το σχέδιο Σαμαρά για λιγότερη δημοκρατία

 
Ε.Ρ.Τ.: Σκέψεις για το τέλος των βεβαιοτήτων,
την κυριαρχία των αναγκαιοτήτων και το μοιραίο του πράγματος
 
Η Ελλάδα χωρίς δημόσια ραδιοτηλεόραση
 
Θωμάς Θ. Σιώμος
 
 
Θέλω να είμαι αναστοχαστικός και υποκειμενικός, δηλαδή ψύχραιμος και τίμιος ταυτόχρονα, καθώς προσπαθώ να αναλύσω τη συμβολική και πολιτική σημασία της απόφασης της κυβέρνησης να κλείσει την Ε.Ρ.Τ. Τίμιος γιατί πρέπει εξαρχής να δηλώσω πως είμαι ένας από τους 2.656 που από σήμερα είναι χωρίς δημοσιογραφική δουλειά εξαιτίας αυτής της απόφασης και αυτό αυξάνει την υποκειμενικότητα και την εμπλοκή μου σε αυτό που ταυτόχρονα ζω, παρατηρώ και επιδιώκω να αναλύσω. Άλλωστε γι’ αυτό επέλεξα να μελετώ τον ρόλο των Μ.Μ.Ε. (παλιών και νέων) στην αφήγηση της κρίσης ως μια αυτοπροστασία που πηγάζει από την κατανόηση παρόμοιων φαινομένων. Στόχος μου είναι να μην αφήσω την κρίση να μπει μέσα στον κόσμο μου, να την κρατήσω εκεί έξω ως ένα αντικείμενο προς καταγραφή, έρευνα, ανάλυση και διερεύνηση, να την κρατήσω απέναντι και να την πολεμήσω. Ψύχραιμος νομίζω πως μπορώ να είμαι γιατί λίγο πριν την Ε.Ρ.Τ., στην οποία πέρασα 19 χρόνια της δημοσιογραφικής μου ζωής, είχα βιώσει την απώλεια της άλλης δημοσιογραφικής μου αναφοράς. Μιλώ για το άδοξο τέλος της συνεργασίας μου με την Ελευθεροτυπία και της εβδομαδιαίας στήλης που για 18 ολόκληρα χρόνια άπλωνα στο φρεσκοτυπωμένο χαρτί της.

Αυτή η διττή εμπειρία της απώλειας παίρνει τη μορφή μιας παρηγορητικής διαδικασίας που θα μπορούσε να με κάνει να ανακαλύψω τα «σημαντικά και τα σπουδαία», να πω δηλαδή «την υγειά μας να έχουμε» και όλα τα άλλα θα φτιάξουν, ή να εμπιστευτώ την έννοια της μοίρας και του πεπρωμένου, να πω «κάθε εμπόδιο για καλό» και να αφεθώ, αλλά δεν το κάνω.
 
Κάπου εδώ όμως τελειώνει το αυτοβιογραφικό και βιωματικό κομμάτι αυτής της ανάλυσης σχετικά με την απόφαση για το κλείσιμο της Ε.Ρ.Τ. Όλα τα παραπάνω έπρεπε να τα θέσω υπόψη του αναγνώστη για να ξέρει πώς να διαβάσει την απόπειρα να εντοπίσω την πολιτική και συμβολική αξία αυτής της απόφασης, το πολιτικό δυναμικό που παράγει και τον τρόπο και την κατεύθυνση της διοχέτευσής του προς το κοινωνικό πεδίο.
 
