάστες και ντόπιοι, μέσα στην ανέχεια, γίνονται η φέρουσα ύλη της πόλης: η πραγματική της αστική υποδομή, μέσα σε χάος κοινωνικών αντεγκλήσεων (Simone, 2004).

Τέτοιος, προνομιούχος έστω, είναι κι ο Μπέμπε: μετανάστης (κατάγεται από το Καμερούν). Τα necropolitics του είναι μια προσπάθεια άρθρωσης λόγου για το μετά, αλλά και για το πώς αυτό αρθρώνει λόγο για το τώρα: για τη ζωή (2003). Σε πολλές περιοχής της Αφρικής, η έννοια του ζόμπι είναι κεντρική δοξασία της εντόπιας κοσμολογίας. Ο ζωντανός-νεκρός, ο μόνιμα σε διάσταση μεταιχμίου μεταξύ της έμβιας και της τεθνεώσας ανθρώπινης ύλης, είναι κεντρικό σημείο αφήγησης πολλών αφρικανικών θρύλων: η επίμαχη έννοια γίνεται στόχος κατηγοριών και φημών (Niehaus, 2005). Είναι ενδιαφέρον ότι το αντίθετό του είναι το βαμπίρ (ο απέθαντος), μόνιμη αναφορά στην ευρωπαϊκή παράδοση, ειδικά στον τρόπο που αντιλήφθηκαν οι βικτοριανοί τα «άγρια» Βαλκάνια, συγκινημένοι από τις λαϊκές παραδόσεις για τους βρικόλακες, τις λάμιες και τον Δράκουλα, αναπλάθοντας και προβάλλοντας ένα οριενταλιστικό μοντέλο όπου το αιώνιο, το αδύνατον να πεθάνει, κατακυριεύει το ζωντανό.

Ο πιο δημοφιλής πολιτικός του κόσμου βρίσκεται σε μεταιχμιακή διάσταση, μεταξύ ζωής και θανάτου. Ο Νέλσον Μαντέλα, η πράα μορφή που συμβολοποιήθηκε όσο κανένας Αφρικανός εν ζωή, στο 94ο έτος του βίου του, βρίσκεται σε κατάσταση τεχνητής υποστήριξης. Η παραφιλολογία γύρω από τον επικείμενο θάνατό του βοά: είναι πιθανόν να ξεκινήσουν αυθόρμητες διαδηλώσεις, λένε οι συντηρητικοί λευκοί· είναι βέβαιο πως ο κοπετός θα εξελιχτεί σε εξέγερση (riot), λένε κάποιοι πάστορες της Πεντηκοστιανής Εκκλησίας, που λειτουργούν ανάμεσα σε εξίσου συντηρητικά ποίμνια. Κανείς δεν μπορεί να προβλέψει σε τι μπορεί να μετατραπεί η κοσμοσυρροή που θα οδηγήσει προς το φέρετρό του, κοντά στα Union Buildings της Πρετόρια – πάντως το μεσσιανικά απειλητικό για τη συνοχή της χώρας σενάριο δεν είναι ιδιαίτερα πιθανό.

Το παρόν σημείωμα δεν έχει διάθεση σπίλωσης ή σύλησης – που είναι το να μιλάς για έναν νεκρό χωρίς σέβας˙ το να μιλάς για έναν ζωντανό προβάλλοντας το τέλος του, είναι, νομίζω, ένα δείγμα δημοκρατικού κεκτημένου: αναγνωρίζει το περατό της εξουσίας και της δύναμης (όχι όμως του θρύλου και της υστεροφημίας). Χαρακτηριστική είναι η απελπισία των αντιφρονούντων στον Φιντέλ Κάστρο, που άκουσα, στην Κούβα, να εισάγουν προτάσεις στον λόγο τους, λογαριάζοντας το μέλλον τους με προσδιορισμό όχι χρονικό αλλά υποθετικό: «εάν ο Φιντέλ πεθάνει»… Οι σπουδαίοι νεκροί, οι μεγάλοι, απεριόριστοι τρελοί κι ακόμα οι θαυμάσια πεθαμένοι, όπως σημειώνει ο Σαχτούρης, γέμισαν τις οθόνες μας τα τελευταία δύο-τρία χρόνια: με αυτή τη σειρά, ο Οσάμα, ο Καντάφι, ο Κιμ, ο Τσάβες, ακόμη κι η Θάτσερ, άφησαν τον κόσμο αυτό μέσα σε συζητήσεις τόσο αντικρουόμενες, έντονες και πολεμικές, όσο υπήρξε και η ζωή τους. Δολοφονημένοι χωρίς δίκη οι δύο πρώτοι (θυμόμαστε επίσης τη δίκη-παρωδία του Σαντάμ και την εκτέλεση δι’ απαγχονισμού του δικτάτορα, το 2004 – τη θυμόμαστε λόγω του youtube)· σε αφανή γενεαλογία ο (μάλλον παράφρων) μεταστάς της Βόρειας Κορέας· μέσα σε ιαχές χαράς και λιγότερες, κυρίως γραπτές, μνείες κλέους, η ιέρεια του νεοφιλελευθερισμού.

