Ετερότητα και φιλία

Το έργο και η στάση του Δουζίνα μας συντονίζουν με το αγωνιώδες και αγωνιωδώς πολιτικό ερώτημα της φεμινίστριας φιλοσόφου Σάρα Κόφμαν: «Πώς βγαίνουμε από αυτό;» (Sarah Kofman, Comment s’en sortir?, Galilée, Παρίσι 1983). Ένα κείμενο εξαιρετικά επίκαιρο σήμερα, που μεταφράστηκε στα αγγλικά ως «Beyond Aporia?» (1988): πέρα από την α-πορία, πέρα από το αδιέξοδο. Θα πείτε: τι σχέση έχει η νομική φιλοσοφία του Δουζίνα με τη φεμινιστική φιλοσοφία; Κι όμως, η φεμινιστική φιλοσοφία, όπως και ο Δουζίνας, έχει θέσει την καταστατική διερώτηση για το αν το όποιο, αποκλειστικό «εμείς» είναι σε θέση να αποδώσει δικαιοσύνη στο αίτημα της δικαιοσύνης. Οι αξιώσεις της πολιτικής κοινότητας στην οικουμενικότητα εγκαθιδρύονται μέσα από την εξάλειψη των ιχνών που αφήνουν οι ανοίκειες εμπειρίες και επιθυμίες όσων αποκλείονται από το πολιτικό σώμα. Ειρωνικά αλλά διόλου παράδοξα, είναι αυτοί και αυτές οι απέξω που αναρωτιούνται «Πώς βγαίνουμε από αυτό;». Έτσι, το ερώτημα είναι πώς έρχονται μαζί, πώς συν-έρχονται, οι διαφορετικώς «άλλοι». Ο άλλος και η άλλη δεν είναι ποτέ πλήρως παρών και παρούσα σ’ εμένα, αλλά είμαι πάντα προς και μαζί με τον άλλον και την άλλη, η ύπαρξή μου είναι εκτεθειμένη και ευάλωτη στην ετερότητα – συμπεριλαμβανομένης της «δικής μου» ετερότητας (Ριζοσπαστική πολιτική και νομική φιλοσοφία, σ. 503). Ο Δουζίνας έχει δείξει στο προγενέστερο έργο του (Justice Miscarried: Ethics and Aesthetics in Law, με τη Ronnie Warrington, 1995, αλλά και «Violence, justice, deconstruction», German Law Journal 6(1) (2005): 171-178) ότι η αποτυχία του νόμου να εκπληρώσει την υπόσχεση της δικαιοσύνης στο όνομα της οποίας έχει θεσμοθετηθεί, σχετίζεται όχι μόνο με τις συνθήκες νομιμοποιημένης αδικίας αλλά και με το άπειρο και μη ορίσιμο της ετερότητας, το οποίο καθιστά αδύνατη την «απονομή» της δικαιοσύνης. Αυτή η αποφατικότητα συνδέεται με την κατάφαση της κοινότητας: μιας κοινότητας που δεν ορίζεται με γνώμονα τον «οικουμενικό άνθρωπο» και το αφηρημένο, φορμαλιστικό υποκείμενο-κάτοχο δικαιωμάτων, αλλά την προτεραιότητα του δικαιώματος του άλλου. Έτσι η ελευθερία του εαυτού δεσμεύεται από την ηθική ευθύνη απέναντι στον άλλον/στην άλλη.

Αυτό λοιπόν που το έργο της Γαλλίδας φιλοσόφου απηχεί στο έργο του Δουζίνα είναι το αναπότρεπτο ερώτημα της στρατηγικής: πώς βγαίνουμε από αυτό. Πώς βγαίνουμε μαζί, όμως. Και πώς βγαίνουμε από κάτι όταν ο πόρος, το πέρασμα, δεν είναι γνωστό και ανιχνεύσιμο εκ των προτέρων, αλλά χρειάζεται πάντα να ανιχνεύεται εκ νέου, από κοινού με αναστοχαστικούς τρόπους ενσυναίσθησης, απεύθυνσης και μοιράσματος του κόσμου. Αλλά και πώς βγαίνουμε όταν δεν ήμασταν ποτέ ακριβώς μέσα. Αυτή η εκκρεμότητα διαπερνά και το ερώτημα της δημοκρατίας, όταν (όπως μας έδειξε και ο Ζακ Ντερριντά) δεν μπορεί να υπάρξει δημοκρατία χωρίς μοναδικότητα και ετερότητα αλλά και δεν μπορεί να υπάρξει δημοκρατία χωρίς μια κάποια κοινότητα και φιλία. Γι’ αυτό η Σάρα Κόφμαν εξετάζει την απορία ως ρωγμή στη «λογική της ταυτότητας». Το ίδιο συμβαίνει και στο έργο του Δουζίνα: ο χώρος της απορίας και της απροσδιοριστίας δεν είναι χώρος αδράνειας αλλά διαρκές και ανοιχτό εργαστήριο για την τέχνη της κατάφασης. Είναι από την εργασία του αρνητικού που προκύπτει το δημιουργικό γίγνεσθαι του πολιτικού ανήκειν – η επινοητικότητά του και οι απορίες του. 