 
Προσωπικός τόνος παντού

Η απόφαση, όπως μεταδίδεται από διεθνή και ελληνικά Μ.Μ.Ε., φέρεται να ελήφθη στο πλαίσιο ενός συμψηφισμού προσδοκώμενων εισροών (ματαίωση ιδιωτικοποίησης της Δ.ΕΠ.Α.) ή κάποιας μνημονιακής υποχρέωσης (2.000 απολύσεις μέχρι το τέλος του Ιουνίου), ενώ οι πρωταγωνιστές της, ο πρωθυπουργός Αντώνης Σαμαράς και ο αρμόδιος για τον τύπο κυβερνητικός εκπρόσωπος Σίμος Κεδίκογλου, δεν νιώθουν την ανάγκη να επικαλεστούν καμιά από τις παραπάνω αναγκαιότητες. Τόσο στην ανακοίνωση του Σίμου Κεδίκογλου όσο και στην ομιλία του Αντώνη Σαμαρά, την επόμενη μέρα στο Ε.Β.Ε.Α., η απόφαση μοιάζει να είναι ζήτημα πολιτικής τάξεως, προτεραιότητα ηθικής φύσεως αλλά και προϊόν κάποιας προσωπικής πικρίας. Ιδίως για το τελευταίο είναι χαρακτηριστικές οι αναφορές με το παράπονο του πρωθυπουργού για τις απεργίες που οι συνδικαλιστικές ενώσεις έκαναν στην Ε.Ρ.Τ. είτε κατά τη διάρκεια σημαντικών επισκέψεων ξένων ηγετών (Ολάντ, Μέρκελ κ.ά.) είτε σημαντικών πρωθυπουργικών αποστολών στο εξωτερικό (π.χ. Κίνα). Σημειώνω βέβαια πως η αναφορά αυτή έγινε στην ομιλία του πρωθυπουργού προς το επιχειρηματικό κοινό, στην πρώτη γραμμή του οποίου κάθονταν ορισμένοι επιχειρηματίες που έχουν ανοικτούς λογαριασμούς με τη δικαιοσύνη. Προσωπική εμπλοκή σε αυτή την απόφαση έχει και ο Σίμος Κεδίκογλου που υπήρξε εργαζόμενος στην Ε.Ρ.Τ. και είχε ασκήσει μεγάλο μέρος των συνδικαλιστικών προνομίων τα οποία κατά την άποψή του μετατρέπουν την Ε.Ρ.Τ. σε μια σκοτεινή, σχεδόν μαφιόζικη, παρέα προνομιούχων που σπαταλούν τα χρήματα του Έλληνα πολίτη, δεν παράγουν αποτελεσματικά και δεν είναι άξιοι των αμοιβών που απολαμβάνουν.

 
Λάθος κριτήρια

Αν το πρώτο σημείο κριτικής της απόφασης είναι η προσωπική διάσταση στη λήψη της που μοιάζει αδικαιολόγητη σε μια υπεύθυνη διακυβέρνηση, το δεύτερο σημείο κριτικής είναι πως η αξιολόγηση της Ε.Ρ.Τ. γίνεται με λανθασμένα κριτήρια που οδηγούν σε στρέβλωση των όρων της παραγωγικότητας, της αποτελεσματικότητας αλλά και της αποστολής της που είναι πολύ διαφορετική από αυτήν των ιδιωτικών καναλιών. Θα έπρεπε να γνωρίζουν οι κύριοι Σαμαράς και Κεδίκογλου πως δεν μπορεί το μέτρο σύγκρισης για τις επιδόσεις της δημόσιας ραδιοτηλεόρασης να είναι οι υψηλές επιδόσεις της ιδιωτικής ραδιοφωνίας-τηλεόρασης σε επίπεδο ακροαματικότητας και τηλεθέασης γιατί πρόκειται για δύο διαφορετικές ποιότητες μέσων που επιτελούν διαφορετικό σκοπό.