Μόνο ο Φιντέλ παραμένει ζωντανός (καίτοι παροπλισμένος) από τους παράδοξους της παγκόσμιας σκακιέρας, όσους μεσουράνησαν στα κινήματα αποαποικιοποίησης που σάρωσαν τον λεγόμενο (όχι πια) «περιφερειακό» κόσμο από τα τέλη της δεκαετίας του ’50 ώς τα τέλη του ’70. Πολλοί ηγέτες των Αδεσμεύτων υπήρξαν αρχηγοί κρατών που ανήλθαν στην εξουσία συνήθως πρωτοστατώντας σε ένοπλο αγώνα (ως άμεσο αποτέλεσμα αυτού του τελευταίου ή μετά από διαπραγμάτευση με τις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις). 

Ο Μαντέλα δεν είναι τίποτα από αυτά – και είναι ταυτόχρονα όλα. Δεν υπήρξε Αδέσμευτος ή κομμουνιστής (αν και συνεργάστηκε και με τους δύο)· δεν ανήλθε στην εξουσία στη μετα-αποικιακή εποχή (η χώρα του έπαψε να είναι αποικία ήδη από το 1948, και μάλιστα έγινε «δημοκρατία» μη αναγνωρίζοντας τη βασίλισσα ως ανώτερη πολιτειακή εξουσία, το 1961)· όταν οι άλλοι κατέρρεαν ηθικοπολιτικά (για παράδειγμα, οι κομμουνιστές στις γειτονικές Αγκόλα και Μοζαμβίκη, απαξιωμένοι κι αβοήθητοι στο μετά το 1989 κλίμα, ή οι εθνικιστές στη Ζιμπάμπουε του διεθνώς μισητού Μουγκάμπε, που στα 89 του ηγείται ακόμη της πολύπαθης χώρας), ο Μαντέλα εξυψωνόταν στα επίπεδα ενός ανδρός-σύμβολο, «μείζονος του βίου» – μεγαλύτερου από την ίδια τη ζωή (bigger than life), όπως λεν οι Αγγλοσάξονες.

Ερήμην του, η συγκυρία κατέστησε τον Μαντέλα, που υπέμενε στωικά 27 χρόνια φυλάκιση, μια φυσιογνωμία πιλατική: έναν Αφρικανό στο όνομα του οποίου η φιλελεύθερη Δύση ξεπλένει τα χέρια της. Όταν περάσει στην άλλη πλευρά, θα χαιρετιστεί σαν ήρωας από πολλούς στην Αφρική, και ιδίως στη χώρα του, την άνιση, χωλή υπερδύναμη της ηπείρου. Θα χαιρετιστεί σαν άγιος από εξίσου πολλούς και εκτός – στις φιλελεύθερες δημοκρατίες της Δύσης. Είναι ο τελευταίος μείζων ηγέτης κινήματος (του Αφρικανικού Εθνικού Κογκρέσου – A.N.C.) το οποίο επιδόθηκε σε ένοπλο αγώνα και που ανέλαβε τη διακυβέρνηση χώρας (δεν πρέπει να ξεχαστεί ποτέ πως η Θάτσερ τη δεκαετία του 1980 αποκαλούσε τρομοκράτες τους αγωνιστές του κινήματος). Είναι και ο μόνος τον οποίο σύμπασα η προοδευτική Ευρώπη και η Βόρεια Αμερική αντιμετώπισε, τουλάχιστον από το 1992 (όταν έπεσε το απαρτχάιντ), και το 1994 (όταν εξελέγη στην Προεδρία, ως επικεφαλής του Αφρικανικού Εθνικού Κογκρέσου) με αμέριστη συμπάθεια. Δεν είναι τυχαίο: η Νότια Αφρική ήταν το μεγάλο παράδοξο – η πιο πετυχημένη αφρικανική χώρα οικονομικά και η μόνη όπου η μαύρη πλειοψηφία δεν είχε αντιπροσώπευση πολιτικά.