 

Κριτική στάση απέναντι στην κρίση

Τα βιβλία του Κώστα Δουζίνα παρεμβαίνουν στο κοινωνικοπολιτικό γίγνεσθαι προτείνοντας την ανάγκη για άρθρωση νέων, αναστοχαστικών θεωρητικών λόγων και πολιτικών διαβημάτων απέναντι στη νεο-συντηρητική, νεο-ολιγαρχική αφήγηση της «κρίσης». Με αυτή την έννοια, αποτελούν καίρια συμβολή στην κριτική και μετασχηματιστική ανάγνωση της βίαιης συγκυρίας, καθώς την αναδεικνύουν σε πεδίο παραγωγής συλλογικών νοημάτων και «στάσεων», συναρθρώσεων και συναθροίσεων. Θα έλεγα, έτσι, ότι τα βιβλία αυτά συμβάλλουν καθοριστικά στην πολιτική σκέψη της Αριστεράς καταθέτοντας μια πρόταση αντίστασης αλλά και κοινωνικής ανασύνταξης απέναντι στη βία της μεταδημοκρατικής νεοφιλελεύθερης διακυβέρνησης.

Όπως εξηγεί εύστοχα ο Δουζίνας, ο νεοφιλελευθερισμός δεν αποτελεί απλώς και μόνο ένα επιθετικό οικονομικό μοντέλο καπιταλισμού, ούτε καν μόνο μια ιδεολογία της αγοράς, αλλά και μια βιοπολιτική τεχνική αυταρχικής και φρονηματικής διακυβέρνησης που νομιμοποιεί και επιτρέπει τη βία της κοινωνικής αδικίας και ταυτόχρονα την κάνει αθέατη και ανεκτή μέσω της κανονικοποίησής της.

Από εδώ αναδύεται, ως κεντρικό ερώτημα του πολιτικού, το ερώτημα της κριτικής συνάθροισης, χωρίς ταξινόμηση και χωρίς οντολογική θεμελίωση. Πώς η κριτική στην «κρίση» διεκδικεί το δίκιο της, όταν δεσπόζει η διάχυτη, αυταρχική τάξη του «εύλογου» και το ολοκληρωτικό αξίωμα «δεν υπάρχει εναλλακτική» – θεμελιώδες αξίωμα της αγοραίας οικονομίας και των μετα-πολιτικών σχημάτων διακυβέρνησης που την υπηρετούν; Αυτό το ερώτημα θέτει και επεξεργάζεται ο Δουζίνας ιχνηλατώντας τους τρόπους με τους οποίους η συλλογική πολιτική πράξη ενδέχεται να διαταράξει το εθνο-νεοφιλελεύθερο καθεστώς κοινωνικής μηχανικής, με το οποίο καλούμαστε να ταυτιστούμε «ψυχή τε και σώματι» μέσω οικονομικών, εθνικών, έμφυλων και άλλων δεσμεύσεων.

Η «στάση», ως στασιασμός και ως στάση ζωής, αναφέρεται στην επιτελεστική ισχύ τού να «στέκεσαι μαζί» κριτικά, ιδιαίτερα όταν τόσο η συλλογικότητα όσο και η κριτική έχουν κατάφωρα καταπατηθεί από την αυταρχική ομοθυμία του νόμου και της τάξης. Άρα αυτό που έρχεται στο προσκήνιο δεν είναι η σύσταση μιας κοινής ουσίας, αλλά η «ευάλωτη μη κυριαρχία» (όπως λέει ο Ζαν-Λυκ Νανσύ) του κοινωνικού δεσμού ανάμεσα σε πολλαπλές διαφορές που δεν τις συνέχει μια κοινή ουσία, αλλά που «στέκονται» από κοινού και κριτικά απέναντι στην κανονιστική βία που υπονομεύει και εξαλείφει την ύπαρξή τους.