 
Η επιμονή νικά, εάν η νίκη είναι το ζητούμενο

Επίσης κρίσιμο σημείο για την κατανόηση και την αξιολόγηση της απόφασης είναι το προσωπικό πολιτικό στίγμα και η ιστορία του κ. Σαμαρά ο οποίος δεν αποτελεί συνηθισμένη περίπτωση πολιτικού. Ο Έλληνας πρωθυπουργός έχει συνδέσει το όνομά του με μία από τις μεγαλύτερες πολιτικές ανατροπές στη σύγχρονη πολιτική ιστορία, την ανατροπή της κυβέρνησης Μητσοτάκη το 1993, που είχε καθοριστική σημασία για την τύχη και τη φυσιογνωμία της ελληνικής Δεξιάς. Ο Α. Σαμαράς στα πολλά χρόνια που έμεινε εκτός ενεργού πολιτικής συσσώρευσε πλήθος εντάσεων και μια σημαντική επιβεβαίωση πως η τόλμη επιβραβεύεται και πως η επιμονή νικά, εάν η νίκη είναι το ζητούμενο. Τελικά, βρέθηκε να είναι αρχηγός του κόμματος από το οποίο είχε στερήσει την εξουσία και με αυτό το κόμμα να γίνει πρωθυπουργός της χώρας. Έκανε ιδιαίτερη προσπάθεια με την επιστροφή του να ξαναδώσει στη Δεξιά αυτό που της είχε στερήσει το 1993 –την ενότητα, τον δυναμισμό και την ορμητικότητα– ενσωματώνοντας στους κόλπους της Ν.Δ. ορισμένους βουλευτές της λαϊκής Δεξιάς με αποτέλεσμα να κάνει έξωση από τη «δεξιά πολυκατοικία» στον έτερο ένοικό της, τον κ. Καρατζαφέρη. Η σαφής προσπάθειά του για μια «νέα δεξιά περηφάνια» μετακίνησε τη Ν.Δ. από τον μεσαίο χώρο που την είχε τοποθετήσει ο προκάτοχός του Κ. Καραμανλής προς τα άκρα. Και ενώ έμοιαζε να καταλαμβάνει την πολυκατοικία λύνοντας τις διαφορές του με την κυρία Μπακογιάννη, ξαφνικά εμφανίστηκαν δύο ακόμη ένοικοι, οι ΑΝ.ΕΛ. και η Χρυσή Αυγή.

 
Ανταγωνισμός με την Άκρα Δεξιά

Είναι λογικό ότι προκειμένου η «δεξιά περηφάνια» να εδραιωθεί θα έπρεπε να δείξει πως δεν μοιάζει με τους άλλους αντισυστημικούς δεξιούς, πως μπορεί να γίνει και πιο σκληρός από αυτούς που απαξιώνουν τη δημοκρατία μέσα στη Βουλή και στην κοινωνία. Θέλει να δείξει πως μπορεί να την απαξιώσει όχι μόνο με λόγια και μικροακτιβισμούς όπως κάνει η Χρυσή Αυγή, αλλά με συμβολικές πράξεις ικανές να στείλουν το επιδιωκόμενο μήνυμα στους παροικούντες στην πολυκατοικία. Να δείξει πως είναι ικανός να απαξιώσει τη μεταπολιτευτική δημοκρατία επιτελεστικά. Η κατάργηση της Ε.Ρ.Τ. με την 19η Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου στη διάρκεια της θητείας του είχε διπλό όφελος προς αυτή την κατεύθυνση. Κατάργησε στη στιγμή έναν θεσμικό θύλακο δημοκρατίας και πολυφωνίας που προέκυψε μετά την πτώση της χούντας και έφτασε στο σημείο να έχει αντίκτυπο στην εκπομπή του κυρίαρχου μηνύματος. Το έκανε αυτό ακολουθώντας έναν θεσμικό δρόμο (Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου) που δεν τιμά την κοινοβουλευτική συζήτηση και συρρικνώνει τα όρια της δημοκρατίας και του κοινοβουλευτισμού. Αφήνει έτσι να εννοηθεί πως στις βιοπολιτικές συνθήκες της κρίσης οι κοινοβουλευτικές διαδικασίες μοιάζουν με πολυτέλεια, τροχοπέδη στην επίτευξη των στόχων και των μεταρρυθμίσεων. Με αυτόν τον τρόπο εδραιώνεται η αντίληψη ότι η δημοσιονομική κρίση είναι κρίση δημοκρατίας από την οποία πηγάζουν δεινά για τα οποία φταίει η «πολλή δημοκρατία» και όσα την εκφράζουν.