 

Το μέλλον δεν θα έρθει ανώδυνα

Αυτό που οι περισσότερες φωνές στη Δύση ίσως δεν δουν ή δεν συζητήσουν, μέσα στη μείξη ηρωικών βιογραφήσεων και θρήνου, που απαιτεί μια νεκρολογία, είναι το πώς το A.N.C. δεν έχει καταφέρει αυτό που η συντριπτική πλειονότητα των κατοίκων της χώρας έχει ανάγκη: τη συγκρότηση μιας κοινωνίας με ελάχιστα χαρακτηριστικά ισομερούς ανάπτυξης και δικαιοσύνης. Η αναδιανομή του πλούτου στη Νότια Αφρική γίνεται κυρίως μέσω της ανεπίσημης οικονομίας (informal economy – όρος του Κηθ Χαρτ, που επίσης διδάσκει στην Πρετόρια) και του εγκλήματος. Η χώρα παρουσιάζει τους υψηλότερους δείκτες ανισότητας και (επομένως) εγκληματικότητας στον κόσμο, καθώς και ευρείας διάδοσης του H.I.V./A.I.D.S.

Για όλα αυτά δεν μπορούν να αποδοθούν ευθύνες στον ήρεμο, ευγενικό ηγέτη, που προέρχεται από τη φυλή Κόσα, που θα φύγει με τιμές εθνάρχη. Στην πραγματικότητα, η θητεία του ως προέδρου και άρα ο όποιος επιμερισμός ευθυνών έληξε ήδη το 1999, οπότε κι ανέλαβε ο Τάμπο Μπέκι, επίσης Κόσα (σήμερα κυβερνά ο Τζέηκομπ Ζούμα, που ανήκει στη φυλή Ζουλού). Όμως το κόμμα που ίδρυσε, και του οποίου ηγήθηκε στα δύσκολα χρόνια παλεύοντας εναντίον ενός από τα πιο στυγνά καθεστώτα του 20ού αιώνα, είναι από το 1994 στην εξουσία – και θα είναι για χρόνια ακόμα. Όπως όλα τα κόμματα-κινήματα, και όλα τα κινήματα-ομπρέλες, οι ταυτόχρονα κορπορατιστικές και νεοφιλελεύθερες πολιτικές του A.N.C., σε συνδυασμό με την ηγεμονική διαφθορά εκείνου που παίζει εν ου παικτοίς, δεν έχουν δώσει στη χώρα το όραμα που δικαιούνταν όταν ξεπέρασε με μεγάλη επιτυχία (χωρίς βία) τον σκόπελο της μετάβασης από τον «υπαρκτό ρατσισμό» στον σχηματισμό τού (κατ’ όνομα έστω) «έθνους-ουράνιο τόξο» (rainbow nation). Η Νότια Αφρική πράγματι διασκέλισε χωρίς εμφύλιο πόλεμο (όπως συνέβη σε όλη σχεδόν την υπόλοιπη ήπειρο νότια της Σαχάρας) τον κόλαφο της μετάβασης από κυβέρνηση χωρίς αντιπροσώπευση σε ένα πολιτικό σύστημα όπου η μαύρη πλειοψηφία εκφράζεται και συμμετέχει. Όμως αυτό που βαπτίζεται «βίαιο έγκλημα», και αποτελεί χαρακτηριστικό της χώρας όσο κανένα άλλο, ίσως είναι μια χαμηλής έντασης ακήρυχτη ταξική και φυλετική ένοπλη πάλη: 30.000 δολοφονίες τη χρονιά της μετάβασης (1994), 16.500 κατά μέσο όρο τα τελευταία χρόνια (50 την ημέρα, σε ένα έθνος 52 εκατομμυρίων) – συχνά στην πρώτη θέση της παγκόσμιας κατάταξης.