Η οξυδερκής ανάλυση του Δουζίνα δεν ενδίδει στη φετιχοποίηση του πλήθους ως επαναστατικά μετουσιωμένου φορέα μιας πολιτικής οντολογίας του «κοινού», χωρίς διαφορά και χωρίς έλλειψη. Η «στάση Σύνταγμα» δεν είναι «συνταγή» ούτε προγραμματική φόρμουλα, αλλά το (πρόσκαιρο και ατελές, ναι) τοπικό ίχνος μιας κριτικής δέσμευσης που επεξεργάζεται νέες στρατηγικές συμμαχιών, νέες επιτελέσεις και συνάψεις του πολιτικού, νέες μορφές ριζοσπαστικοποίησης της δημοκρατίας. Έτσι, δεν μπορεί να αποτιμάται με όρους μιας έσχατης νομοτέλειας, ή μιας εργαλειακής καταμέτρησης πλεονεκτημάτων και μειονεκτημάτων, αλλά ως προς το τι επέφερε στον ορίζοντα του δυνατού. Αν ιδωθεί ως αγωνιστική συνάθροιση που συνέχεται προσωρινά από το αίσθημα της κοινωνικής απαξίωσης και επισφάλειας, αλλά και συγκλίνει πολιτικά στην κοινή δέσμευση της άλλης δημοκρατίας, η επιτελεστική δραστικότητά της δεν μειώνεται λόγω αυτής της ενδεχομενικότητας αλλά αντίθετα έγκειται ακριβώς σε αυτήν.

 

Η ηθικο-πολιτική της αντίστασης και η τέχνη της κατάφασης

Καθώς επεξεργάζονται την ηθικο-πολιτική της αντίστασης και της μετασχηματιστικής συλλογικής δράσης, τα βιβλία του Κώστα Δουζίνα παρεμβαίνουν στον νεοφιλελεύθερο κοινωνικό δαρβινισμό που παραλύει τη δημοκρατία, επιστρατεύει τη στρατηγική του φόβου, καταστρέφει το κράτος πρόνοιας, υποδουλώνει την εργασία, και παράγει τις έμφυλες, ταξικές και εθνικές νόρμες που ορίζουν το πολιτικό σώμα. Μας θυμίζουν ότι χρειάζεται να διατυπώσουμε ένα αίτημα αποδέσμευσης του πολιτικού από τον αυταρχικό ρεαλισμό της έκτακτης ανάγκης. Μας θυμίζουν ότι χρειάζεται να επεξεργαστούμε, και να επεξεργαζόμαστε διαρκώς, ένα εναλλακτικό σχέδιο πολιτικής και κοινωνικής οργάνωσης, ένα ριζοσπαστικό πρόγραμμα ισότητας και ελευθερίας, που θα κρατά διαρκώς στο επίκεντρο την κοινωνική δικαιοσύνη και τον αντιφασισμό. Γιατί μια πραγματική εναλλακτική στην τρέχουσα κοινοτοπία της κρίσης δεν μπορεί παρά να στέκεται ξεκάθαρα και απέναντι στις όποιες εκφορές της αντιμνημονιακής και αντικατοχικής εθνέγερσης.

Ο Δουζίνας μας προσφέρει μια θαυμαστή σύνθεση θεωρητικού στοχασμού και πολιτικής στάσης – μια σύνθεση που είναι διαρκώς και επειγόντως απαραίτητη σήμερα. Σε μια ιστορική περίσταση που η πολιτική εκτοπίζεται ολοένα και περισσότερο από την τεχνοκρατική διαχείριση αυταρχικών συναινέσεων, έχει ιδιαίτερη σημασία η εμπλοκή με την πρόκληση του πώς τα υποκείμενα συγκροτούν μια «στάση» απέναντι στην κυρίαρχη (όχι μόνο οικονομία, αλλά και) ιδεολογία και θεολογία της κρίσης, πώς διατηρούν και επινοούν εκ νέου τη δυνατότητά τους για δράση καθώς αντιστέκονται και επερωτούν τις συνθήκες συγκρότησής τους ως υποκειμένων της κρίσης.

Η τέχνη της κατάφασης μπροστά στην απορία τού «πώς βγαίνουμε απ’ αυτό» προϋποθέτει να δούμε την υποκειμενικότητα όχι ως κάλυψη της έλλειψης και τη δικαιοσύνη όχι ως παρουσία στον νόμο. Με τα λόγια του Δουζίνα, στη Ριζοσπαστική πολιτική και νομική φιλοσοφία: «Έτσι αναμετριέται η ριζική επιθυμία με τις καταστροφές του παρελθόντος και με την υπόσχεση του μέλλοντος και μιας δικαιοσύνης που υπερβαίνει κάθε νόμο, σύνταγμα ή δικαίωμα».

files/chronosmag/themes/theme_one/faviconXronos.png

 

 

σελ. 2 (από: 2) ΧΡΟΝΟΣ 01 (05.2013) < προηγ. σελίδα     |     επόμ. άρθρο >