 
Η νέα και η παλιά μεταπολίτευση

Η ρητορεία του κ. Σαμαρά για μια «νέα μεταπολίτευση» είναι φυσικό να περιλαμβάνει και τη διάλυση εκείνων των πυλώνων που θυμίζουν την «παλιά μεταπολίτευση», και ένας από αυτούς τους πυλώνες είναι η κουλτούρα των δημόσιων μέσων και η αναλογική εκπροσώπηση σε αυτά, των κομμάτων. Αυτή η συνθήκη διαμορφώθηκε μέσα από μια θεσμική δημοκρατική λειτουργία μέσω της οποίας όλα τα κόμματα είχαν τον χρόνο και την εκπροσώπηση που αντιστοιχεί στα ποσοστά τους. Αυτή η ισότιμη κάλυψη των κομμάτων που δεν επιτρέπει τον έλεγχο και τη χαλιναγώγηση του μηνύματος και της ενημέρωσης ήταν θεσμοθετημένη και είχε καταντήσει ενοχλητική.

 
Απουσία αυτοκριτικής

Με την ανακοίνωση που συνόδευσε την απόφαση επιχειρείται να απαξιωθεί πλήρως η ικανότητα, η ηθική και νομιμοποιητική βάση όχι μόνο της Ε.Ρ.Τ. αλλά και των εργαζομένων της που φέρουν την ευθύνη των φαινομένων που επικαλείται. Απουσιάζει πλήρως έστω και μια μικρή αυτοκριτική αναφορά στους πολιτικούς όρους που επέτρεψαν την εμφάνιση των καταγγελλόμενων φαινομένων, δηλαδή ο διορισμός των διοικήσεων της Ε.Ρ.Τ. από τα κόμματα που κάθε φορά κυβερνούσαν ερήμην των εργαζομένων σε αυτήν και χωρίς κάποια αξιοκρατική μέριμνα και αξιολόγηση. Καθώς το ζήτημα προσωποποιείται οριζόντια («όλοι φταίνε, όλοι μαζί τα τρώγανε»), μένει να εξαχθεί το συμπέρασμα ότι τα όποια προβλήματα της Ε.Ρ.Τ. δεν είναι ζήτημα της πρακτικής των κυβερνητικών κομμάτων αλλά πρόβλημα της μεταπολιτευτικής πελατειακότητας όλων των κομμάτων και εν γένει της λειτουργίας τους, και επομένως της δημοκρατίας της οποίας αποτελούν βασικούς πυλώνες: «Φταίνε όλοι», κόμματα και εργαζόμενοι, με τον ίδιο τρόπο και στον ίδιο βαθμό ευθύνης.

 
Αναξιοπιστία και κυνισμός που κλείνει το μάτι στην Άκρα Δεξιά

Όπως είναι λογικό, οι αντιρρήσεις των εταίρων στην τρικομματική κυβέρνηση σχετικά με τη σκοπιμότητα και την αναγκαιότητα της εν λόγω απόφασης δεν μοιάζουν να γίνονται πιστευτές. Οι απανωτές διαβεβαιώσεις ότι δεν θα κλείσει η Ε.Ρ.Τ. από το στόμα του ίδιου ανθρώπου που την έκλεισε, αλλά και η διακίνηση στα κοινωνικά δίκτυα των δηλώσεων που είχε κάνει με αφορμή ανάλογα σχέδια εξυγίανσης και νοικοκυρέματος της Ε.Ρ.Τ. τα οποία είχε εξαγγείλει στο παρελθόν η κυβέρνηση Παπανδρέου, εμπεδώνουν με έναν ακόμη τρόπο το ότι οι όροι της Δημοκρατία αδειάζουν από το περιεχόμενό τους. Αν τα λόγια και οι διαβεβαιώσεις λέγονται για να μην τηρηθούν ή αν οι απόψεις για την αξιοσύνη των εργαζομένων της Ε.Ρ.Τ. και την αναγκαιότητα ύπαρξής της αλλάζουν χωρίς καμιά δικαιολογία, τότε κανείς δεν μπορεί να συνεχίσει να λαμβάνει στα σοβαρά οποιαδήποτε από τις υπόλοιπες διαβεβαιώσεις ή απόψεις εκφράζονται για το ένα ή το άλλο θέμα. Η υπονόμευση της αξιοπιστίας όσων αρθρώνονται σε ρηματικό επίπεδο μολύνει και την αξιοπιστία όσων επιτελούνται: τίποτα απ’ όσα λέγονται δεν είναι έτσι όπως λέγεται και τίποτα απ’ όσα γίνονται δεν γίνεται για τους λόγους που αναφέρεται ότι γίνεται, δεν μένει τίποτα να εμπιστευτείς και τίποτα να πιστέψεις.