Ο Μαντέλα φεύγει, τα προβλήματα θα παραμείνουν εδώ. Όσο το ANC απομυζεί, με την κινηματική και κορπορατιστική του πρακτική το ΑΕΠ, χωρίς καν να καταφέρνει να δώσει στη χώρα τον καπιταλιστικό δυναμισμό για τον οποίο επαίρεται (3% είναι οι δείκτες ανάπτυξης, οι χαμηλότεροι στην Αφρική), η αίσθηση πολλών νοτιοαφρικανών ότι υφίστανται δεινά στάδια ενός παράδοξου «μετα-» θα εντείνεται. Όσο και η αίσθησή τους πως το μέλλον δεν θα έρθει ανώδυνα. Η επανάδειξη της χώρας με την είσοδό της στα BRICS, στο G-20 και την ανάλειψη του Μουντιάλ ποδοσφαίρου το 2012, σημαίνει για τα ευρεία στρώματα του πληθυσμού απλά μια ανατίμηση τιμών της τάξης του 30%, που καθιστά το Κέιπ Τάουν ακριβό όσο η Αθήνα.

O Μαντέλα έγινε, δικαίως, σύμβολο αντιρατσιστικής συναίνεσης παγκόσμια – χωρίς τη θέλησή του, έγινε και τοτέμ της «επιτυχημένης» Νότιας Αφρικής. Ίσως είναι ενδεικτικό πως στην τηλεοπτική σειρά «100 Greatest South Africans», δεύτερη πιο εμβληματική και κοσμαγάπητη φυσιογνωμία στην πρόσφατη ιστορία της χώρας (δίπλα στους αγωνιστές του A.N.C. και των κινημάτων Μαύρης Συνείδησης που σκοτώθηκαν, όπως ο Στηβ Μπίκο), αναδείχτηκε ο Κρίστιαν Μπάρναρντ, που επιχείρησε την πρώτη εγχείρηση ανοιχτής καρδιάς στον κόσμο: που επιδείκνυε πως ο γίγαντας της αφρικανικής ηπείρου θα έδειχνε το μέλλον.

Όταν ο Μαντέλα φύγει κι όταν κοπάσει η υμνολογία για τα χρόνια αγώνων και θυσιών, αυτό που θα υπενθυμίσει ο μεταστάς, άθελά του, θα είναι η ανεπάρκεια του κόμματος που ίδρυσε, και το οποίο βρίσκεται στην εξουσία εδώ και 19 χρόνια, να χτίσει μια κοινωνία δικαίου. Ο Μαντέλα, όπως ο Κρίστιαν Μπάρναρντ ή αγωνιστές όπως ο Στηβ Μπίκο κι ο Ο.Ρ. Τάμπο έδωσαν στη χώρα, στην όποια χαλαρή συνεκτικότητα μεταξύ των κοινοτήτων (εκτός ίσως από τις συντηρητικές μερίδες των Αφρικαάνερ), μια αίσθηση που η παρούσα συγκυρία δεν μπορεί να δώσει: ελπίδα. Η Νότια Αφρική είναι ίσως η μόνη BRIC όπου ο κόσμος δεν πιστεύει πως τα πράγματα στο μέλλον θα γίνουν καλύτερα· θυμίζει, με αυτόν τον τρόπο, την Ευρώπη. Εκεί όπου ο θρύλος του Μαντέλα θα χαιρετιστεί, όταν ο σπουδαίος ηγέτης φύγει, χωρίς πολύ αναστοχασμό για την παρούσα κατάσταση στη χώρα του, που θα παραμείνει, ζωντανή, πίσω: με τον ηγέτη εγγεγραμμένο πάνω σε χαρτονομίσματα ολοένα πιο δυσπρόσιτα για το μεγαλύτερο τμήμα του πληθυσμού της.

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Mbembe, Achille, «Necropolitics», Public Culture, τχ. 15(1) (Χειμώνας 2003): 11-40.

Niehaus, Isak, «Witches and zombies of the South African Lowveld: Discourse, accusations and subjective reality», JRAI (2005).

Simone, AbdouMaliq, «People as infrastructure: Intersecting fragments in Johannesburg», Public Culture, τχ. 16(3) (Φθινόπωρο 2004): 407-429.

 

 files/chronosmag/themes/theme_one/faviconXronos.png

 

  ΧΡΟΝΟΣ 02 (06.2013)