Αυτή η συνθήκη είναι ικανή να παράξει έναν εκτεταμένο κυνισμό εμφανή σε ολόκληρο το κοινωνικό σώμα, έναν κυνισμό που δεν επιτρέπει σε κανέναν να πιστέψει ότι τα πράγματα μπορούν να αλλάξουν αν και θα έπρεπε. Αυτός ο κυνισμός/ρεαλισμός οδηγεί σε ένα διττό πένθος όχι μόνο για όσα χάνονται από αυτά που μπορούν να μετρηθούν αλλά κυρίως για όσα χάθηκαν από αυτά που δεν είναι μετρήσιμα: τη δυνατότητα να πιστέψουμε ξανά ότι τα πράγματα μπορεί να γίνουν και με έναν άλλον τρόπο, την ανάγκη να αναγνωρίσουμε σημάδια δικαίου σε όσα έγιναν, όσα γίνονται και όσα θα ακολουθήσουν, την κινητήρια ορμή να πάμε προς μια κατεύθυνση, τον εαυτό που αποχαιρετήσαμε μια για πάντα και τον νέο που καλωσορίσαμε βουτηγμένοι στους φόβους, τις αβεβαιότητες και τη δυσπιστία για όλα και όλους.

Με την απόφαση για το κλείσιμο ενός δημόσιου οργανισμού όπως η Ε.Ρ.Τ., ο Α. Σαμαράς καταφέρνει να μεταφράσει τις απολύσεις σε νοικοκύρεμα, να απαξιώσει τους όρους της δημοκρατικής νομιμοποίησης που ο κοινοβουλευτισμός μπορεί να παρέχει, να λύσει προσωπικούς του λογαριασμούς και να κλείσει το μάτι στα ακραία κομμάτια της πολυκατοικίας που θέλει να ελέγξει. Δεν τον ενδιαφέρει όλο το κοινωνικό σώμα αλλά μόνο εκείνο το κομμάτι που μπορεί να αντιληφθεί τη γλώσσα του, να ασπαστεί τις πρακτικές και τις στοχεύσεις του και να στηρίξει τις αποφάσεις του.

 
Το μιντιακό τοπίο σε καιρούς κρίσης

Αυτή η βαθύτατα αντιδημοκρατική νοοτροπία που καλύπτει την ανικανότητα των μνημονιακών κυβερνήσεων να διαχειριστούν τις δημόσιες υποθέσεις και να εκπληρώσουν τις υποχρεώσεις που συνεπάγονται τα μνημόνια τα οποία έχουν υπογραφεί άλλαξε άρδην το πεδίο των Μ.Μ.Ε. Από την αρχή της κρίσης όλες οι κυβερνήσεις που τη διαχειρίστηκαν (Μονοκομματική/Παπανδρέου, Τεχνοκρατική/Παπαδήμας, Τρικομματική/Σαμαράς) αδυνατούν να πιστέψουν πως το πρόβλημα είναι στην πολιτική που εφαρμόζουν, και επιμένουν πως το πρόβλημα είναι στον τρόπο που οι πολιτικές διαμεσολαβούνται από τα Μ.Μ.Ε. και αναμεταδίδονται προς το εσωτερικό ή το εξωτερικό. Αυτή η πολιτική αυταπάτη μοιάζει να αναδεικνύεται και στην απόφαση για το κλείσιμο της Ε.Ρ.Τ. Από την απαρχή της κρίσης μέχρι σήμερα το τοπίο των Μ.Μ.Ε. άλλαξε δραματικά, έκλεισαν τηλεοπτικοί σταθμοί και εφημερίδες που ενοχλούσαν το κυρίαρχο μήνυμα των δημοσιονομικών αναγκαιοτήτων. Τα τελευταία χρόνια έχασε τη δουλειά της μια μεγάλη στρατιά δημοσιογράφων και κουρεύτηκαν τα αποθεματικά των ταμείων τους αυξάνοντας έτσι τον φόβο για το μέλλον αλλά και την αβεβαιότητα για το παρόν. Οι δημοσιογράφοι, όσοι απομείνουν να κάνουν αυτή τη δουλειά, είναι περισσότερο φοβισμένοι και είναι φανερό πως ο φόβος οδηγεί στην αυτολογοκρισία και την απαξίωση των όρων της δημοσιογραφικής πρακτικής.

 
Η καθοριστική έλλειψη

Είναι φανερό πως μία από τις περισσότερο σημαντικές απώλειες που βιώνουμε σε συλλογικό επίπεδο είναι η απώλεια των βεβαιοτήτων που παράγεται από τον καθοριστικής φύσεως συμβολικό θάνατο που παράγεται από τα δεδομένα της κρίσης. Το επιθυμητό από πολλούς τέλος της ανεκπλήρωτης και ελλιπούς μεταπολίτευσης μοιάζει σε πρώτο επίπεδο να αφορά την απώλεια της βεβαιότητας ότι αυτό που ονομάζεται πολιτικό σύστημα βρίσκεται στην ίδια όχθη με το κοινωνικό σύνολο του οποίου τις τύχες ρυθμίζει. Τη στιγμή που έχει καθήκον να υπερασπίζεται τον λαό, στην πραγματικότητα του επιτίθεται καθώς επικαλείται την προτεραιότητα και την ισχύ της δημοσιονομικής αναγκαιότητας. Καθώς η απροϋπόθετη αγάπη που πρέπει όσοι λαμβάνουν αποφάσεις να αποδίδουν στον λαό εκλείπει, παράγεται μια ισχυρή και εμφανώς αντιπολιτική συνθήκη: η Δημοκρατία αδειάζει από το περιεχόμενό της και αδυνατεί να προσφέρει βεβαιότητες, συνταγματικές, δικαϊκές, δικαιωματικές, κοινοβουλευτικές. Μεταμορφώνεται σε νοητικό και πολιτικό κουφάρι που αδυνατεί να λειτουργήσει ορθολογικά. Παραδομένη στις παραδοξότητες χαρίζει την κοινωνία στην αβεβαιότητα, κάνει την πολιτική πηγή δεινών, αναξιοπιστίας, και πεδίο όπου ασκούνται ανορθολογικές δυνάμεις. Τελικός προορισμός η αναβάθμιση της αναγκαιότητας σε θεότητα, την οποία λατρεύει με έναν τρόπο θρησκευτικό που θέλει θυσίες σαν αυτές της Ε.Ρ.Τ.

Ένας από τους περισσότερο συχνούς χαρακτηρισμούς αυτής της θυσίας είναι το «πραξικόπημα», αλλά υπάρχει και ο άλλος χαρακτηρισμός που μοιάζει περισσότερο ψυχοκεντρικός: ο «ξαφνικός θάνατος». Όποιον από τους δύο χαρακτηρισμούς και να επιλέξει κανείς ως πλέον αντιπροσωπευτικό κινδυνεύει να αδικήσει την πολυπλοκότητα της απόφασης και την πολυσημία της. Υπάρχουν βέβαια και αναφορές που δεν στέκονται κριτικά απέναντι σε αυτή την απόφαση, την υποστηρίζουν και ονομάζουν μια νέα αρχή επιδιώκοντας να αμβλύνουν τη βεβαιότητα πως πρόκειται πρώτα απ’ όλα και πάνω απ’ όλα για ένα τέλος.

files/chronosmag/themes/theme_one/faviconXronos.png

 

 

σελ. 1 (από: 1) ΧΡΟΝΟΣ 02 (06.2013) προηγ. άρθρο   |     επόμ. άρθρο >